Τετάρτη 8 Φεβρουαρίου 2023

ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ ΠΑΠΑΔΙΑΜΑΝΤΗΣ

 

  ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ ΠΑΠΑΔΙΑΜΑΝΤΗΣ




Μάνα μου,
εγώ είμαι τ’ άμοιρο
το σκοτεινό τρυγόνι
όπου το δέρνει ο άνεμος
βροχή που το πληγώνει…
Το δόλιο όπου κι αν στραφεί
απ’ όπου κι αν περάσει
δε βρίσκει πέτρα να σταθεί
κλωνάρι να πλαγιάσει…
Εγώ βαρκούλα μοναχή
βαρκούλα αποδαρμένη
μέσα σε πέλαγο ανοιχτό
σε θάλασσα αφρισμένη…
Παλεύω με τα κύματα
χωρίς πανί, τιμόνι
κι άλλη δεν έχω άγκυρα
πλην την ευχή σου μόνη…


ΕΠΙΜΕΛΕΙΑ ΚΕΙΜΕΝΩΝ ΤΑΚΗΣ ΠΟΛΙΤΗΣ
Με ευκαιρία τα εκατό χρόνια από το θάνατο του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη, του μεγάλου συγγραφέα, του ποιητή, του λόγιου, του δάσκαλου, του λιτού, του αγνού, του ηθικού, του πάντα επίκαιρου, κάνω μια απόπειρα όχι για να παρουσιάσω το έργο του μπαρμπα-Αλέξανδρου, αλλά πιο πολύ τη στάση ζωής ενός σεμνού και ντροπαλού ανθρώπου που δεν τον ενδιέφεραν τα υλικά αγαθά αλλά η ανάδειξη του ήθους, της αγνότητας της ψυχής, της τέχνης και του πνεύματος.
O Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης υπήρξε μια τραγική προσωπικότητα της νεότερης Ελλάδας με τόσο πολλές όψεις, που ακόμη τον ανακαλύπτουμε. Έζησε μόνος, απένταρος, πιστός στην τέχνη, αδιάφορος για τα χρήματα και την κοινωνική ένταξη. Μοίρασε τη ζωή του ανάμεσα στα καπηλειά και στις εκκλησίες, σχεδόν ρακένδυτος, υπήρξε πάντα ένας αποσυνάγωγος τεχνίτης της γλώσσας και της αφήγησης. Ένας Έλληνας μποέμ.
Γεννήθηκε στις 4 Μαρτίου 1851 σε ένα νησί που φημίζεται για τη φυσική καλλονή του και τους ψαράδες του, τη Σκιάθο. Ήταν το τέταρτο παιδί του ζεύγους Αδαμάντιου και Γκιουλιώς (Αγγελικής) Εμμανουήλ. Το επώνυμο Παπαδιαμάντης προέρχεται από το όνομα του πατέρα του που ήταν και παπάς.
Τα παιδικά του χρόνια ήταν ανέμελα στο νησί και θα τα ανακαλέσει πολλές φορές νοσταλγικά στα κείμενά του. Ως το 1860 φοίτησε στο δημοτικό σχολείο Σκιάθου, όπου έμαθε τα βασικά -ανάγνωση, γραφή, μαθηματικά. Του άρεσε όμως, από ό,τι λένε, πιο πολύ να ζωγραφίζει. Στα παιχνίδια του είχε συντροφιά ανάμεσα στους άλλους τον ξάδελφό του, μετέπειτα καλό συγγραφέα Αλέξανδρο Μωραϊτίδη και τον Νικόλαο Διανέλλο, μετέπειτα μοναχό Νήφωνα, ο οποίος θα είναι για χρόνια ο «κολλητός» του. Θα πάνε μαζί στο Άγιον Όρος, θα κατοικήσουν (μέχρι παρεξηγήσεως) για λίγο στο ίδιο διαμέρισμα, ώσπου ο Νήφωνας να παντρευτεί και να φύγει για να μείνει στο Χαρβάτι.
Ο πατέρας του θα τον στείλει στην Αθήνα για να σπουδάσει Θεολογία, αλλά αυτός θα κάνει στροφή την τελευταία στιγμή και θα γραφτεί στη Φιλοσοφική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών.
Θα απογοητευθεί γρήγορα από το στείρο κλίμα και θα τα παρατήσει. Μελετά μόνος του αγγλικά και γαλλικά και παραδίδει μαθήματα. Φυτοζωεί κυριολεκτικά.
Το 1878 γνωρίζεται με τον εκδότη της «Ακρόπολης» Βλάση Γαβριηλίδη που θα τον παρακινήσει να δημοσιεύσει το πρώτο του μυθιστόρημα με τίτλο «Η μετανάστις» στην εφημερίδα «Νεολόγος» Κωνσταντινουπόλεως. Θα ακολουθήσει το 1882 το δεύτερο μυθιστόρημά του με τίτλο «Οι έμποροι των εθνών» δημοσιευμένο στο «Μη χάνεσαι». Δημοσιεύει συνεχώς, γίνεται πια γνωστός στους λογοτεχνικούς κύκλους, αν και αποφεύγει να συγχρωτίζεται με αυτούς. Όσο ζούσε δεν είδε ποτέ δημοσιευμένο δικό του βιβλίο, αλλά αυτό δεν εμπόδισε το έργο του να αποτελεί τη βασικότερη παρακαταθήκη για τους Έλληνες πεζογράφους: Δ. Χατζής, Γ. Ιωάννου, Αλ. Κοτζιάς, Χρ. Μηλιώνης, Η. Χ. Παπαδημητρακόπουλος, Θ. Βαλτινός, Μένης Κουμανταρέας κ.α.
Είναι μια γραφική φιγούρα της Αθήνας. Ο συγκαιρινός του Μιλτιάδης Μαλακάσης τον περιγράφει ως «μια σιλουέτα με ακατάστατα γενάκια, απεριποίητη περιβολή, λασπωμένα ή κατασκονισμένα υποδήματα, ξεθωριασμένο ημίψηλο, με μια παπαδίστικη κάννα με ασημένια λαβή, μαύρο κορδόνι γύρω από μια ασιδέρωτη λουρίδα, ένα είδος κολάρου, συγκρατώντας με τα χέρια του ένα πανωφόρι που του έπεφτε λίγο μεγάλο», το οποίο ήταν γνωστό ότι του το είχε στείλει από το Λονδίνο ο Αλέξανδρος Πάλλης. Ο Δ. Χατζόπουλος τον χαρακτηρίζει ιδιόρρυθμο, εκκεντρικό, μποέμ, άνθρωπο των καπηλειών και των τρωγλών, και τον παρομοιάζει με τον φιλόσοφο Μένιππο, τον πνευματώδη Λουκιανό, τον παρατηρητικό Ντίκενς, τον ψυχολόγο Τουργκένιεφ. Ο ίδιος όταν το μάθει θα πει: «Δεν μοιάζω με κανέναν, είμαι ο εαυτός μου».Συχνάζει στο μπακάλικο του Καχριμάνη στου Ψυρρή, αλλά και στη μικρή εκκλησία του Αγίου Ελισαίου, όπου ψάλλει μαζί με τον ξάδελφό του Αλέξανδρο Μωραΐτίδη.
Το 1906 αρχίζει να συχνάζει στη Δεξαμενή Κολωνακίου. Κάθεται στο πιο φτηνό από τα δύο καφενεία, αυτό του Μπαρμπα-Γιάννη, όπου ο καφές είχε μία δεκάρα. Αγοραφοβικός, μακριά από όλους τους πελάτες, σταύρωνε τα χέρια στο στήθος, έγερνε το κεφάλι και ονειροπολούσε. Εκεί τον φωτογράφισε ο Παύλος Νιρβάνας, σε αυτή τη φωτογραφία που τον έχουμε ως σήμερα.
Γράφει και μεταφράζει συνέχεια για να μπορεί να ζει. Το 1909 θα γυρίσει στο νησί του. Θα αρρωστήσει και θα πεθάνει το βράδυ της 2ας προς 3η Ιανουαρίου 1911.
Έζησε μοναχικός, ανέραστος, πάσχων.

Τρίτη 7 Φεβρουαρίου 2023

ΕΛΑ...ΑΛΕΚΟ!

 

          ΕΛΑ… ΑΛΕΚΟ!



Βαρέθηκα τη μίζερή μου φύση
κανένας πια δε λέει να ξεκουνήσει
κανένας πια δε λέει να ξεκουνήσει
αναμφιβόλως
δε με χωράει ο τόπος ρε παιδιά.

Βαρέθηκα τα ίδια και τα ίδια,
τα δάκρυα να κάνω μπιχλιμπίδια,
τα λόγια, μοναχά, μας απομείναν κι οι θεωρίες
στην πράξη μας χαλάνε οι θεσμοί.

Βαρέθηκα να λέω πως θα αλλάξει
το σύστημα μας έχει επιτάξει
απόκληρα απομείναμε πουλάκια
κυνηγημένα
με ξεπουπουλιασμένα τα φτερά

Βαρέθηκα κι αυτό το μονοπάτι
ακόμα και σαν βρω κάνα κομμάτι
πώς είναι δυνατό να μαστουριάζεις
εξήγησέ μου
άμα σου περιφράξαν την καρδιά.

Συνέχεια μου έρχεσαι από πίσω
δεν έχω πια το σάλιο να σε φτύσω
πώς γίνεται στον ένα παλαβιάρη
εξήγησέ μου
κουτόχορτο χιλιάδες να βοσκάν.
Πώς γίνεται στον κάθε παλαβιάρη
κουτόχορτο χιλιάδες να βοσκάν.

                      ΝΙΚΟΛΑΣ ΑΣΙΜΟΣ


ΚΕΙΜΕΝΑ ΤΑΚΗΣ ΠΟΛΙΤΗΣ
Είμαι ο Αλέκος και παίρνω από άσυλο. Στέλνω την καλημέρα μου στον πρόεδρο της Δημοκρατίας, στον πρωθυπουργό, στον Κωνσταντίνο Μητσοτάκη και στον θεράποντα γιατρό μου.
-Μα καλά… αυτός δεν πέθανε;
Η φιλαρμονική βάραγε τον ύμνο της 4ης Αυγούστου αλαφριά διασκευασμένο.
Τα βλαχαδερά στους επισήμους τεντωνόντουσαν με καμάρι.
-Πίσω βλάχοι … στα χωριά σας…
Οι Τούρκοι μπήκαν, σκότωσαν και έφυγαν.
Η κοινή γνώμη δεν ξέρει τι της γίνεται και οι υπερδυνάμεις ποντάρουν στον θάνατο.
Οι μετανάστες εξακολουθούν να πνίγονται στη θάλασσα και να βασανίζονται στη στεριά.

-Η κοινή γνώμη μια κοινή μια πόρνη
Μια παλιοπουτάνα θλιβερή


Ο πληθυσμός των ανάδελφων μειώνεται συνεχώς και νέα ήθη θα καθιερωθούν στην σύγχρονη Ελλάδα.
Ξάφνου μια θεατρική ομάδα βραχυκυκλώνει, ξεκουρδίζεται μέσα στην αρμονική παρέλαση
της 28ης Οκτωβρίου, χάνει τον βηματισμό της και κάνει άναρχες και απείθαρχες φιγούρες.

-Τα μπούτια σου Μαρία
σκοπιά καψιμί αγγαρεία

Και σας, τι σας πείραξε υποκριτές;
Ότι η γη γυρίζει;
Όσοι πήγαν να σας σώσουν, τους σταυρώσατε.
Καταραμένε… όχλε που θες να έχεις και άποψη.
Ο ύμνος της 4ης Αύγουστου δεν σας πείραξε;
Το ότι τρώει ο κόσμος απ’ τα σκουπίδια δεν σας πείραξε;
Το ότι μεταμορφωθήκατε σε ρινόκερους δεν σας πείραξε;
Η εγκληματικότητα των ανήλικων δεν σας πείραξε;
Θλιβερέ και άχαρε όχλε. Ο Joker σε πείραξε.

-Σκληρός, άκαρδος κόσμος,
που δεν άνοιξε ποτέ μιαν ομπρέλα
πάνω απ’ το δέντρο που βρέχεται.

Είχα τα νεύρα μου για αυτό που είδα όμως η επιστολή των κοριτσιών στις εφημερίδες
με έκανε να χαμογελάσω…
«Στρατιωτάκια ακούνητα, μέρα ή νύχτα;
Στρατιωτάκια ακούρδιστα, μέρα ή νύχτα;
Πώς στα παιδικά παιχνίδια εμπλέκονται οι αρχηγοί, οι στρατοί και τα στρατιωτάκια τους;
Στρατοί που κάνουν πολέμους, βομβαρδισμούς, επεμβάσεις.
Και εμείς επέμβαση εκτάκτου ανάγκης κάναμε αλλά χωρίς την παραμικρή άσκηση βίας.
Καλλιτεχνική επέμβαση, κάτι σαν παιχνίδι.
Υπήρξαμε για λίγο στρατιωτάκια που αρχίζουν να ξεκουρδίζονται, να βραχυκυκλώνουν
απέναντι στις διαταγές, τα παραγγέλματα, τα εμβατήρια. ίσως γιατί πλέον δεν μας πείθουν οι ιδέες που ενσαρκώνονται σε όλα αυτά.
Τι κοινό μπορεί να ’χει ο μιλιταρισμός με την ελευθερία;
Τι σχέση μπορεί να ’χει η υπεράσπιση της ελευθερίας ενός λαού με τον πατριωτισμό που διδασκόμαστε από μικρά παιδιά; Στα σχολεία, στις παρελάσεις, παντού.
Ο πόλεμος του ανθρώπου για την ελευθερία του δεν είναι έπος ούτε τραγωδία.
Είναι η ίδια η ζωή εν κινήσει. Κίνηση που δεν μπορεί να ελεγχθεί και να μπει σε καλούπια.
Γι' αυτό και εμείς μπήκαμε στην παρέλαση ακαλούπωτοι...
Υπό την πνευματική μπαγκέτα του μεγάλου στρατάρχη της αγγλικής κωμωδίας,
John Cleese και όσων μας έχουν διδάξει οι Monty Python. Με το δικό μας silly walk και ρυθμό.
Στα μάτια των επισήμων και πολλών θεατών, είδαμε την περιέργεια, την έκπληξη αλλά και την υποτίμηση. Άλλοι μας γιούχαραν, άλλοι μας πέρασαν για «προβληματικά παιδιά».
Αυτά ακριβώς είναι τα όρια του πατριωτισμού τους.

Η πατρίδα των κανονικών, των προβλέψιμων, των άριστων.
Εμείς ήρθαμε από άλλες πατρίδες. Τις πατρίδες των περιττών, των απρόβλεπτων,των ζωντανών. Εις οιωνός άριστος αμύνεσθαι περί ελευθερίας, λοιπόν.

Πέμπτη 26 Ιανουαρίου 2023

ΜΕΝΕΛΑΟΣ ΛΟΥΝΤΕΜΗΣ



       ΜΕΝΕΛΑΟΣ ΛΟΥΝΤΕΜΗΣ





ΕΠΙΛΟΓΗ ΚΕΙΜΕΝΩΝ ΤΑΚΗΣ ΠΟΛΙΤΗΣ
Ο Μενέλαος Λουντέμης δεν υπέγραψε ποτέ δήλωση μετανοίας κουβαλώντας τον σταυρό του μαρτυρίου του μέχρι τέλους. Ζώντας στο κολαστήριο της Μακρονήσου και βιώνοντας στο πετσί του τα βασανιστήρια, τους εξευτελισμούς και τις ταπεινώσεις έπειτα από χρόνια, αυτοεξόριστος ήδη στη Ρουμανία, θα καταθέσει τον αγώνα και τις εμπειρίες του στο αυτοβιογραφικό μυθιστόρημα «Οι Ήρωες κοιμούνται ανήσυχα» (Σαρκοφάγοι ΙΙ), ιδιαίτερα όμως στο συγκλονιστικό«Οδός Αβύσσου, αριθμός 0».Γράφει και αρκετά ποιήματα. Ανάμεσά τους ξεχωρίζει το «Είμαι καλά».Αφορμή της έμπνευσής του είναι οι απαγορεύσεις της λογοκρισίας από τη διοίκηση του στρατοπέδου, αφού σ’ αυτόν τον τόπο του μαρτυρίου οι διαταγές σχετικά με την αλληλογραφία επέβαλαν να γράφονται μόνον «ολίγαι λέξεις υπό την έννοιαν ότι ο αποστολεύς υγιαίνει».Ο Φώτης Σιούμπουρας, μάλιστα, στο βιβλίο του «Ο δικός μας Μενέλαος Λουντέμης», υποστηρίζει γι’ αυτό το ποίημα πως ο συγγραφέας, σε μία έκρηξη καρδιάς και ψυχής κάθισε κι έγραψε στη Μακρόνησο επιστολή προς τη Μάνα. Δεν την έστειλε στη μάνα του, μα στη μητέρα του συνεξόριστου Μάνου Κατράκη, την οποία αποκαλούσε ηρωίδα και λάτρευε Μίκης Θεοδωράκης

Είμαι καλά
Είμαι καλά, Μητερούλα… αυγή μου…
Σπεύδω να καλοπιάσω τον φόβο σου. Είμαι καλά.
Κάθομαι κάτω απ’ τον ίσκιο της λύπης μου,
κι αφήνω την πένα μου να κλάψει… Μάνα…
Τρεμούλα των χεριών…
Χρόνια που ξεφεύγετε απ’ την μπόλια…
Στεναγμέ που μετράς τον μισεμό μου…
Είμαι καλά.
Πρώτον, Σεβαστή μου…´
Πρώτον έρχομαι να ερωτήσω… Και δεν ρωτώ τίποτα.
Εδώ δεν ρωτούν. Όλοι είναι καλά…´
Κι ας ανεμίζονται οι κρεμάλες πάνω απ’ τα κεφάλια τους.
Κι ας τρώει τα πόδια τους η ύαινα, η πίσσα.
Είμαι καλά.
Πρώτον, Μητερούλα… Υγείαν έχω
Και το στήθος μού φωνάζει σαν πρόβατο βραχνό.
Κι ο ραβδιστής μετράει την ώρα στα πλευρά μου.
Πρώτον, Μητερούλα… Μα συγχώρα με και σήμερα.
Συγχώρα με και σήμερα που δεν θα μάθεις την αλήθεια.
Η αλήθεια γέρασε και δεν ταξιδεύει.
Δεν περνά τη θάλασσα.
Η αλήθεια, Μανούλα, είναι βόλι. Και δεν θα την πω.
Είμαι καλά.
Σήμερα κλείνω τα χίλια γράμματα. Μα ξέρω…
Πως έχεις χρόνους να πάρεις μήνυμά μου.
Μα συχώρα με. Συχώρα με, Μητέρα.
Για τα χίλια μονότονα Είμαι καλά
Τα χίλια μονότονα ψέματά μου.
Πήρα ξανά για να σου γράψω.
Έχω την κάρτα μου στα γόνατα.
Και τη χαϊδεύω σαν περίλυπο πουλί!
Το χέρι πια το γράφει μοναχό του
το μικρό, πικρό του, μάθημα:
Είμαι καλά.
Ξέρω, αχ, Μητερούλα…
Ξέρω πως σου στέλνω κάθε μέρα
την ταχτική δόση της πίκρας μου. Ξέρω
πως τη χαϊδεύεις τούτη την ψευτιά μου…
Πως τη ραίνεις με δάκρυα και παραμιλάς. Ξέρω.
Μα δεν κάνει φτερά άλλη λέξη από ’δω…
Είμαι καλά.
Μπορείς, ακριβή μου, να τη διαβάσεις και δίχως φως.
Δεν είναι καν ανάγκη να τη διαβάσεις.
Φτάνει μόνο να ’ρθει, να ακουστεί στην εξώπορτα…
η φωνή του ταχυδρόμου.
Τότε, Μανούλα, μπορεί και να μην είμαι καλά.
Μα εσύ να πιστέψεις τη γραφή μου
Είμαι καλά.
Είμαι καλά… Αφού μπορώ και σέρνω το μολύβι.
Είμαι καλά… Αφού μπορώ και το ψελλίζω.
Είμαι καλά… Αφού αραδιάζω στο χαρτί,
Είμαι καλά.
Αχ, να μπορούσα να ’χα έναν ουρανό
γεμάτο από ψεύτικα τέτοια πουλιά.
Και να τα ’χυνα στο διάστημα…
Για να ’ρχονται – κι όταν εγώ δεν θ’ ανασαίνω.
Να ’ρχονται και να ραμφίζουν το τζάμι του σπιτιού μας.
(Αυτό που κοιτάζει κατά τη θάλασσα)
Και να κελαηδούμε. Να κελαηδούνε σμήνη τις ψευτιές:
Είμαι καλά.
Μανούλα εσύ… Εσύ που διαβάζεις με τα δάχτυλα.
Εσύ πού μιλάς τη γλώσσα των χεριών…
Ακούμπησε τα χείλη σου στο χαρτί
Έτσι όπως έβρισκες, σαν ήμουν παιδί, τον πυρετό μου…
Και διάβασε πάνω στ’ άγραφο χαρτί
Και διάβασε ολόισια απ’ την καρδιά μου:
Μάνα… Αχ… Μάνα, Μάνα…
Το κορμί που κανάκεψαν τα χέρια σου
έλιωσε σήμερα κάτω απ’ το λιθάρι.
Η φωνή που νανούριζε τον ύπνο σου
βέλαξε κατ’ απ’ το μαχαίρι.
Μα εσύ γέλα, ακριβή μου. Γέλα…
Πες πως ξύπνησες απ’ όνειρο κακό.
Και γέλα να τα διώξεις.
Γέλα, κι εγώ… ησύχασε, Μανούλα.
Είμαι καλά
Σήμερα μου χύσανε το φως μου. Είμαι καλά.
Είμαι καλά. Χτες κόψανε τα νύχια μου.
Τρόμοι μου πήραν τα φρένα μου. Είμαι καλά.
Είμαι καλά. Αύριο θα με σταυρώσουν.
Είμαι καλά. Είμαι καλά. Είμαι καλά…
Είμαι καλά. Κι ας μην έχω πια μυαλό να το σκεφτώ.
Είμαι καλά. Κι ας μην έχω πια μιλιά να το φωνάξω.
Είμαι καλά. Κι ας μην έχω χέρι να το γράψω.
Γι’ αυτό το σκάβω. Το σμιλεύω επιτύμβιο.
Πάνω σ’ αυτόν τον ανεμόδαρτο γκρεμνό.
Σ’ αυτό το τρελό νεκροταφείο
πως όλοι οι νεκροί του είναι καλά

Ο Λουντέμης κατηγορήθηκε για εσχάτη προδοσία, για αντεθνική δράση, κλπ γνωστά της εποχής και μετά από χρόνια εξορίας στην Ικαρία – Μακρόνησο και Αη-Στράτη και ενώ πλέον είναι ετοιμοθάνατος από τις κακουχίες και το ξύλο δικάζεται (1956) για το βιβλίο του «Βουρκωμένες μέρες».Απόσπασμα από τη δίκη:
Ο Θεοτοκάτος (συνήγορος του Λουντέμη) παίρνει από το τραπέζι ένα πανόδετο βιβλίο με γαλάζιο ξεθωριασμένο εξώφυλλο, το ανοίγει και αρχίζει να απαγγέλει, καθαρά και βροντόφωνα για να μπορούν να τον παρακολουθούν όλοι:

Εγώ είμαι ο γκρεμιστής
Γιατί εγώ είμαι κι ο χτίστης
Ο διαλεχτός της άρνησης
Κι ο ακριβογιός της πίστης.
Και θέλει και το γκρέμισμα
Νου και καρδιά και χέρι.

Στου μίσους τα μεσάνυχτα
Τρέμει ενός πόθου αστέρι.
Κι αν είμαι της νυχτιάς βλαστός,
Του χαλασμού πατέρας
Πάντα κοιτάζω προς το φως
Το απόμαυρο της μέρας Του μακρεμένου αγναντευτής
Κι ο κλέφτης κι ο απελάτης
Και με το καριοφύλλι μου
Και με το απελατίκι
Την πολιτεία την κάνω ερμιά,
Γη χέρσα το χωράφι.

Εδώ ο Θεοτοκάτος σταματά, στρέφεται προς το μάρτυρα και λέει:
-Περιμένω ν’ ακούσω τη γνώμη σας γι’ αυτό το κείμενο κύριε μάρτυς.
Ο Καραχάλιος (μάρτυρας, αστυνόμος γενικής ασφαλείας) σωπαίνει. Ύστερα από λίγο λέει:
-Δεν μπορώ να εκφράσω γνώμη μόνο από ένα απόσπασμα.
-Τότε παρακαλώ τον πρόεδρο να μου επιτρέψει να συνεχίσω, λέει ο Θεοτοκάτος. Κάλλιο φυτρώστε αγραγκαθιές
Και κάλλιο ουρλιάστε, λύκοι,
Κάλλιο φουσκώστε ποταμοί, Και κάλλιο ανοίχτε, τάφοι,
Και, δυναμίτη, βρόντηξε
και σιγοστάλαξε αίμα
Παρά σε πύργους άρχοντας
Και σε ναούς το ψέμα.
Των πρωτογέννητων καιρών
Η πλάση με τ’ αγρίμια
Ξανάρχεται. Καλώς να ’ρθη.
Γκρεμίζω την ασχήμια…


Εδώ σταματάει πάλι ο συνήγορος και ξαναρωτάει το μάρτυρα:-Μήπως τώρα κύριε μάρτυς, σχηματίσατε γνώμη;Αντί για απάντηση ο μάρτυρας ρωτά: -Τίνος είναι αυτό το βιβλίο;
-Γιατί κύριε μάρτυς, σας ενδιαφέρει;
-Ναι, με ενδιαφέρει.
-Γιατί σας ενδιαφέρει; Εσείς είπατε προηγουμένως ότι για να σχηματίσετε άποψη για κάποιο έργο δεν σας ενδιαφέρει ο συγγραφέας αλλά το περιεχόμενο και μόνο αυτό.
-Μα ξέρετε κύριε συνήγορε…
Όταν γνωρίζουμε το συγγραφέα, μπορούμε να καταλάβουμε καλύτερα τι λέει.
Λοιπόν, πέστε μου, σας παρακαλώ, τίνος είναι για να μπορέσω να κρίνω και να
εκφέρω γνώμη.
-Δεν θα σας τον πω, γιατί αυτό αντιβαίνει στη συμφωνία που κάναμε πριν λίγο.
Κι ύστερα εσείς μόνος σας είπατε ότι κρίνετε αντικειμενικά ένα λογοτεχνικό
έργο. Το κρίνετε απ’ το περιεχόμενο κι όχι από το συγγραφέα του.
Εδώ επεμβαίνει ο εισαγγελέας
-Τέλος πάντων, κύριε συνήγορε, θα μας τον πείτε καμιά φορά αυτόν το συγγραφέα του κειμένου;
Ο Πρόεδρος Φαρμάκης, που έχει χάσει φαίνεται την υπομονή του, γυρίζει προς
τον εισαγγελέα και λέει:
-Αφήστε κύριε εισαγγελέα.
Κάποιος του ιδίου φυράματος με το Λουντέμη θα είναι κι αυτός.
Ο Θεοτοκάτος ήρεμος άνοιξε το βιβλίο για να συνεχίσει το διάβασμα.
Βλέποντάς τον ο πρόεδρος, τινάχτηκε πάνω σαν να τον σούβλισαν με πυρωμένα σουβλιά και λέει ουρλιάζοντας:
-Κύριε συνήγορε, δεν σας επιτρέπω να συνεχίσετε. Δεν σας επιτρέπω να διαβάζετε ενώπιόν μας τέτοια κείμενα. Αυτό που διαβάσατε δεν είναι ποίημα, είναι λίβελλος εναντίον του έθνους, είναι ένα κείμενο αντεθνικόν, που πρέπει να κατασχεθεί και να καταστραφεί αμέσως, ενώ εκείνος που το ’γραψε, αν δεν έχει καταδικαστεί μέχρι τώρα, πρέπει να καθίσει στο εδώλιο μαζί με τον πελάτη σου, να καταδικαστεί για εσχάτη προδοσία και να κρεμαστεί…
Αυτός δεν είναι Έλλην, είναι προδότης, εχθρός της πατρίδας… είπε ο πρόεδρος και κάθισε. Έτρεμε ολόκληρος από το θυμό του.
-Κύριε πρόεδρε, λέει ο Θεοτοκάτος, ομολογώ πως τέτοιο λαβράκι δεν το περίμενα στα δίχτυα μου. Εγώ αλλού ψάρευα, συμπληρώνει, δείχνοντας τον μάρτυρα κατηγορίας. Το ποίημα που απήγγειλα πριν λίγο ενώπιόν σας και που εσείς το χαρακτηρίσατε λίβελλον εναντίον του έθνους, αντεθνικόν, κλπ, κλπ, είναι απόσπασμα απ’ το γνωστό ποίημα «Ο εκδικητής» που κυκλοφορεί σήμερα στην Ελλάδα ελεύθερα και διαβάζεται από όλους τους Έλληνες. Εκείνος που το ’γραψε και που κατά τη γνώμη σας πρέπει να δικαστεί για προδοσία δεν είναι άλλος από τον εθνικό μας ποιητή Κωστή Παλαμά, που όλο το έθνος τον διαβάζει, τον αγαπά και τον τιμά. Ναι, ο Κωστής Παλαμάς, κύριε πρόεδρε.
Και για να πεισθείτε, καταθέτω το βιβλίο με το γκρίζο εξώφυλλο λέγοντας:
-Όσο προδότης είναι, κύριε πρόεδρε, ο εθνικός μας ποιητής, άλλο τόσο είναι
προδότης κι ο Λουντέμης, που έγραψε το βιβλίο «Βουρκωμένες μέρες» και για το
οποίο τόσο λυσσαλέα διώκεται.
Το ακροατήριο ξεσπά σε χειροκροτήματα. Ο πρόεδρος αιφνιδιάζεται, τα χάνει.
Δεν ξέρει τι να κάνει. Και για να βγει από τη δύσκολη θέση χτυπά το κουδούνι
αμήχανα και διακόπτει τη συνεδρίαση λέγοντας:
-Άνθρωποι είμαστε κι εμείς, δεν μπορεί να τα ξέρουμε όλα.
Απόσπασμα από τη δίκη

ΠΡΟΕΔΡΟΣ: Έστω. Είναι ένοχος ο κατηγορούμενος;
ΒΑΡΝΑΛΗΣ : Ένοχος; Όχι! Για να ναι ένοχος ένας Συγγραφέας πρέπει να δίνει αρνητικές απαντήσεις στις τρεις παρακάτω ερωτήσεις; Πρώτον: Ζώντας σε μια κοινωνία αδικίας με ποιους θα πάει; Με τους αδικητές ή με τους αδικημένους; Δεύτερο: Αν ο Λαός πέσει στα δεσμά της τυραννίας, με ποιους θα συνταχθεί; Με τον τυραγνισμένο ή με τον τύραννο; Και τρίτο και τελευταίο: Αν η Πατρίδα πάει σ’ εθνική σκλαβιά, ποιους θα βοηθήσει; Τους κατακτητές ή τους κατακτημένους; Δηλαδή με τους κιοτήδες θα πάει ή με τα παλικάρια; Γνωρίζω τον κατηγορούμενο από έφηβο. Τον γνωρίζω σαν συγγραφέα, και σαν Έλληνα. Και σας δηλώνω κατηγορηματικά: Και στις τρεις ερωτήσεις ο κατηγορούμενος έδωσε αυτές τις απαντήσεις. Δεν είναι ένοχος.
ΣΥΝΕΔΡΟΣ: Εις ένα από τα υπό κατηγορίαν κείμενά του και συγκεκριμένα εις το υπό τον τίτλον
«Οι λύκοι ανεβαίνουν στον ουρανό»…
ΒΑΡΝΑΛΗΣ: Ε;…
ΣΥΝΕΔΡΟΣ: Ο Συγγραφεύς -δια να σώσει την τρυφεράν Ειρηνούλαν από την βουλιμίαν των αφεντικών της- την παραδίδει εις τας χείρας των εργατών.
ΒΑΡΝΑΛΗΣ: Καλά κάνει.
ΣΥΝΕΔΡΟΣ: Δε θα μπορούσε, έξαφνα, να την παραδώσει εις χείρας εκείνων οίτινες είναι εντεταλμένοι για την φρούρησιν της τιμής των…
ΒΑΡΝΑΛΗΣ: Ποιονών. Των χωροφυλάκων;
ΣΥΝΕΔΡΟΣ: Βεβαίως.
ΒΑΡΝΑΛΗΣ: Όχι! Θα την πουλούσαν στο μπουρδέλο.
ΣΥΝΕΔΡΟΣ: Κύριε Βάρναλη…
ΒΑΡΝΑΛΗΣ: Τη γνώμη μου δε ζητήσατε; Τη γνώμη μου είπα. Ξέρω, εσείς έχετε άλλην γνώμη.
Αλλά δεν είσθε σεις ο μάρτυρας.
ΠΡΟΕΔΡΟΣ: Τίποτε άλλο κ. Βάρναλη. Μπορείτε ν’ αποσυρθείτε.
ΒΑΡΝΑΛΗΣ (δυνατά): Κοιτάξτε μην τύχει και τον αθωώσετε «λόγω αμφιβολιών»! Αν οι Νόμοι σας καταδικάζουν αυτές τις αρετές, καταδικάστε τον! Δεν έχει κανένα ελαφρυντικό. Κανένα! Σας το λέω εγώ!
Ο Μενέλαος Λουντέμης (φιλολογικό ψευδώνυμο του Δημήτρη Βαλασιάδη) γεννήθηκε στην Κωνσταντινούπολη το 1906. Μετά την εγκατάστασή τους στην Ελλάδα η εύπορη οικογένεια του συγγραφέα πτώχευσε και ο ίδιος αναγκάστηκε από μικρή ηλικία να βγει στη βιοπάλη. Κατά τη διάρκεια του πολέμου εντάχθηκε στην Αριστερά και έλαβε μέρος στην Αντίσταση. Μετά την απελευθέρωση υπήρξε γραμματέας της οργάνωσης διανοουμένων του ΕΑΜ.
Εξορίστηκε στη Μακρόνησο, τον Άη-Στράτη και αλλού και πέρασε τις ταλαιπωρίες των αριστερών συγγραφέων του μετεμφυλιακού καθεστώτος. Το 1956 δικάστηκε για το βιβλίο του «Βουρκωμένες μέρες» στο οποίο περιγράφει τα βάσανα των εξορίστων. Το 1958 κατέφυγε στη Ρουμανία απ’ όπου επέστρεψε μετά την πτώση της χούντας των συνταγματαρχών. Το 1968 του αφαιρέθηκε η ελληνική ιθαγένεια.
Τα βιβλία του σημείωσαν μεγάλη επιτυχία, διαβάστηκαν και διαβάζονται από όλες τις ηλικίες των αναγνωστών. Η συλλογή διηγημάτων του «Τα πλοία δεν άραξαν» (1938) τιμήθηκε με το κρατικό βραβείο πεζογραφίας. Από το πλούσιο έργο του ξεχωρίζουν τα μυθιστορήματα: «Ένα παιδί μετράει τ’ άστρα», «Οι κερασιές θ’ ανθίσουν και φέτος», «Οδός Αβύσσου αριθμός 0»,«Το ρολόϊ του κόσμου χτυπά μεσάνυχτα» και πλήθος άλλα.
Έγραψε επίσης ποίηση, θέατρο, ταξιδιωτικά και πολιτικά κείμενα.
Πέθανε στις 22 Ιανουαρίου του 1977 από καρδιακή προσβολή.

Πέμπτη 22 Δεκεμβρίου 2022

ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΙΑΤΙΚΗ ΙΣΤΟΡΙΑ

  ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΙΑΤΙΚΗ ΙΣΤΟΡΙΑ



Πάντα γι’ άλλους μιλάμε. Έτσι δεν πονάμε κι έτσι ξεχνάμε.
Μεγάλωσα θα πει. Να ’ρχεται ανατροπή.
Οι καιροί να στη φέρνουν. Τα μυαλά σου να γδέρνουν.
Να ζητάς να κουρνιάσεις. Και να βρίσκεις οάσεις.
Στις ψυχώσεις των άλλων. Που έχουν για περιβάλλον.
Ίδιες φάτσες με σένα. Γόνατα λυγισμένα. Όνειρα ξεχασμένα.
                                                                       
                                                                         ΧΑΡΙΣ ΑΛΕΞΙΟΥ
ΚΕΙΜΕΝΑ ΤΑΚΗΣ ΠΟΛΙΤΗΣ
Σαν σίφουνας έσκασε το νέο στα βραδινά δελτία ειδήσεων, πως αυτός που έδειχνε τον ήλιο με το δάχτυλο δεν ήταν Ο Θεός. Οι πληροφορίες του δημοσιογράφου ήταν έγκυρες ή τουλάχιστον αυτό έδειχνε μέχρι τώρα με τα μεγάλα και πολύπλοκα ρεπορτάζ του ακόμα και για τα δύσκολα εθνικά θέματα. Το επαγγελματικό του κύρος και η εμπειρία του δεν θα του επέτρεπαν να πέσει σε λάθος πληροφορίες, που σημαίνει πως τις είχε διασταυρώσει από πολλές άλλες πηγές. Και για να βγάλει τέτοιο θέμα στον αέρα ήταν εντελώς σίγουρος. Ένας κρύος ιδρώτας έλουσε τους κατοίκους της μικρής χώρας, ένας φόβος για το αύριο, μια ανασφάλεια για την αλλαγή των δεδομένων, μια αβεβαιότητα για το μέλλον. Είναι σαν να λες σε ένα Γαλάτη πως ο ουρανός δεν θα πέσει στο κεφάλι του, είναι σαν να λες σε έναν Παναθηναϊκό πως θα πάρει το πρωτάθλημα, είναι σα να λες σε ένα Σκωτσέζο να πιει JACK DANIELS.
Κάπως έτσι ένοιωσαν οι φοβισμένοι πολίτες. Τα πράγματα θα άλλαζαν τραγικά. Τίποτα δεν θα θύμιζε τα συνηθισμένα, την ανία μας, την πλήξη μας, την μιζέρια μας. Η κυρά Κατίνα δεν θα ’φτιαχνε πια ντολμαδάκια, οι Κνίτες θα χάνανε τον ρόλο τους κι ο Μπακογιαννης δεν θα ήταν ο δήμαρχος Αθηναίων. Ο Αστερίξ και ο Οβελίξ δεν θα κυνηγούσαν αγριογούρουνα αλλά Στρουμφάκια κι ο Τιμόν κι ο Πούμπα θα ήταν ειδικοί συνεργάτες του Μητσοτακη. Η αριστερά θα ένωνε τις δυνάμεις της και θα πρότεινε «πρόγραμμα εξουσίας». Πλησίαζε το βράδι. Η ρουτίνα δεν θα επαναλαμβανόταν με τις προληπτικές προσαγωγές, τα σκουπίδια θα στόλιζαν τα Χριστουγεννιάτικα δέντρα της πόλης, η γρίπη δεν θα αύξανε τα θύματά της, κι ο Κυριάκος Μητσοτάκης θα πρότεινε αύξηση των συντάξεων.
Ήταν κι ένα σουξέ στο σκυλάδικο «τα πάντα ρει» που φόβιζε τις αρχές.
Τα «καινούργια συνθήματα» θα επηρέαζαν τις συνειδήσεις ενώ αυτοί επιδίωκαν πάντα τα σταθερά, τα στάσιμα, τα σίγουρα. Μην ξεφύγουμε και απ’ τα συνηθισμένα.Δεν υπάρχει όμως στάνταρ στο ΠΡΟ-ΠΟ κι όλοι έχαναν τα σίγουρα….
Από την άλλη ήταν και η δυσφήμιση από τις άλλες χώρες με τα ομόλογα, η πράσινη οικονομία που δεν τους ήταν κατανοητή, ο μαλάκας που θέλει να γίνει δήμαρχος, η Ντόρα που πήρε τα βουνά και κουφάθηκε, η σύνοδος κορυφής για την ένταξη της Τουρκίας στην Ευρωπαϊκή Ένωση, όλα αυτά και πολλά άλλα που δεν μπορούν να βοηθήσουν να συνθέσουν μια απόφαση κι ένα αποτέλεσμα
Κάπου εκεί έμπλεξαν και κάτι πολυκατοικίες, κάτι κοινόβια, κάτι έμποροι ναρκωτικών, κάτι αλλοδαποί αναρχικοί, η Παπαρήγα με σορτς, μερικές νέες γεύσεις Jacobs με άνηθο, με σέλερι και θυμάρι, ήταν και κάτι αυθαίρετα οικόπεδα γύφτων σε δασικές εκτάσεις και μπερδεύτηκαν περισσότερο. Τελικά ο δημοσιογράφος βγήκε σαστισμένος στο μεταμεσονύχτιο δελτίο ειδήσεων να αποκαταστήσει την αλήθεια. Όλα οφείλονταν σε μια μύγα που παρενέβη στον κομπιούτερ και άλλαξε τα στοιχεία. Κάτι όπως στη γνωστή κινηματογραφική ταινία «Brazil». Η αλήθεια είναι πως «O Θεός είναι αυτός που δείχνει τον ήλιο με το δάχτυλο». «Μην φοβάστε τίποτα δεν θα αλλάξει…»

Σάββατο 10 Δεκεμβρίου 2022

ΦΥΛΑΞΟΥ! ΜΑΣ ΚΡΙΝΟΥΝΕ...

ΦΥΛΑΞΟΥ! ΜΑΣ ΚΡΙΝΟΥΝΕ…



Υπάρχουν ορκισμένοι εχθροί. Είναι οι απόφοιτοι των ψυχιατρείων
Η παρακμιακή πλέμπα που βιάζεται να μας κυβερνήσει
Βρίσκονται στις αφίσες και στις βιτρίνες των καταστημάτων
Στις λαϊκές, στις πλατείες και στα σουπερ μάρκετ
Στα μαύρα ψηφοδέλτια των βολεμένων συνδικαλιστών
Στις τοπικές εφημερίδες και στους ερασιτεχνικούς θιάσους
Στις διαδηλώσεις και στις διοικήσεις των διεφθαρμένων φορέων
Στους κρατικούς υπαλλήλους, στα παιδιά τους και στα εγγόνια τους
Στις τράπεζες, στους τεκέδες, στα μπουρδέλα και στα κωλοχανεία
Στις κρυφές τσέπες και στα σεντούκια των δεσποτάδων
Στους βραβευμένους διαγωνιζόμενους ποιητάδες
Στα συμβούλια και στους συνδέσμους των φιλολόγων
Στα αναλόγια και στα στασίδια των εκκλησιών
Στις άγριες επελάσεις των λαχανί αγροτικών αυτοκινήτων.


27-12-2017
ΤΑΚΗΣ ΠΟΛΙΤΗΣ

Τρίτη 29 Νοεμβρίου 2022

ΜΙΑ ΕΙΚΟΝΑ, ΕΝΑ ΤΟΠΙΟ



                 ΜΙΑ ΕΙΚΟΝΑ, ΕΝΑ ΤΟΠΙΟ



Μωρή κοντούλα λεμονιά,
Με τα πολλά λεμόνια, Βησσανιώτισσα,
σε φίλησα κι αρρώστησα
και το γιατρό δε φώναξα.

Πότε μικρή, μεγάλωσες;
Κι έγινες για στεφάνι, Βησσανιώτισσα,
σε φίλησα κι αρρώστησα
και το γιατρό δε φώναξα.

Χαμήλωσε, τους κλώνους σου,
να κόψω ένα λεμόνι, Βησσανιώτισσα,
Σε φίλησα κι αρρώστησα
και το γιατρό δε φώναξα.

Για να το στύψω να το πιω,
να μου διαβούν οι πόνοι, Βησσανιώτισσα,
σε φίλησα κι αρρώστησα
και το γιατρό δε φώναξα.

ΕΠΙΜΕΛΕΙΑ ΚΕΙΜΕΝΩΝ ΤΑΚΗΣ ΠΟΛΙΤΗΣ
«Μια εικόνα. Ένα τοπίο που, όσος καιρός κι αν πέρασε, λειτουργεί μέσα μου μουσικά.
Έχει ρυθμό, αναπτύσσεται στο χρόνο... Ψάχνοντας τότε, το '69, για το χωριό της "Αναπαράστασης", βρέθηκα σ' ένα χωριό ψηλά στα Ζαγόρια.
Νοέμβρης μήνας με ψιλόβροχο. Μαύριζε η γκρίζα πέτρα από νερό.
Πένθιμες γυναικείες φιγούρες χάνονταν στα ερείπια. Μια γέρικη φωνή τραγουδούσε στο έρημο καφενείο: "Μωρή κοντούλα λεμονιά...".
Στάθηκα εκεί στην άκρη. Η φωνή ράγισε κι έσπασε έπειτα από λίγο.
Έμεινε το τοπίο με τη βροχή. Έμεινα κι εγώ. Αυτό θα 'παιρνα μαζί μου».
∆εν ξέχασα τίποτα

Περπατούσε στις γραμμές του τρένου με ένα δισάκι στους ώμους, αυτή ήταν όλη του η περιουσία.
Και πολλές μνήμες, που τις ένιωθε σαν σιδερογροθιά στο στομάχι.
Το μελαγχολικό βλέμμα της Ηλέκτρας Αποστόλου, το χαμόγελο του Νίκου Μπελογιάννη την ώρα
της εκτέλεσης, τον ήχο της θάλασσας, την μυρωδιά των ανθών της λεμονιάς.
Οι συνταξιούχοι κομμουνιστές και τα επαγγελματικά στελέχη είχαν επηρεαστεί από τα καινούργια οικονομικά μέτρα. Οι περικοπές τούς είχαν κοστίσει.
Οι μπάτσοι κοπανιόντουσαν μεταξύ τους. Οι δάσκαλοι λιποθυμούσαν στις τάξεις από τη στέρηση και οι φασίστες αυξάνονταν……»

Όλα είναι στη θέση τους, τακτοποιημένα κατά σειρά,
περιμένοντας το χέρι να διαλέξει·
µόνο δεν μπόρεσα να βρω τα παιδικά χρόνια,
µήτε τον τόπο όπου γεννήθηκε ο ήρωας του δράματος.
Όλα τ’ άλλα, να τα:
οι προσωπίδες για τα τρία κύρια συναισθήματα,
τα παραπετάσματα, τα φώτα,
τα σκοτωμένα παιδιά της Μήδειας,
το φαρμάκι και το μαχαίρι.
Τα λόγια, τα θυμάσαι, που αρχίζουν:
Αρκείτω βίος! Ιώ! Iώ!
Αυτός είναι ο διακόπτης των μικροφώνων.
Θα σ’ ακούσουν ως τα πέρατα του κόσμου.
Eµπρός, προβολέα! Καλή τύχη!


…Ζούσε την τελευταία του ώρα. Στο σταθμό, νύχτα, περίμενε το τρένο, που θα’ πεφτε μπροστά του να τελειώνει.
Άξαφνα, από μια παλιά ξεχασμένη παρόρμηση ανέβηκε στη γραμμή να περπατήσει, όπως άλλοτε,
που ήταν ένα αιώνιο παιδί.
Τότε, μ᾿ έκπληξη, είδε τη μικρή πεθαμένη εξαδέλφη να περπατάει στην άλλη γραμμή, απλώνοντας του το χέρι, για να κρατηθούν, πιο στέρεα, πάνω απ᾿ τ᾿ όνειρο.
…Περπάτησαν ώρα, χαμογελώντας ο ένας στον άλλον, κι όταν πέρασε τυφλό το τρένο, βουίζοντας, τα δύο παιδιά χειροπιασμένα συνέχιζαν να προχωράνε πάνω στις ράγες,……ενώ το πτώμα ενός άντρα κείτονταν πιο εκεί.

Βρέθηκε νεκρός 50 μέτρα παρακάτω, στα ανατολικά βρίσκεται (ξεχασμένος από τους πάντες) ο τάφος του Θεμιστοκλή.
"Ξέρεις κάτι... H Ελλάδα πεθαίνει. Πεθαίνουμε σαν λαός. Κάναμε τον κύκλο μας. Δεν ξέρω πόσες χιλιάδες χρόνια ανάμεσα σε σπασμένες πέτρες και αγάλματα. Και πεθαίνει... Αλλά αν είναι να πεθάνει η Ελλάδα να πεθάνει γρήγορα, γιατί η αγωνία κρατάει πολύ, και κάνει πολύ θόρυβο. Μωρή φύση μόνη σου είσαι, μόνος μου είμαι και εγώ. Πάρε ένα μπισκότο

Κάποτε συλλογίζομαι πως όλα τούτα εδώ που γράφω
δεν είναι άλλο παρά εικόνες που κεντούν στο δέρμα τους
φυλακισμένοι ή πελαγίσιοι.
Αποχαιρετιστήρια χρώματα των δειλινών.
Καιρός να ετοιμάσεις τις τρεις βαλίτσες —
τα βιβλία, τα χαρτιά, τα πουκάμισα —
και μην ξεχάσεις εκείνο το ρόδινο φόρεμα που τόσο σου πήγαινε
παρ' ότι το χειμώνα δε θα το φορέσεις.
Εγώ, τις λίγες μέρες που μας μένουν ακόμη,
θα ξανακοιτάξω τούς στίχους που έγραψα Ιούλιο κι Αύγουστο
αν και φοβάμαι πως τίποτα δεν πρόσθεσα, μάλλον
πως έχω αφαιρέσει πολλά, καθώς ανάμεσα τους διαφαίνεται
η σκοτεινή υποψία πως αυτό το καλοκαίρι
με τα τζιτζίκια του, τα δέντρα του, τη θάλασσά του,
με τα σφυρίγματα των πλοίων του στα ένδοξα λιογέρματα,
με τις βαρκάδες του στο φεγγαρόφωτο κάτω απ' τα μπαλκονάκια
και με την υποκριτική ευσπλαχνία του, θα 'ναι το τελευταίο

«Σας εύχομαι υγεία και ευτυχία αλλά δεν μπορώ να κάνω το ταξίδι σας
Είμαι επισκέπτης
Το κάθε τι που αγγίζω με πονάει πραγματικά
Κι έπειτα δεν μου ανήκει
Όλο και κάποιος βρίσκεται να πει "δικό μου είναι"
Εγώ δε...ν έχω τίποτε δικό μου είχα πει κάποτε με υπεροψία
Τώρα καταλαβαίνω πως το τίποτε είναι τίποτε
Ότι δεν έχω καν όνομα
Και πρέπει να γυρεύω ένα κάθε τόσο
Δώστε μου ένα μέρος να κοιτάω
Ξεχάστε με στη θάλασσα
Σας εύχομαι υγεία και ευτυχία».

Χρησιμοποίησα αποσπάσματα ποιημάτων των Τάσου Λειβαδίτη, Γιώργου Σεφέρη,
Γιάννη Ρίτσου και Θόδωρου Αγγελόπουλου.
Κείμενα Μισέλ Φάις, Κώστα Ταχτσή, Θόδωρου Αγγελόπουλου, Τάκη Πολίτη

Κυριακή 30 Οκτωβρίου 2022

ΤΟ ΤΕΛΟΣ ΤΗΣ ΜΥΓΑΣ...

 ΤΟ ΤΕΛΟΣ ΤΗΣ ΜΥΓΑΣ…



Πώς να σωπάσω μέσα μου
την ομορφιά του κόσμου;
Ο ουρανός δικός μου
η θάλασσα στα μέτρα μου.
Πώς να με κάνουν να τον δω
τον ήλιο μ’ άλλα μάτια;
Στα ηλιοσκαλοπάτια
Μ’ έμαθε η μάνα μου να ζω...
Στου βούρκου μέσα τα νερά
ποια γλώσσα μου μιλάνε
αυτοί που μου ζητάνε
να χαμηλώσω τα φτερά;

ΚΩΣΤΑΣ ΚΙΝΔΥΝΗΣ

ΚΕΙΜΕΝΑ ΤΑΚΗΣ ΠΟΛΙΤΗΣ
Οι Έλληνες αποικιοκράτες τα πολύ παλιά τα χρόνια είχαν φτάσει μέχρι τα βάθη της Κεντρικής και της Νότιας Αμερικής.
Εκπαίδευαν σκλάβους για να τους εντάξουν στις νέες παραγωγικές διαδικασίες.
Εκεί πρωτοεφαρμόστηκε το οχτάωρο στην εργασία, όπως επίσης οχτώ ώρες για ψυχαγωγία και για μόρφωση, καθώς επίσης και οχτώ ώρες για ξεκούραση και για ύπνο.
Οργάνωναν σεμινάρια πώς τροχίζουνε το αλέτρι, πώς δενότανε το ατσάλι,* πώς αντικαθιστούσαν το βόδι, τι δείκτη προστασίας θα είχε το αντηλιακό και τι μάρκα κρέμας θα χρησιμοποιούσαν μετά το μαστίγωμα.
Σε μια μικρή πολιτεία, που αργότερα έγινε κράτος, ζούσε ο Κώστας με τη Μαρίκα.
Εκεί πρωτογέννησαν τα παιδιά τους, γιατί σε τούτη δω την περίπτωση επιβεβαιώνεται η θεωρία
των αρχαίων Ελλήνων για τις μετεμψυχώσεις και για την εξέλιξη των ειδών, που ξεκινούν από έντομα ή κατσαρίδες και καταλήγουν σε υπουργούς, πρωθυπουργούς ή ακόμα και βασιλείς.
Ο θρύλος λέει πως κυβέρνησαν εφτά πολιτείες, που αργότερα έγιναν κράτη, και πως το όνομά τους ξεπέρασε σε μέγεθος κι εκείνο του Σιμόν Μπολιβάρ.
Και πέρασαν πολλά-πολλά χρόνια και μεσολάβησαν πολλές μετεμψυχώσεις και άλλες πολλές μεταλλάξεις για να καταλήξουν στη σημερινή τους μορφή.
«Κούλα είναι πολύ κωλόπαιδο ο Κυριάκος… και στον καινούργιο του ρόλο…»
Τι μαλακίες γράφει ο άνθρωπος για να βγάλει το ψωμί του! Τι μαλακίες γράφει ο άνθρωπος για να του πετύχει μια αστεία εισαγωγή!
Ένα μαύρο στίγμα πάνω στο καρπούζι μου με έκανε να βλαστημήσω το Γύφτο επιχειρηματία που με ξεγέλασε και μου πούλησε καρπούζι με κουκούτσι.
Η βλαστήμια μου όμως ήταν άδικη απέναντι στο Γύφτο μεγαλέμπορο. Δεν ήταν κουκούτσι ….
Ήταν μια μύγα που ρουφούσε με θράσος τους χυμούς του μεταλλαγμένου καρπουζιού.
Είχε πλησιάσει το τέλος της.
Τόσο σημαντικά γεγονότα διαδραματίζονται στην επικαιρότητα και αυτή αδιαφορεί για τις εξελίξεις και ρουφάει ανεξέλεγκτα τους χυμούς αυτού εδώ του φρούτου;…
Ύψωσα σαν σημαία την (κόκκινη) μυγοσκοτώστρα, την κατέβασα με αυξημένη επιτάχυνση προσγειώνοντάς την με τεράστια δύναμη. Κι έτσι έγινε η μύγα ένα με το μεταλλαγμένο καρπούζι του Γύφτου εφοπλιστή…….
Ξημέρωσε … Κατέρρευσε σαπισμένη ξυλοκατασκευή στην παιδική χαρά του Μπούφαλο, στο Αίγιο (το αρχαίο θέατρο σας μάρανε…).
O καρδιοχειρουργός ζήτησε από τον ταλαίπωρο συνταξιούχο ασθενή των 580 euro, φακελάκι με 1500 euro.
Κι ο Σήφης ο κροκοδειλος, μετά τον ντόρο των ΜΜΕ, θα συλληφθεί.
Θα του υιοθετήσουν και κανά-δυο παιδάκια για να καταλήξει τουριστική ατραξιόν συν γυναιξί και τέκνοις!

*Nικολάι Oστρόφσκι