Πέμπτη 10 Σεπτεμβρίου 2020

Ο GAY ΓΑΙΔΑΡΟΣ


                   Ο GAY ΓΑΙΔΑΡΟΣ
Έλα να πάμε στα καμένα,
δε μας χωράει πια το σπίτι,
έρχονται δύσκολες ημέρες
μουτζουρωμένες σαν Δευτέρες,
έρχονται φλόγες απ' τα δάση
και μια φωτιά να μας δικάσει,
μέσα στο πύρινό της χνότο,
από τον έσχατο ως τον πρώτο.
             
                     ΜΙΧΑΛΗΣ ΓΚΑΝΑΣ
.
ΚΕΙΜΕΝΑ ΤΑΚΗΣ ΠΟΛΙΤΗΣ
Μια φράση για να αρχίσω…
Δυσκολεύομαι…
Ο Κούλης επισκέφτηκε τη Θεσσαλονίκη και οι σαρδέλες βγήκαν στα τσιμέντα.
Αυτοκτόνησαν…
Ο Άδωνις κόλλησε κορονοϊό τον Εβραίο επενδυτή που θα επένδυε στα ναυπηγεία
της Ελευσίνας… αλλά αυτός έφυγε…
Η Λέσβος καίγεται. Καίγονται οι δομές. Οι μετανάστες στους δρόμους…
Τα ΜΑΤ σε επιφυλακή.

Μια φυλακή είναι η αγάπη μου ετούτη τη στιγμή
Σε ονειρεύομαι…

Ο Ερντογάν απειλεί πως θα αμολήσει τους μετανάστες.
Και είναι η μόνη απειλή που φοβίζει τους Ευρωπαίους.
Όλα τα άλλα είναι εικονική πραγματικότητα… Ανήκουν στη σφαίρα της φαντασίας

Απόψε δεν κοιμήθηκα
Και έκατσα να σου γράψω
Και μολυβιά δεν τράβηξα
Δίχως να αναστενάξω…

Και μέσα σ’ όλα τα προβλήματα που αντιμετωπίζουμε μέσα στα όρια της κατάντιας και της μιζέριας, καλούμαστε να επεξεργαστούμε και τις ατάκες των Αρχαίων φιλοσόφων.
Δυσκολευόμουν…
Βλέπετε, εγώ δεν έχω την ευχέρεια να γράφω και να αναλύω όπως οι διάσημοι συγγραφείς της πόλης μου, που παίζουν τους Αρχαίους στα δάχτυλα…
Εγώ καλά καλά δεν τους ξέρω όλους…
-Ποιος είναι ο Δημοσθένης;
-Ποιος είναι ο Ευριπίδης; Και τι δουλειά έκανε;
Δυσκολευόμουν…
Τις απορίες μου, μου τις έλυσε έτσι απλά ένας πρώην αντιπεριφερειάρχης.
Ακούστε το story:

Κάποτε ένας χωρικός ήθελε ν’ αποκτήσει έναν γάιδαρο για τις δουλειές του.
Μόλις λοιπόν πληροφορήθηκε ότι ένας συγχωριανός του είχε ένα γαϊδούρι για πούλημα, έτρεξε 
για να δει αν του κάνει να τον αγοράσει.
Πραγματικά, εξετάζοντας το ζωντανό, έμεινε ικανοποιημένος. Ρώτησε λοιπόν τον ιδιοκτήτη του 
για την τιμή του. Αλλά εκείνος, χαμηλώνοντας το βλέμμα του, σχεδόν με συστολή του είπε:
-Ξέρεις, πριν σου πω την τιμή, πρέπει να σου εκμυστηρευτώ κάτι: Ο γάιδαρος  είναι πούστης!
-Τι έκανε λέει; ρωτάει εμβρόντητος, μη πιστεύοντας στ’ αφτιά του ο αγαθός χωρικός.
-Αυτό που άκουσες, συνεχίζει σχεδόν περίλυπος ο ιδιοκτήτης του γαϊδάρου, σαν να αναγνώριζε μερίδιο δικής του ευθύνης ή συνενοχής για το κουσούρι του ζώου του.
Ο γάιδαρος είναι πούστης…
-Ε, καλά! απαντάει ο χωρικός, έχοντας προφανώς ξεπεράσει το αρχικό του ξάφνιασμα από την απροσδόκητη… «αποκάλυψη» και βέβαια, μη βρίσκοντας κανένα νόημα σε μια τέτοια συζήτηση γύρω από τις σεξουαλικές ιδιαιτερότητες του γαϊδάρου.
-Κι εμένα τί με κόφτει τί κάνει ο γάιδαρος;
-Δεν ξέρω, εγώ είχα υποχρέωση να στο πω… σχεδόν ψελλίζει το αφεντικό του ζώου, 
σηκώνοντας τάχα με αδιαφορία τους ώμους του, στην πραγματικότητα όμως προσπαθώντας 
να κρύψει την ικανοποίησή του για το ότι ξεπεράστηκε τόσο εύκολα και ανώδυνα το μειονέκτημα του ζώου.
-Πες μου πόσο κάνει, επανέρχεται αποφασιστικός ο αγοραστής.
-Τόσο…
-Εντάξει, έγινε!
Ευχαριστημένος ο χωρικός, καβάλησε στο γαϊδούρι που μόλις απόκτησε και γύρισε στο κονάκι του.
Την επόμενη μέρα πήγε με το γαϊδούρι στο χωράφι του.
Μάζεψε τη συγκομιδή της ημέρας, πατάτες, λάχανα, τομάτες, μελιτζάνες, χόρτα, μια καλή ζαλιά, 
κι αρχίνησε το φόρτωμα.
Το ζώο, υπομονετικό και υπάκουο, δεχόταν αδιαμαρτύρητα το βαρύ φορτίο.
 Όμως, μόλις ο χωρικός τελείωσε, ο γάιδαρος άρχισε να τσινάει σαν δαιμονισμένος και πέταξε όλο 
το φορτίο χάμω.
Ο αγαθός χωρικός απόρησε. Καλοπροαίρετα υπέθεσε ότι ίσως κάποια κακιά μύγα να τσίμπησε 
το ζώο και δικαιολογημένα αυτό αφήνιασε.
Φτου κι απ’ την αρχή, λοιπόν, ξαναφόρτωσε το ζώο.
Πάνω που τελείωσε όμως το φόρτωμα, πάλι τα ίδια. 
Κλοτσιές και τσινιές του γαϊδάρου, κι όλα τα πράγματα ξανά καταγής.
Κι αυτό επαναλήφθηκε και πάλι και πάλι…
Απαυδημένος ο χωρικός, μια και δυο κινάει με το γαϊδούρι και πάει στον συγχωριανό του 
που του τον πούλησε για να διαμαρτυρηθεί.
-Ρε πατριώτη, πιο ανάποδο ζώο από τούτο εδώ που μου πάσαρες δεν μου έχει ξανατύχει. 
Δεν υποφέρεται. Το και το μου έκανε…
Και ο δύστυχος βάλθηκε να εξιστορεί τον μπελά που τον βρήκε με τον γάιδαρο που αγόρασε.
Και τότε έρχεται αφοπλιστική η απάντηση από τον πρώην ιδιοκτήτη:
-Έεεε! Από πούστη γάιδαρο τί περιμένεις;

ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑ: Αν η τύχη (ή η ατυχία) σάς φέρει αντιμέτωπους με τον πούστη γάιδαρο, μη σας διαφύγει πώς πρέπει να τον προσφωνήσετε: «Καλημέρα σας, κύριε αντιδήμαρχε!»




Τρίτη 18 Αυγούστου 2020

ΑΥΓΟΥΣΤΟΣ


                      ΑΥΓΟΥΣΤΟΣ
                                 Μασκοφόροι, λαϊκιστές και ψεύτες
Φωτιές, πλημμύρες, πανδημία και μιζέρια
Νεκροί και μετά ΣΥΡΙΖΑ
Ασυδοσία, μαλακία και διεθνής βιβλιογραφία
Συγκρούσεις και προτροπή για κυρώσεις
                                 Κίρρωση του ήπατος και βλεννόρροια
Ο ποιητής τάιζε τις γάτες
Ο ποιητής τραγουδούσε ρεμπέτικα
Ο ποιητής φορούσε κιλότα
Ο ποιητής απέθανε
Ζήτω ο όχλος!
Η πουτάνα τάιζε τα αδέσποτα με το κορμί της
Η πουτάνα με αποκάλεσε φασίστα
Αυτός ο όχλος θα μας στήσει στον τοίχο
Για να εγκαταστήσει την λαϊκή δημοκρατία

                                        ΤΑΚΗΣ ΠΟΛΙΤΗΣ 18-8-2020

Τρίτη 28 Ιουλίου 2020

ΤΟ ΓΑΙΔΟΥΡΑΚΙ ΤΟΥ ΧΟΤΖΑ

         ΤΟ ΓΑΙΔΟΥΡΑΚΙ ΤΟΥ ΧΟΤΖΑ
Για πού το `βαλες καρδιά μου μ’ ανοιχτά πανιά,
για ποια πέλαγα ουράνια, άστρα μαγικά;
Για πού το `βαλες καρδιά μου μ’ ανοιχτά πανιά;

Για ποια μακρινή πατρίδα, έρμη ξενητειά;
Θάλασσα, ουρανός μ’ αστέρια, πουθενά στεριά.
Για πού το `βαλες καρδιά μου μ’ ανοιχτά πανιά;

Ποια αγάπη, ποιο λιμάνι, ποια παρηγοριά;
Θα `χεις αγκαλιά το κύμα, χάδι το νοτιά.
Για πού το `βαλες καρδιά μου μ’ ανοιχτά πανιά;
                                                ΟΡΦΕΑΣ ΠΕΡΙΔΗΣ

ΚΕΙΜΕΝΑ ΤΑΚΗΣ ΠΟΛΙΤΗΣ
Με τον κορονοϊό δεν θα ξεμπερδέψουμε εύκολα.
Με τους Τούρκους δεν θα ξεμπερδέψουμε εύκολα.
Με τους μετανάστες δεν θα ξεμπερδέψουμε εύκολα.
Με τον Μητσοτάκη δεν θα ξεμπερδέψουμε εύκολα.
Τι θα γίνει με τα πανηγύρια τον Αύγουστο;
Οι παπάδες θα φοράνε μάσκες εντός της αιθούσης;
Η απόπειρα δολοφονίας κατά του Χίου είχε πολιτικά κίνητρα;
Ποιοι κάψανε την βιβλιοθήκη της Αλεξάνδρειας;
Ποιοι κουκούλωσαν τους αρχαίους ναούς;
Γιατί κάηκαν 100.000 στρέμματα στην Κόρινθο και στον Πύργο;
Ηττήθηκε ο Ερντογάν ή κέρδισε  μετά την απόσυρση των πολεμικών του πλοίων;
Τι θα πάρει στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων;
Τι θα γίνει με τα χωρικά ύδατα, το πετρέλαιο και το φυσικό αέριο;
Γιατί το στάδιο της ΑΕΚ ονομάστηκε OPAP Arena;
Τελικά η ιστορία δεν επαναλαμβάνεται. Απλά έχει ομοιοκαταληξίες.
Άντε γαμηθείτε φρικιά!

Είναι η ψυχή μου σε σκυλάδικο γαρδένια, 
παραγγελιά του μεθυσμένου νταβατζή, 
μου την πατάνε μανεκέν ξεσαλωμένα,
την τραγουδάνε καλλιτέχνες τραβεστί.


Ο Νασραντίν Χότζα αγόρασε ένα γαϊδουράκι: 
- Αυτό το γαϊδουράκι θα το μάθω να μην τρώει.
Θα το κλείσω μέσα και δε θα του δίνω φαΐ. Να δούμε: Θα ζήσει ή όχι;
Το βράδυ δεν του έδωσε να φάει. Την άλλη μέρα δεν του έδωσε να φάει.
Το άλλο βράδυ δεν του έδωσε.
-Α, ζει; λέει. Το ’μαθα το γαϊδουράκι μου να μην τρώει.
Το γαϊδούρι, τι να κάνει, τι να φάει;  Τέσσερις βραδιές δεν το τάιζε.
Την πέμπτη μέρα το βρήκανε ψόφιο.
- Α, ρε γαμώτο! Μόλις το ’μαθα το γαϊδούρι μου να μην τρώει και πέθανε!
Τώρα τι θα το κάνω το σανό;
Καλώς ήρθατε στον Μεσαίωνα
Λέτε να πεινάσουμε τον χειμώνα;





Δευτέρα 29 Ιουνίου 2020

ΤΟ ΧΑΡΤΙΝΟ ΤΣΙΡΚΟ


              ΤΟ ΧΑΡΤΙΝΟ ΤΣΙΡΚΟ
  

( Η ζωή είναι μικρή για να `ναι θλιβερή μωρό μου...
Η ζωή είναι μεγάλη μην την κάνεις καρναβάλι)

Χάρτινο τσίρκο μόλις σε βρίσκω
γέλια σκεπάζουν κάθε αστείο μου λυγμό
Μέσα σου θέλω για πάντα να ζήσω
σαν τη σκιά στο πανηγύρι των σκιών

Ό,τι σκοτώνει τη δική μου χαρά
είναι μια φάρσα που με κόβει στα δύο
Με πιάνει απ’ το χέρι και με λόγια γλυκά
σαν παιδί μ’ οδηγάει στ’ όμορφό σου σφαγείο

Και να `μαι ξανά
σ’ ένα πλήθος που θυμίζει κάποιον άγνωστο φίλο
Κλωτσάω στα τυφλά
σαν παλιάτσος σκοντάφτω πάνω στο ίδιο θηρίο
που όλο μου λέει
πως η δικιά μου σκλαβιά ειν’ ένα χάρτινο τσίρκο
Με κάνει να κλαίω
και φαίνομαι αστείος, γίνομαι αστείος

Χάρτινο τσίρκο μόλις σε βρίσκω
κλαίω σαν άντρας σαν παιδάκι γελώ
Μέσα σου θέλω μια μέρα να σβήσω
σαν τον τρελό στο πανηγύρι των τρελών

Ό,τι ξυπνάει τη δική μου χαρά
ειν’ ένα όνειρο σπασμένο στα δύο
Ψηλά με κρατάει στη ζεστή του αγκαλιά
με πετάει ξαφνικά στο σκοτεινό σου ψυγείο

Και να `μαι ξανά
σ’ ένα πλήθος που θυμίζει κάποιον άγνωστο φίλο
Κλωτσάω στα τυφλά
σαν παλιάτσος σκοντάφτω πάνω στο ίδιο θηρίο
που όλο μου λέει
πως η δικιά μου σκλαβιά ειν’ ένα χάρτινο τσίρκο
Με κάνει να κλαίω
και φαίνομαι αστείος, γίνομαι αστείος...
                                                    
                                                                      ΤΡΥΠΕΣ
ΚΕΙΜΕΝΑ ΤΑΚΗΣ ΠΟΛΙΤΗΣ
Στα χρόνια του κορονοϊού οι καλοί γίναν καλύτεροι και οι κακοί χειρότεροι.
Φύγαν όμως οι καλοί. Οι αγωνιστές της εθνικής αντίστασης κατά του ναζισμού και του φασισμού μέσα στα νοσοκομεία και τα γηροκομεία της Ιταλίας, της Γαλλίας και της Ισπανίας και άφησαν πίσω τους συμμορίες  ανηλίκων, τα κοντά, τα χοντρά, τα άσχημα, τα καθυστερημένα να προκαλούν, να φαλτσάρουν, να βαβουριάζουν και να υποβαθμίζουν την ανθρώπινη ύπαρξη.
Δεν πέθανε ο ΤΣΕ ΓΚΕΒΑΡΑ, εμείς πεθάναμε…
Η Αγγελοπούλου ξεκίνησε από την Αθήνα, έκανε μια στάση στο Ναύπλιο, μετά πήγε στα Καλάβρυτα και κατέληξε στο Μεσολόγγι. Από δω δεν πέρασε… Δεν την δελέασαν τα κολωνάκια;
Το χάρτινο τσίρκο αναπαράγεται με τους ίδιους κακομούτσουνους. 
Διαιωνίζεται και δεν αλλάζει με τίποτα. Μια θλιβερή επανάληψη και ξανά-ζανα-ζανα σε ένα ανούσιο και άχαρο σημειωτόν.

Πες τους τα, Τάσο…
Κι ἂν ἔφτασα τόσο μακριά, ἦταν γιὰ νὰ μὴν ἀκούσω ποὺ δὲ μοῦ ἀποκρίθηκαν κι ἄχ, πλανήθηκα πολὺ σὲ δρόμους, ἀκολουθώντας τοῦτο ἡ ἐκεῖνο, κληρονόμος μιᾶς ἀνεξήγητης ὥρας: 
τότε ποὺ ὅλα θὰ ἐξηγηθοῦν,……χωρὶς λόγια ἢ καὶ χωρὶς νὰ ὑπάρχουμε καν — 
ὅταν, τέλος,ξαναγύρισα ἡ πόλη εἶχε λεηλατηθεῖ, τὰ βαγόνια ἀναποδογυρισμένα,……
ἡ ἐξέγερση ἦταν πιὰ παρελθὸν  κι ὅσοι ἀπόμεναν ὄρθιοι πυροβολοῦσαν ἀκόμα  γιὰ ἕνα φτωχὸ ἔπαθλο στὰ ὑπαίθρια σκοπευτήρια
……καὶ τὸ βράδυ «τί ὥρα εἶναι;» ρωτᾷς, «ὀχτώ» σου ἀπαντᾶνε, μὲ τέτοιες ἄθλιες βεβαιότητες 
ζοῦμε καὶ κανεὶς δὲν εἶδε τὸ ἔγκλημα — ἀφοῦ τὸ τέλειο ἔγκλημα ἔγινε……ἐκεῖ ποὺ δὲν μπορεῖ 
πιὰ τίποτα νὰ συμβεῖ. Ὅμως ἐγὼ ὑπῆρξα ἀνυπόμονος σὰν κάποιον ποὺ ἀνοίγει τὴν ὀμπρέλα του 
σὲ καιροὺς ξηρασίας (ἴσως γιατί δὲ θέλει νὰ ξεχάσει),……ἢ κάποιον  ποὺ ντύνεται γυναῖκα 
γιὰ νὰ πεῖ ἕνα ψέμα ἀκόμα παιδικὸ — μὴ μ᾿ ἀδικεῖτε, λοιπόν, ἂν ἔκλεισα τὰ μάτια, 
ἦταν γιὰ νὰ ὑπερασπίσω τὸν κόσμο……ἢ θυμόμουν τὰ χέρια τῆς μητέρας καθὼς ἔβαζαν τὴ σκοῦπα πίσω ἀπ᾿ τὴ χαλαρωμένη πόρτα……— στερεώνοντας ἴσως κάτι πιὸ μακρινό,……
ἐνῷ τὸ κοιμητῆρι, ἀντίκρυ, θρόιζε ἁπαλά, σὰν τὸν σύντομο ἐπίλογο ἑνὸς μυστηρίου.


Κυριακή 24 Μαΐου 2020

ΤΟ ΩΡΙΜΟ ΒΛΕΜΜΑ ΤΗΣ ΣΥΝΑΓΡΙΔΑΣ


      ΤΟ ΩΡΙΜΟ ΒΛΕΜΜΑ ΤΗΣ ΣΥΝΑΓΡΙΔΑΣ
Ήρθαν τα πρώτα τηλεγραφήματα
Σταμάτησαν τα πιεστήρια και περίμεναν
Έγιναν οι παραγγελίες στις αρμόδιες αρχές.
Μα ο νεκρός δεν πέθανε την ορισμένη ώρα.
Όλοι φόρεσαν τις μαύρες γραβάτες
Δοκίμασαν στον καθρέφτη τις συντριμμένες πόζες
Ακούστηκαν οι πρώτοι λυγμοί τα θλιβερά εγκώμια.
Μα ο νεκρός δεν πέθανε την ορισμένη ώρα.
Στο τέλος οι ώρες γινήκαν μέρες
Εκείνες οι φριχτές μέρες της αναμονής
Οι φίλοι άρχισαν να διαμαρτύρονται
Έκλεισαν τα γραφεία τους σταμάτησαν τις πληρωμές
Γυρνούσαν τα παιδιά τους αδέσποτα στους δρόμους.
Έβλεπαν τα λουλούδια να μαραίνονται.
Μα ο νεκρός δεν πέθανε την ορισμένη ώρα.
(Τόσα και τόσα πράγματα πού δεν προβλέπονται
Τόσες συνέπειες ανυπολόγιστες, τόσες θυσίες,
Σε ποιους υπεύθυνους να διαμαρτυρηθείς, πού να φωνάξεις;)
Και ο νεκρός δεν πέθανε την ορισμένη ώρα.
                                                                     Μανόλης Αναγνωστάκης

ΚΕΙΜΕΝΑ ΤΑΚΗΣ ΠΟΛΙΤΗΣ
Παρακολουθώ την κυβέρνηση (τηλεοπτικού τύπου) με κυβερνητικό έργο τα τηλεοπτικά σποτ. 
Την χοντρή που έκανε μάσκα το πάπλωμα και τον μαλάκα που παριστάνει τον Πόντιο Πιλάτο 
και τα παίρνει χοντρά.  
Πλήθος μισθοφόροι και εγκάθετοι στα ΜΜΕ, μπάτσοι, πυροσβέστες και λιμενικοί, καταδότες 
και ρουφιάνοι.
Έλλειψη δημοκρατίας, τρομολαγνία, ασυναρτησία και ψέμα.
Το νεκροπούλι και ο χλαπάτσας βγαίνουν μέρα παρά μέρα να μας ενημερώσουν πόσοι 
είναι οι νεκροί και πόσοι οι διασωληνωμένοι  και το βλέμμα της συναγρίδας βγάζει  
διαγγέλματα κάθε Δευτέρα.
Βρισκόμαστε λίγο πριν από μια τουριστική ατραξιόν που «ανοίγουμε τα μπούτια και μας παίρνουνε»…
Από τους μιναρέδες ακούγεται ο ύμνος της Γ΄ Διεθνούς.

Εμπρός της γης οι κολασμένοι
της πείνας σκλάβοι εμπρός εμπρός
Το δίκιο από τον κρατήρα βγαίνει
σαν βροντή σαν κεραυνός.

Φτάνουν πια της σκλαβιάς τα χρόνια
όλοι εμείς οι ταπεινοί της γης
που ζούμε μες την καταφρόνια
θα γίνουμε το παν εμείς.

Στον αγώνα ενωμένοι
κι ας μη λείψει κανείς
Ω!  Νάτη, μας προσμένει
στον κόσμο η Διεθνής!

Δεν ξέρω αν θα το άντεχε ο Αμβρόσιος να ακουστεί από τα μεγάφωνα της Φανερωμένης, 
αλλά καιρός του είναι να τον κλείσουν σε κανένα γηροκομείο και να σκηνοθετεί μικρά 
θεατρικά σκετσάκια.
Οι γιαλατζί κομμουνιστές κάνανε τις γυμναστικές τους επιδείξεις πριν καν ανοίξουν τα σχολεία. Πήραν τις κορδελίτσες τους και τις σημαιούλες τους, φόρεσαν τα σορτσάκια τους, τις φανελίτσες τους και τις τραγιάσκες τους και κάνανε «Λα λα όλα, λα λα Λόλα»
Ο Μπακογιάννης για να ομορφύνει τη μέρα αμόλησε την Πρωτοψάλτη με φορτηγό και τα σιντριβάνια. Οι νοσηλευτές δεν πληρωνόντουσαν τις υπερωρίες και το πλήθος των ανέργων απολάμβανε το υπερθέαμα «Λα λα όλα, λα λα Λόλα»

Κι ένα πρωί σε μια γωνιά στην Κοκκινιά
είδα το μπόγια το ληστή και το φονιά

Το αεροπλάνο έπεσε και διασώθηκαν οι διασώστες.
Οι εμμονικοί καθηγητές Πανεπιστήμιου και μέλη της επιτροπής «Ελλάδα 2021» οπαδοί του Αδαμάντιου Κοραή, «την είδαν στραβά» με τον Καποδίστρια και τον κατηγόρησαν για δικτάτορα για να καταλήξουν στο ότι ο σημαντικότερος διαμορφωτής στη σύγχρονη ελληνική ιστορία ήταν 
ο Κωνσταντίνος Μητσοτάκης και πως από εκεί ξεκίνησε η μεγάλη δυναστεία με την επωνυμία  
«Το ώριμο βλέμμα της συναγρίδας».





Σάββατο 18 Απριλίου 2020

ΚΑΛΟ ΤΑΞΙΔΙ ΝΟΤΙΕ!


               ΚΑΛΟ ΤΑΞΙΔΙ ΝΟΤΙΕ!
ΚΕΙΜΕΝΑ ΤΑΚΗΣ ΠΟΛΙΤΗΣ
Το νεκροπούλι μετρούσε τους νεκρούς.
Η άνοιξη είχε έρθει γιατί τα χελιδόνια φάνηκαν στο πίσω μπαλκόνι.
Οι γέροι στα γηροκομεία και στα νοσοκομεία δεν προσμετρούνται στους νεκρούς
γιατί δεν είχαν κάνει το τεστ.
Μόνο ο κομμουνισμός θα μας έσωνε από τον κορονοϊό.
Ο πατερούλης θα έκλεινε τις εκκλησίες.
Απ’ τους κομμουνιστές ποιος θα μας έσωνε;
Ψάχνω να βρω τη μάσκα του Ζορό. Ποιος μου την πήρε;
Ένα ξεβράκωτο καθεστώς καλύπτεται από τα εξαγορασμένα ΜΜΕ και από τα αυταρχικά μέτρα για να μη φανεί ο κώλος του.
Πώς μπορείς έναν υγιή να τον κάνεις να συμπεριφέρεται σαν άρρωστος;
Είναι απλό. ΦΥΛΑΚΙΖΟΝΤΑΣ ΤΟΝ.
Κι εκείνοι οι γιαλατζί κομμουνιστές…
Θεέ μου ’σχώρα με…

Ένα μονοπάτι ηλιόλουστο τραβάει μέσα απ’ τις μουριές
είμαι στο παράθυρο του νοσοκομείου
Δε νιώθω τη μυρουδιά των γιατρικών
Κάπου πρέπει ν’ ανθίζουν τα γαρούφαλα
Δε νιώθω τη μυρωδιά των γιατρικών

Το ζήτημα δεν είναι να είσαι αιχμάλωτος
Το να μην παραδίνεσαι.
A
υτό είναι

Μια γενιά δύναμης, ήθους και αντίστασης. Χθες έφυγε…
Κομμουνιστής, ταξιδιώτης, ποιητής. Από τη Χιλή στην Αργεντινή, στην Ουρουγουάη, 
στο Περού, στο Εκουαδόρ, στην Κολομβία,  στη Βραζιλία, με τους ινδιάνους Σουάρ 
στον Αμαζόνιο, αντάρτης στη Νικαράγουα, δημοσιογράφος στη Αγκόλα,  στο Ελ Σαλβαδόρ, 
στη Μοζαμβίκη, στην Παραγουάη, στο Παρίσι, στο Αμβούργο, στη Μαδρίτη.

Σαρακηνοί και Βενετσάνοι
πιάνουν και δένουν στο κατάρτι
ελόγου μου τον καπετάν Γιάννη
το παλληκάρι τον αντάρτη
τον άντρακλα τον πελαγίσιο

Καλό ταξίδι Νότιε!

«Γράφω γιατί πιστεύω στη μάχιμη δύναμη των λέξεων»

Ο Ζορμπάς έφτασε μ' ένα σάλτο στο προστατευτικό κιγκλίδωμα του καμπαναριού.
Από κάτω, τ' αυτοκίνητα έμοιαζαν σαν έντομα με μάτια αστραφτερά.
Ο άνθρωπος κρατούσε το γλάρο στην αγκαλιά του.
«Όχι! φοβάμαι! Ζορμπά! Ζορμπά!»  έκρωζε η Καλότυχη, τσιμπώντας τα χέρια του ανθρώπου.
«Περίμενε» νιαούρισε ο Ζορμπάς. «Ασ' την πάνω στο κάγκελο».
«Δεν είχα στο νου μου να την πετάξω» είπε ο άνθρωπος.
«Θα πετάξεις, Καλότυχη» νιαούρισε ο Ζορμπάς.
«Πάρε μια βαθιά εισπνοή. Μύρισε τη βροχή. Η βροχή είναι νερό.
 Στη ζωή σου θα συναντήσεις πολλούς λόγους για να είσαι ευτυχισμένη –
ένας από αυτούς λέγεται νερό, ένας άλλος, άνεμος, κι ένας άλλος, ήλιος, κι αυτός
ο ήλιος εμφανίζεται πάντα σαν αντιστάθμισμα μετά τη βροχή.
Μύρισε τη βροχή. Άνοιξε τα φτερά».
Η γλαροπούλα άπλωσε τις φτερούγες της. Οι προβολείς την έλουζαν στο φως,κι η βροχή 
τής έλουζε με πέρλες τα φτερά.
Ο άνθρωπος κι ο γάτος την είδαν να υψώνει το κεφάλι με τα μάτια κλειστά.
«Η βροχή! Το νερό!» έκρωξε. «Μ' αρέσει!»
«Τώρα θα πετάξεις» νιαούρισε ο Ζορμπάς.
«Σ' αγαπώ. Είσαι ένας θαυμάσιος γάτος» έκρωξε η Καλότυχη, πλησιάζοντας την άκρη του κάγκελου.
«Τώρα θα πετάξεις» νιαούρισε ο Ζορμπάς. «Όλος ο ουρανός θα ’ναι δικός σου».
«Δε θα σε ξεχάσω ποτέ....»
«Πέτα!» νιαούρισε ο Ζορμπάς
«Πετάω, Ζορμπά! Μπορώ και πετάω!» έκρωξε τρισευτυχισμένη από την απεραντοσύνη του γκρίζου ουρανού.
Ο άνθρωπος χάιδεψε το σβέρκο του γάτου.
«Εντάξει, γάτε. Τα καταφέραμε» είπε αναστενάζοντας.
«Ναι» νιαούρισε ο Ζορμπάς. « Στο χείλος του γκρεμού κατάλαβα το πιο σημαντικό».
«Α, ναι; Και τι είναι πιο σημαντικό;» ρώτησε ο άνθρωπος.
«Πετάει μόνο αυτός που τολμάει να πετάξει» νιαούρισε ο Ζορμπάς.

Καμιά φορά, σε κάποια αυλή, έτρεχαν πίσω από ένα τόπι, τάχα σπουδαίοι μπαλαδόροι, κι όταν έβαζαν γκολ το υπέγραφαν φωνάζοντας  τ’ όνομά τους, την ίδια ώρα που κάποιοι άλλοι είχαν αποφασίσει πως δεν υπάρχει τίποτα καλύτερο απ’ το να ζεις στην ανωνυμία.
Αυτοί που μας λείπουν, μαγείρευαν τα σαββατοκύριακα, οδηγούσαν λεωφορείο, σπούδαζαν κοινωνιολογία, νομικά ή γεωπονία, έγραφαν μυθιστορήματα, ήταν ηθοποιοί, ποιητές ή πυγμάχοι, ήταν γιατροί σε κάτι άθλιες κλινικές, μάθαιναν ένα ένα τα πάρκα της πόλης, μέσα στα οποία αντάλλασσαν ρούχα, δίσκους, βιβλία και εμπιστοσύνη. 

Όταν τους έπιασαν, όταν άρχισαν να μας λείπουν, οι μάρτυρες που δεν είχαν δει τίποτα, ψιθύρισαν: «Κάτι θα ’χουν κάνει για να τους πιάσουν έτσι», κι είχαν δίκιο, γιατί δεν έκαναν απλώς κάτι αλλά πολλά: ονειρεύτηκαν πως μπορεί να ζήσει κανείς όρθιος, ονειρεύτηκαν πως η μοίρα του ανθρώπου δεν μπορεί να είναι πάντα κάτεργο, ονειρεύτηκαν πως μπορεί να γίνουν ευτυχισμένοι 
όλοι οι άνθρωποι, ονειρεύτηκαν να θεσπίσουν έναν δίκαιο νόμο, μπροστά στον οποίο είμαστε όλοι ίσοι. Και τόλμησαν να θελήσουν να πραγματώσουν τα όνειρά τους, γιατί αυτοί που μας λείπουν, χωρίς τυμπανοκρουσίες ή ματαιοδοξίες, άγγιξαν την υπέρτατη διάσταση στην οποία μπορεί να φτάσει ένας άνθρωπος, και γι’ αυτό ακριβώς μας λείπουν: γιατί ήταν επαναστάτες. 
Ανδρώθηκαν τη χειρότερη εποχή κι έκαναν ό,τι μπορούσαν για να την κάνουν να είναι 
η καλύτερη.
Ανακάλυψαν ότι η Ιστορία ήταν μία απάτη, κι έγιναν σοφοί για να την ξαναγράψουν με την καλλιγραφία της αξιοπρέπειας. Ήταν προορισμένοι να θριαμβεύσουν, και προτίμησαν να είναι μοναχικοί. 
Πέταξαν από πάνω τους το πετσί της πατρίδας κι έγιναν μέλη της μεγάλης ανθρώπινης οικογένειας. 
Αυτοί που μας λείπουν, δεν έχουν αγάλματα στα πάρκα, αλλά ζουν ακέραιοι στη μνήμη μας.
 Είχαν μακριά μαλλιά, φορούσαν παντελόνια «καμπάνα», γερά παπούτσια για μεγάλες πορείες και μάλλινα πουλόβερ για τις νύχτες δράσης και προπαγάνδας, κάπνιζαν βαριά τσιγάρα, έπιναν κόκκινο κρασί, τραγουδούσαν τραγούδια του Λέο Δαν και των Ιρακούντος, οι άνδρες αγαπούσαν -δίκην κοινού μυστικού- την Τζάνις Τσόπλιν και οι γυναίκες ανακήρυσσαν τον Σάντρο ως το πιο αρσενικό των αρσενικών.
Κάπου κάπου κάπνιζαν κανένα πουράκι, κάπου κάπου τους καιγόταν το ψητό. 
Μιλούσαν για τα πάντα για να ανακαλύψουν ξανά την αξία των λέξεων,
κι όταν άρχισαν να μας λείπουν, η σιωπή τους μπροστά στους δήμιους ήταν τα λόγια τους που μας κληροδότησαν.  
Από αυτούς τους ανθρώπους μας έχουν μείνει κάποιες φωτογραφίες που δεν θέλουν να είναι αντικείμενα μιας θρηνωδίας. 
Αυτό που θέλουν, είναι να τις πάει κανείς στην αυλή του σπιτιού, κι εκεί, τη στιγμή που κάποιος
 ή κάποια πει: «Τι λέτε; Πίνουμε κάνα μάτε;» και τα βλέμματα αρχίσουν να ψάχνονται μέσα στη γλυκιά και σιωπηρή συνεννόηση των δικαίων, εκείνες κι εκείνοι, αυτοί που τόσο μας λείπουν, 
θα βγουν  απ’ την εικόνα τους και θα υψωθούν στην υπέρτερη των συνωμοσιών, στη θεμελιώδη συνομωσία κατά του ψεύδους που επιχειρεί να διαγράψει το παρελθόν με χρηματισμούς.
Ας μάθουμε να ζούμε μ’ αυτούς που μας λείπουν, επειδή αποτελούν κομμάτι μας, επειδή ξέρουμε γιατί μας λείπουν, κι επειδή την απουσία τους την αναπληρώνουμε με καμάρι.

 Ο Χιλιανός συγγραφέας Λουίς Σεπούλβεδα, ο οποίος είχε φυλακιστεί και κατόπιν εξοριστεί από τη δικτατορία του Αουγκούστο Πινοτσέτ για την αντιδικατορική του δράση, πέθανε σε ηλικία 70 ετών στην Ισπανία από την Covid-19, ανακοίνωσε σήμερα ο εκδοτικός οίκος του. Ο Σεπούλβεδα νοσηλευόταν σε νοσοκομείο του Οβιέδο.
Γεννήθηκε στο Οβάγιε της επαρχίας Λιμαρί, στη βόρεια Χιλή. Σπούδασε θεατρική σκηνοθεσία 
στο Εθνικό Πανεπιστήμιο της Χιλής. Διατέλεσε ηγέτης του φοιτητικού κινήματος τα χρόνια των σπουδών του. Καταξιωμένος συγγραφέας (ποιητής, πεζογράφος, δραματουργός), αλλά ασχολήθηκε και με τη δημοσιογραφία. Υπήρξε μέλος της προσωπικής φρουράς του Σαλβαδόρ Αλιέντε.
Ταξίδεψε σ’ όλον τον κόσμο και του απονεμήθηκαν τα μεγαλύτερα λογοτεχνικά βραβεία. 
Όλα του τα βιβλία κυκλοφορούν στα ελληνικά από τις εκδόσεις opera: Ένας γέρος που διάβαζε ιστορίες αγάπης (1993), Ο κόσμος του τέλους του κόσμου (1994), Patagonia express (1996), 
Η ιστορία του γάτου που έμαθε σ’ ένα γλάρο να πετάει (1997), Το ημερολόγιο ενός ευαίσθητου killer (1997), Hot Line (1998), Αν δεν έχεις πού να κλάψεις (1998), Χρονικά του περιθωρίου (2000), 
Η τρέλα του Πινοτσέτ (2003), Σημειώσεις εν καιρώ πολέμου (2004), Τα χειρότερα παραμύθια των αδελφών Γκριμ (2006), To λυχνάρι του Αλαντίν (2009), Η σκιά του εαυτού μας (2009), Ιστορίες από δω κι από κει (2011), Τελευταία νέα από το νότο (2012), H ιστορία του Μιξ, του Μαξ και του Μεξ (2013), Η ιστορία ενός σαλιγκαριού που ανακάλυψε τη σημασία της βραδύτητας (2014), Η ιστορία ενός σκύλου που τον έλεγαν Πιστό (2016), Το τέλος της ιστορίας (2017).










Σάββατο 21 Μαρτίου 2020

ΕΠΙΚΑΙΡΟΤΗΤΑ


            ΕΠΙΚΑΙΡΟΤΗΤΑ
                                          
       Γύρισαν πίσω τα μυαλά ελαφρώς μολυσμένα
Αιτήσεις επαναπατρισμού και καραντίνα
Τα φέρετρα περιμένουν τη σειρά τους στοιχισμένα
Στους σιδηρόδρομους της Πολιτισμένης Ευρώπης
Βιολιά και βιολοντσέλα στις ταράτσες
Η νυχτερίδα κατουράει τα γουρούνια στα σύγχρονα χοιροστάσια
Οι Κινέζοι στέλνουν δωρεάν μάσκες με σφυροδρέπανα
Κι ο αγιασμός φουλάρισε με βότκα, τζιν και ουίσκι
Ο Ιωάννης βρήκε βήμα ξανά και απαγγέλει την αποκάλυψη
Και οι μουσουλμάνοι χοροπηδάνε δαιμονισμένοι στα σύνορα του Έβρου
Υπομονή…
Θα πουλήσουμε πάλι καλαμαράκια και πατάτες τηγανητές στους τουρίστες!

                                                                                                                      21-3-2020
      ΤΑΚΗΣ ΠΟΛΙΤΗΣ