Κυριακή 28 Νοεμβρίου 2021

ΗΤΑΝΕ ΝΕΟΙ, ΗΤΑΝ ΠΑΙΔΙΑ

 

ΗΤΑΝΕ ΝΕΟΙ, ΗΤΑΝ ΠΑΙΔΙΑ



 

 

 


Θέλω μια θέση στο δημόσιο
είπα στον ρουφιάνο στο απέναντι πεζοδρόμιο
Θέλω ασφάλεια είπα στον ασφαλιστή
και στον χωροφύλακα
Θέλω ψωμί και νερό είπα στον παπά της ενορίας
στα λαϊκά συσσίτια
Θέλω δουλειά και αξιοπρέπεια
είπα στον κομματικό μηχανισμό
Θέλω χειροβομβίδες να τους ρίξω
είπα στους συντρόφους της επανάστασης

ΚΕΙΜΕΝΑ ΤΑΚΗΣ ΠΟΛΙΤΗΣ

Έβρεχε. Ο αέρας λυσσομανούσε. Τα βραβευμένα κωλόπαιδα φορτωμένα εμπειρία και γνώση ξυλώνανε τα κολονάκια του δήμου.
Ο Ολυμπιακός είχε κερδίσει την Αρμάνι μέσα στο Μιλάνο με 21 πόντους διαφορά και τους Τούρκους της Φενέρ Μπαξέ στο ποδόσφαιρο και ενισχύθηκε «η εθνική μου υπερηφάνεια».Ο φανατισμός μου δυνάμωνε μιας που οι άλλες ιδεολογίες είχαν καταρρεύσει…
«Ήτανε νέοι, ήταν παιδιά και έτυχε να ’ναι και καλή σοδειά»
έλεγε ο Μανόλης Αναγνωστάκης.
Τούτη την καινούργια σοδειά την έχει βαρέσει περονόσπορος.
Δώστε τον Κούλη και πάρτε πίσω τα Ελγίνεια.
Δώστε τον κορονοϊό και πάρτε προφυλακτικά με γεύση φράουλα.
Δεν μπορώ να ακούω μαλακίες για προαιρετική υποχρεωτικότητα.
Και τους πνευμονολόγους να τσακώνονται στα παράθυρα των τηλεοπτικών καναλιών
για το ποιος απ’ αυτούς θα σταδιοδρομήσει πολιτικά στο μέλλον και από την άλλη οι νεκροί να πλησιάζουν τους εκατό κάθε μέρα.
Το θέμα της διατροφής στο φανταστικό χωριό, σε ένα σύγχρονο καρτούν,το έλυσαν πέντε ποντικοί, ένας κοκκινολαίμης και μια καρακάξα και το έλυσαν γιατί δεν είχαν ιδεοληψίες και εμμονές για τη θρησκεία, την ατομική ιδιοκτησία και την οικογένεια, αλλά ιδανικά: την αλληλεγγύη, την συντροφικότητα και την αγάπη.
Τα μεγαλοπρεπές μνημείο του καπιταλισμού καταρρέει…
Την κατάρρευσή του θα συνοδεύουν το άγχος, οι νευρώσεις, η μοναξιά και ο κυνισμός.
Οι Μπήτνικς θα προσφέρουν την ελευθερία του δρόμου.
Δίχως στόχο, χωρίς προορισμό, αφού η πραγματική ελευθερία δεν σημαίνει απλώς να φεύγεις, αλλά να μην επιθυμείς να ξέρεις πού πηγαίνεις.
Το ταξίδι γίνεται φυγή, που κουβαλάει έναν νεανικό και ξέφρενο ενθουσιασμό, διψασμένο για ζωή.
Άιντε, και στις ερχόμενες εκλογές, πρωθυπουργός ο Γιώργος Παπανδρέου για να λύσει όλα τα οικονομικά προβλήματα και την πανδημία.


 





 

Τετάρτη 17 Νοεμβρίου 2021

ΜΙΑ ΕΙΚΟΝΑ ΕΝΑ ΤΟΠΙΟ

 

           ΜΙΑ ΕΙΚΟΝΑ, ΕΝΑ ΤΟΠΙΟ

 

Μωρή κοντούλα λεμονιά,
Με τα πολλά  λεμόνια, Βησσανιώτισσα,
σε φίλησα κι αρρώστησα
και το γιατρό δε φώναξα.

Πότε μικρή, μεγάλωσες;
Κι έγινες για  στεφάνι, Βησσανιώτισσα,
σε φίλησα κι αρρώστησα
και το γιατρό δε φώναξα.

Χαμήλωσε, τους κλώνους σου,
να κόψω ένα  λεμόνι, Βησσανιώτισσα,
Σε φίλησα κι αρρώστησα
και το γιατρό δε φώναξα.

Για να το στύψω να το πιω,
να μου διαβούν οι πόνοι, Βησσανιώτισσα,
σε φίλησα κι αρρώστησα
και το γιατρό δε φώναξα.

 

ΕΠΙΜΕΛΕΙΑ ΚΕΙΜΕΝΩΝ ΤΑΚΗΣ ΠΟΛΙΤΗΣ

«Μια εικόνα. Ένα τοπίο που, όσος καιρός κι αν πέρασε, λειτουργεί μέσα μου μουσικά.
 Έχει ρυθμό, αναπτύσσεται στο χρόνο... Ψάχνοντας τότε, το '69, για το χωριό της "Αναπαράστασης", βρέθηκα σ' ένα χωριό ψηλά στα Ζαγόρια.
Νοέμβρης μήνας με ψιλόβροχο. Μαύριζε η γκρίζα πέτρα από νερό.
Πένθιμες γυναικείες φιγούρες χάνονταν στα ερείπια. Μια γέρικη φωνή τραγουδούσε στο έρημο καφενείο: "Μωρή κοντούλα λεμονιά...".
Στάθηκα εκεί στην άκρη. Η φωνή ράγισε κι έσπασε έπειτα από λίγο.
Έμεινε το τοπίο με τη βροχή. Έμεινα κι εγώ. Αυτό θα 'παιρνα μαζί μου».
∆εν ξέχασα τίποτα

Περπατούσε στις γραμμές του τρένου με ένα δισάκι στους ώμους, αυτή ήταν όλη του η περιουσία. 
 Και πολλές μνήμες, που τις ένιωθε σαν σιδερογροθιά στο στομάχι.
Το μελαγχολικό βλέμμα της Ηλέκτρας Αποστόλου, το χαμόγελο του Νίκου Μπελογιάννη την ώρα 
της εκτέλεσης, τον ήχο της θάλασσας, την μυρωδιά των ανθών της λεμονιάς.
Οι συνταξιούχοι κομμουνιστές και τα επαγγελματικά στελέχη είχαν επηρεαστεί από τα καινούργια οικονομικά μέτρα. Οι περικοπές τούς είχαν κοστίσει.
Οι μπάτσοι κοπανιόντουσαν μεταξύ τους. Οι δάσκαλοι λιποθυμούσαν στις τάξεις από τη στέρηση και οι φασίστες αυξάνονταν……»

Όλα είναι στη θέση τους, τακτοποιημένα κατά σειρά,
περιμένοντας το χέρι να διαλέξει·
µόνο δεν μπόρεσα να βρω τα παιδικά χρόνια,
µήτε τον τόπο όπου γεννήθηκε ο ήρωας του δράματος.
Όλα τ’ άλλα, να τα:
οι προσωπίδες για τα τρία κύρια συναισθήματα,
τα παραπετάσματα, τα φώτα,
τα σκοτωμένα παιδιά της Μήδειας,
το φαρμάκι και το μαχαίρι.
Τα λόγια, τα θυμάσαι, που αρχίζουν:
Αρκείτω βίος! Ιώ! Iώ!
Αυτός είναι ο διακόπτης των μικροφώνων.
Θα σ’ ακούσουν ως τα πέρατα του κόσμου.
Eµπρός, προβολέα! Καλή τύχη!


…Ζούσε την τελευταία του ώρα. Στο σταθμό, νύχτα, περίμενε το τρένο, που θα’ πεφτε μπροστά του να τελειώνει. 
Άξαφνα, από μια παλιά ξεχασμένη παρόρμηση ανέβηκε στη γραμμή να περπατήσει, όπως άλλοτε, 
που ήταν ένα αιώνιο παιδί. 
Τότε, μ᾿ έκπληξη, είδε τη μικρή πεθαμένη εξαδέλφη να περπατάει στην άλλη γραμμή, απλώνοντας του το χέρι, για να κρατηθούν, πιο στέρεα, πάνω απ᾿ τ᾿ όνειρο.
……Περπάτησαν ώρα, χαμογελώντας ο ένας στον άλλον, κι όταν πέρασε τυφλό το τρένο, βουίζοντας, τα δύο παιδιά χειροπιασμένα συνέχιζαν να προχωράνε πάνω στις ράγες,……ενώ το πτώμα ενός άντρα κείτονταν πιο εκεί.

Βρέθηκε νεκρός 50 μέτρα παρακάτω, στα ανατολικά βρίσκεται (ξεχασμένος από τους πάντες) ο τάφος του Θεμιστοκλή.
"Ξέρεις κάτι... H Ελλάδα πεθαίνει. Πεθαίνουμε σαν λαός. Κάναμε τον κύκλο μας. Δεν ξέρω πόσες χιλιάδες χρόνια ανάμεσα σε σπασμένες πέτρες και αγάλματα. Και πεθαίνει... Αλλά αν είναι να πεθάνει η Ελλάδα να πεθάνει γρήγορα, γιατί η αγωνία κρατάει πολύ, και κάνει πολύ θόρυβο. Μωρή φύση μόνη σου είσαι, μόνος μου είμαι και εγώ. Πάρε ένα μπισκότο

Κάποτε συλλογίζομαι πως όλα τούτα εδώ που γράφω
δεν είναι άλλο παρά εικόνες που κεντούν στο δέρμα τους
φυλακισμένοι ή πελαγίσιοι.
Αποχαιρετιστήρια χρώματα των δειλινών.
Καιρός να ετοιμάσεις τις τρεις βαλίτσες —
τα βιβλία, τα χαρτιά, τα πουκάμισα —
και μην ξεχάσεις εκείνο το ρόδινο φόρεμα που τόσο σου πήγαινε
παρ' ότι το χειμώνα δε θα το φορέσεις.
Εγώ, τις λίγες μέρες που μας μένουν ακόμη,
θα ξανακοιτάξω τούς στίχους που έγραψα Ιούλιο κι Αύγουστο
αν και φοβάμαι πως τίποτα δεν πρόσθεσα, μάλλον
πως έχω αφαιρέσει πολλά, καθώς ανάμεσα τους διαφαίνεται
η σκοτεινή υποψία πως αυτό το καλοκαίρι
με τα τζιτζίκια του, τα δέντρα του, τη θάλασσά του,
με τα σφυρίγματα των πλοίων του στα ένδοξα λιογέρματα,
με τις βαρκάδες του στο φεγγαρόφωτο κάτω απ' τα μπαλκονάκια
και με την υποκριτική ευσπλαχνία του, θα 'ναι το τελευταίο

«Σας εύχομαι υγεία και ευτυχία αλλά δεν μπορώ να κάνω το ταξίδι σας
Είμαι επισκέπτης
Το κάθε τι που αγγίζω με πονάει πραγματικά
Κι έπειτα δεν μου ανήκει
Όλο και κάποιος βρίσκεται να πει "δικό μου είναι"
Εγώ δε...ν έχω τίποτε δικό μου είχα πει κάποτε με υπεροψία
Τώρα καταλαβαίνω πως το τίποτε είναι τίποτε
Ότι δεν έχω καν όνομα
Και πρέπει να γυρεύω ένα κάθε τόσο
Δώστε μου ένα μέρος να κοιτάω
Ξεχάστε με στη θάλασσα
Σας εύχομαι υγεία και ευτυχία».

Χρησιμοποίησα αποσπάσματα ποιημάτων των Τάσου Λειβαδίτη, Γιώργου Σεφέρη,
Γιάννη Ρίτσου και Θόδωρου Αγγελόπουλου.
Κείμενα Μισέλ Φάις, Κώστα Ταχτσή, Θόδωρου Αγγελόπουλου, Τάκη  Πολίτη

Τετάρτη 27 Οκτωβρίου 2021

ΠΑΡΑΞΕΝΗ ΒΡΟΧΗ

 

      ΠΑΡΑΞΕΝΗ ΒΡΟΧΗ

(Ο Μεσσίας βούλιαξε στην πετρελαιοκηλίδα)

                                   


«Μα η μικρούλα του η καρδιά
-καρδιά ακροβάτη - τίποτα δε λαχταρούσε πιο πολύ
απ' αυτήν την τρελή βροχή που σχεδόν πάντα
φέρνει αέρα που σχεδόν πάντα φέρνει ήλιο.»

                                                                                                Μπερνάρδο Ατσάγα

ΚΕΙΜΕΝΑ ΤΑΚΗΣ ΠΟΛΙΤΗΣ

Οι τέσσερις γάτοι έφτασαν στο μπαλκόνι, κι αμέσως κατάλαβαν πως έφταναν αργά.
Ο Κολονέλο, ο Ξερόλας και ο Ζορμπάς έμειναν να κοιτάζουν με ευλάβεια το άψυχο σώμα του γλάρου, ενώ ο Γραμματικός κουνούσε πέρα-δώθε την ουρά του για να διώξει τη μυρωδιά της βενζίνης. 
Η γλαροπούλα μάνα Κενγκά ήταν νεκρή.
Τέσσερις λιμανόγατοι μιλάνε τη γλώσσα των ανθρώπων, καμιά όμως εγκυκλοπαίδεια, όσες γνώσεις 
κι αν περιέχει, δεν ήταν επαρκής για να τους μάθει πώς μπορείς να διδάξεις ένα μικρό γλαροπούλι να πετάξει. Η γνώση είναι ανεπαρκής όταν λείπει η θέληση, το συναίσθημα, ο στόχος κι ο αγώνας.
Στο λιμάνι του Αμβούργου οι γάτοι μιλάνε την ανθρώπινη γλώσσα ή η εσωτερική δύναμη του ποιητή τον κάνει να αντιλαμβάνεται τις γλώσσες των ζώων;
Μήπως συνομιλούν μεταξύ τους με το βλέμμα, με το δάκρυ, με τις προθέσεις, με την καρδιά; 
Η ΥΠΟΣΧΕΣΗ ΕΙΝΑΙ ΟΡΚΟΣ. Ο ΟΡΚΟΣ ΕΙΝΑΙ ΥΠΟΣΧΕΣΗ.
Η δύναμη της ποίησης μπορεί να ανυψώσει έναν άγουρο πρωτάρη γλάρο. Να τον προστατεύσει από τις αντίξοες καιρικές συνθήκες και από τα απόβλητα των ανθρώπων, θυσία στο βωμό του κέρδους ενός φθαρμένου κοινωνικού συστήματος.
Ο γλάρος είναι ο μετανάστης που πνίγηκε στις ακτές της Ιταλίας. Που μαχαιρώθηκε
από χέρι φασίστα. Που θάφτηκε στις εγκαταστάσεις των Ολυμπιακών έργων.
Που πυροβολήθηκε από μισθοφόρους στα βάθη της Αφρικής και της Ασίας. Που θέλησε να ζήσει ελεύθερος για αυτό τον σταύρωσαν.
Γλάροι είναι οι άγιοι της επανάστασης στα εθνικο-απελευθερωτικά κινήματα που διεκδικούν το δικαίωμα στη ζωή και στην ελευθερία για ένα κομμάτι γη, για ένα κομμάτι ψωμί, για μόρφωση, για φάρμακα και καθαρό νερό.
Γλάροι είναι οι Παλαιστίνιοι, ο απολυμένος βιομηχανικός εργάτης, ο δάσκαλος.
Ο αυτόχθονας που του τσάκισαν τα φτερά και δεν κατάφερε να πετάξει…
Σ’ όλα τα λιμάνια οι γάτοι μιλάνε την ανθρώπινη γλώσσα, στο λιμάνι του Πειραιά,
του Άμστερνταμ, του Λίβερπουλ και δίπλα τους ένας ποιητής θα καταλαβαίνει τη γλώσσα τους και θα μεταδίδει το μήνυμα.

Θεέ μου που μας ορίζεις κι όλους μας βλέπεις ένα
δεν είναι όπως νομίζεις
δεν είναι όλα όπως νομίζεις εδώ κάτω μοιρασμένα
δεν είναι όλα, δεν είναι όλα, δεν είναι όλα μοιρασμένα.
Μα εσύ που μας φροντίζεις σαν πρόβατα σφαγμένα
στείλε μου αν θέλεις λίγη
μόνο λίγη, τόση δα, δικαιοσύνη και για μένα*


Μια ψιλή βροχή έπεφτε στο Αμβούργο, και οι κήποι μοσχοβολούσαν νοτισμένη γη.
Η άσφαλτος στους δρόμους άστραφτε, κι οι φωτεινές επιγραφές καθρεφτίζονταν παραμορφωμένες στο βρεγμένο οδόστρωμα. Μόνο ένας άνθρωπος, τυλιγμένος σε μια καμπαρτίνα, βάδιζε στο δρόμο του λιμανιού, με κατεύθυνση το μαγαζί του Χάρι.
«Θα πετάξεις, Καλότυχη» νιαούρισε ο Ζορμπάς. «Πάρε μια βαθιά εισπνοή. Μύρισε τη βροχή. 
Η βροχή είναι νερό. Στη ζωή σου, θα συναντήσεις πολλούς λόγους για να 'σαι ευτυχισμένη - ένας απ' αυτούς λέγεται νερό, ένας άλλος, άνεμος κι ένας άλλος, ήλιος, κι αυτός ο ήλιος εμφανίζεται πάντα σαν αντιστάθμισμα μετά τη βροχή. Μύρισε τη βροχή. Άνοιξε τα φτερά.»
Η γλαροπούλα άπλωσε τις φτερούγες της. Οι προβολείς την έλουζαν στο φως, κι η βροχή τής έλουζε με πέρλες τα φτερά. Ο άνθρωπος κι ο γάτος την είδαν να υψώνει το κεφάλι με τα μάτια κλειστά. 
Η Καλότυχη εξαφανίστηκε απ' τα μάτια τους. Ο άνθρωπος κι ο γάτος φοβήθηκαν. Είχε πέσει σαν πέτρα. Με κομμένη την ανάσα απ' την τρομάρα, έσκυψαν πάνω απ' το κιγκλίδωμα, και τότε την είδαν να φτεροκοπάει, να πετάει πάνω απ' το πάρκινγκ, κι ύστερα την είδαν να φτάνει ακόμα πιο ψηλά κι από τον χρυσαφένιο ανεμοδείκτη που στεφανώνει τη μοναδική ομορφιά του Αγίου Μιχαήλ.
Η Καλότυχη πετούσε ολομόναχη μέσα στη νύχτα τού Αμβούργου.
Απομακρύνθηκε, φτερουγίζοντας με δύναμη, ώσπου σηκώθηκε πιο ψηλά από τους γερανούς του λιμανιού, κι ύστερα γύρισε πλανάροντας κι έπιασε να γυροφέρνει το καμπαναριό της εκκλησίας.**
Ζεστός νοτιάς φυσούσε πέρα από το Μισίρι και μέστωνε τα τζερτζεβατικά και τα φρούτα και τα στήθια της Κρήτης. Τον δέχουμουν να περιχύνεται στο μέτωπο, στα χείλια μου και στο λαιμό, κι έτριζε και μεγάλωνε, σα να ’ταν πωρικό, το μυαλό μου.
Δεν μπορούσα να κοιμηθώ, δεν ήθελα. Δε συλλογίζουμουν τίποτα∙ ένιωθα μονάχα, στη ζεστή ετούτη νυχτιά, κάτι μέσα μου, να μεστώνει. Έβλεπα, ζούσα καθαρά το καταπληχτικό ετούτο θέαμα: 
ν' αλλάζω. Ό,τι γίνεται πάντα στα πιο σκοτεινά υπόγεια του στήθους μας, γίνουνταν τώρα φανερά, ξέσκεπα, μπροστά μου. Κουκουβιστός στην άκρα της θάλασσας, παρακολουθούσα το θάμα.
Τ' αστέρια θάμπωσαν, ο ουρανός φωτίστηκε, κι απάνω στο φως χαράχτηκαν με ψιλό κοντύλι τα βουνά, τα δέντρα, οι γλάροι. Ξημέρωνε…***

 

*ΓΙΑΝΝΗΣ ΑΓΓΕΛΑΚΑΣ  **ΛΟΥΙΣ ΣΕΠΟΥΛΒΕΔΑ  ***ΝΙΚΟΣ ΚΑΖΑΝΤΖΑΚΗΣ




Τρίτη 21 Σεπτεμβρίου 2021

ΠΟΙΟΣ ΕΙΝΑΙ ΑΥΤΟΣ;

 

               ΠΟΙΟΣ ΕΙΝΑΙ ΑΥΤΟΣ;

 

Η αγάπη είναι ο φόβος που μας ενώνει με τους άλλους.
Όταν υπόταξαν τις μέρες μας και τις κρεμάσανε σα δάκρυα
Όταν μαζί τους πεθάνανε σε μιαν οικτρή παραμόρφωση
Τα τελευταία μας σχήματα των παιδικών αισθημάτων
Και τί κρατά τάχα το χέρι που οι άνθρωποι δίνουν;
Ξέρει να σφίγγει γερά εκεί που ο λογισμός μάς ξεγελά
Την ώρα που ο χρόνος σταμάτησε και η μνήμη ξεριζώθηκε
Σα μιαν εκζήτηση παράλογη πέρα από κάθε νόημα;
(Κι αυτοί γυρίζουν πίσω μια μέρα χωρίς στο μυαλό μια ρυτίδα
Βρίσκουνε τις γυναίκες τους και τα παιδιά τους που μεγάλωσαν
Πηγαίνουνε στα μικρομάγαζα και στα καφενεία της συνοικίας
Διαβάζουνε κάθε πρωί την εποποιία της καθημερινότητας).
Πεθαίνουμε τάχα για τους άλλους ή γιατί έτσι νικούμε τη ζωή
Ή γιατί έτσι φτύνουμε ένα ένα τα τιποτένια ομοιώματα
Και μια στιγμή στο στεγνωμένο νου τους περνά μιαν ηλιαχτίδα
Κάτι σα μια θαμπήν ανάμνηση μιας ζωικής προϊστορίας.
Φτάνουμε μέρες που δεν έχεις πια τί να λογαριάσεις
Συμβάντα ερωτικά και χρηματιστηριακές επιχειρήσεις
Δε βρίσκεις καθρέφτες να φωνάξεις τ’ όνομά σου
Απλές προθέσεις ζωής διασφαλίζουν μιαν επικαιρότητα
Ανία, πόθοι, όνειρα, συναλλαγές, εξαπατήσεις
Κι αν σκέφτομαι είναι γιατί η συνήθεια είναι πιο προσιτή από την τύψη.
Μα ποιoς θά ’ρθει να κρατήσει την ορμή μιας μπόρας που πέφτει;
Ποιoς θα μετρήσει μια μια τις σταγόνες πριν σβήσουν στο χώμα;
Πριν γίνουν ένα με τη λάσπη σαν τις φωνές των ποιητών;
Επαίτες μιας άλλης ζωής της Στιγμής λιποτάχτες
Ζητούνε μια νύχτα απρόσιτη τα σάπια τους όνειρα.
Γιατί η σιωπή μας είναι ο δισταγμός για τη ζωή και το θάνατο.

                                                   ΜΑΝΟΛΗΣ ΑΝΑΓΝΩΣΤΑΚΗΣ

 

ΚΕΙΜΕΝΑ ΤΑΚΗΣ ΠΟΛΙΤΗΣ
Οι εκλογές διεξάγονταν με όλα τα μέτρα ασφαλείας.
Με rapid, μοριακό και self-test για τον κορονοϊό.
Πιστοποιητικό εμβολιασμού πρώτης, δεύτερης και τρίτης δόσης.
Πιστοποιητικό κοινωνικών φρονημάτων από την ασφάλεια για σένα, τον πατέρα σου, τη μάνα σου, τη γιαγιά σου και τον παππού σου, υπογεγραμμένο από τον Κωνσταντίνο Μπογδάνο.
Οι τοίχοι γύρω από τις παλιές σταφιδαποθήκες, δίπλα στο εκλογικό κέντρο, είχαν διακοσμηθεί ανάλογα.
Δημιουργούσαν ατμόσφαιρα και προσέλκυαν το κοινό.
Πίστευαν ότι η προσέλευση των ψηφοφόρων θα ήταν μεγαλύτερη.
Κάπου εκεί γύρω είχαν γυριστεί σκηνές για τον «Θίασο» του Αγγελόπουλου,
όταν ο Σερβίτσος κατέβαινε το πλακόστρωτο στολισμένος με χάρτινες ελληνικές σημαιούλες.
Τα έργα τέχνης που αιφνιδίασαν τους πάντες είχαν ένα υπερηχογράφημα ενός διαμορφωμένου μωρού (σε έγχρωμο). Μια πεταλούδα επηρεασμένη από το κίνημα των χίπις και τα LSD. Το μάτι του Βούδα ή του Μάο να σχίζει ένα στρατσόχαρτο και να προβάλει η φράση «ΤΑ ΠΑΝΤΑ ΡΕΙ». Και ένα κακογραμμένο τετράστιχο ενός TOP ποιητή.
Καλά, δεν υπάρχει αστυνομία αισθητικής για να τους συλλάβει;
Γιατί κρύβουν τις παλιές σταφιδαποθήκες με μαλακίες;
Οι εκλογές ολοκληρώθηκαν με επεισόδια από τους αντιεμβολιαστές, που δεν άφηναν τον κόσμο να μπει στα εκλογικά κέντρα να ψηφίσει.
Η αποχή ήταν μεγάλη γιατί υπήρχαν πολλοί ενεμβολίαστοι.
Τα αποτελέσματα των εκλογών οδήγησαν την ΝΔ σε ήττα.
Ο Κούλης δεν είχε πείσει τους ψηφοφόρους του να εμβολιαστούν.
Την άλλη μέρα…
Σε έκτακτο τεστ που έβαλαν οι δάσκαλοι και οι νηπιαγωγοί στα παιδιά στην τάξη, αυτά απάντησαν με απόλυτη επιτυχία.
Υπήρχε μια φωτογραφία και η ερώτηση ήταν: «Ποιος είναι αυτός;»
Και τα παιδιά απάντησαν!




 

Σάββατο 7 Αυγούστου 2021

ΠΟΙΟΣ ΕΒΑΛΕ ΤΗ ΦΩΤΙΑ;

 

ΠΟΙΟΣ ΕΒΑΛΕ ΤΗ ΦΩΤΙΑ;

Όταν περάσουνε τα χρόνια απ’ τον σκορπιό
Και δεν θα έχεις άλλο για να με μισήσεις
Στείλε μου τότε μόνο ένα ευχαριστώ
Που δεν σε σκότωσα και σ’ άφησα να ζήσεις. 

Θα πω εκείνα που δεν άντεχες ν’ ακούς
Και μία πείνα για αγάπη θα σε τρώει       
Θα μείνεις μόνη μα συνέβη σε πολλούς
Όσοι αγάπησαν δεν είναι τόσο αθώοι. 

                                                                              Οδυσσέας Ιωάννου

 ΚΕΙΜΕΝΑ ΤΑΚΗΣ ΠΟΛΙΤΗΣ

Φύσηξα τα κεριά απ’ την τούρτα για να μην τα σβήσει ο άνεμος.
Οι ρινόκεροι πετούσαν πάνω απ’ τις φλόγες. Εκεί που έβρεχε στάχτες.
Οι αμάλθειες ήταν δεμένες απ’ το δεξί τους πόδι στις φλεγόμενες επαύλεις.
Το μπουρδελο που λέγεται κράτος ήταν για μια ακόμα φορά ανεπαρκές.
Καιγόντουσαν τα πάντα…
Όνειρα μιας ζωής που γίνανε μαντάρα… Μέσα σε λίγα λεπτά…
Είναι τότε που «γερνάς και σκοτεινιάζει».
Γιατί σε προδώσανε οι μαλάκες, οι ρουφιάνοι, οι γελοίοι, οι αμόρφωτοι.
Και σε πρόδωσαν γιατί εσύ ήσουν ο καλύτερος!
Τότε αυτός φώναξε με αγανάκτηση:
-Θα παραιτηθώ. Δεν τον αντέχω άλλο, είναι απατεώνας.
Πέρασε πολύς καιρός για να το καταλάβεις αυτό, παλιέ μου συμμαθητή.
Τόσα χρόνια, μαζί δεν συντρώγατε, δεν συμπίνατε και στο άλλο μαγαζί;
Τι σου ’φταιξε τώρα;
Οι ζαβές που μάζεψε και τους έδωσε και εξουσία;
Η οικονομική διαχείριση που μπάζει νερά;
Γιατί δεν το λες το ποίημα όλο;
Τι φοβάσαι;
Είσαι κάτι που του μοιάζει;
Και τώρα που έφυγες, τι νομίζεις πως σε ξέπλυνε; Η κολυμπήθρα του Σιλωάμ;
Η αστυνομία δεν μπορεί να σβήσει τις φωτιές.
Μόνο να ισχυροποιήσει το αστυνομικό κράτος του Μητσοτάκη. (Με τις πορδές δεν βάφεις αυγά Κούλη).
Οι άλλοι ήταν άσχετοι και άχρηστοι και συνέβηκαν όλα αυτά που συνέβηκαν
στο Μάτι. Τούτοι εδώ όμως είναι εγκληματίες!
Αυτοί πού την πάνε την δουλειά;
Τι θέλουν να κάνουν;
Ό,τι δεν κάηκε χθες, καίγεται τώρα!
Οι εθελοντές πάλευαν μόνοι τους με κλάρες για να σβήσουν την φωτιά.
Πυροσβέστες δεν υπήρχαν. Νερό δεν υπήρχε. Μόνο αστυνόμοι υπήρχαν!
Όπως και τότες που πάλευε μόνος του, μαζί με μια χούφτα συντρόφους
ο Αθανάσιος Κλάρας (Άρης Βελουχιώτης). Τότε πάλευε μόνος του όπως και οι εθελοντές. Κόμμα δεν υπήρχε. Οργάνωση δεν υπήρχε. Ήθος δεν υπήρχε.
Μοναχά ρουφιάνοι και ταγματασφαλίτες.
Πώς να τα βγάλεις πέρα με τον υπόκοσμο;


Κι’ απε Δεκέμβρη στην Αθήνα και φωτιά
τούτο της γης το θαλασσόδαρτο αγκωνάρι
λικνίζει κάτω από το Δρυ και την Ιτιά
Το Διάκο, τον Κολοκοτρώνη και τον Άρη*

*Νίκος Καββαδίας 



 

 

 

 

 

Τρίτη 27 Ιουλίου 2021

ΤΟ ΦΩΣ ΤΟΥ ΣΚΟΤΑΔΙΟΥ

                 ΤΟ ΦΩΣ ΤΟΥ ΣΚΟΤΑΔΙΟΥ



ΚΕΙΜΕΝΑ ΤΑΚΗΣ ΠΟΛΙΤΗΣ

Με το ντουφέκι μου στον ώμο
σε πόλεις κάμπους και χωριά
της λευτεριάς ανοίγω δρόμο
της στρώνω βάγια και περνά…

 

Μακρόσυρτος ζεϊμπέκικος, κουκούτσια από ελιές στο πάτωμα, γόπες από αποτσίγαρα και φθαρμένες ιδεολογίες.
Φτηνά γηροκομεία, ταχυδακτυλουργοί και χορωδίες.
Η κακία των ατάλαντων απαντάει στους ιδιοφυείς με μίσος.
Ιούλιος του 2021 με τον φόβο του κορονοϊού και των κρατικών μέσων εξουσίας.
Πότε και πώς θα τελειώσει αυτό που αρχίσανε;
Θα οδηγήσει πουθενά ή θα οδηγήσει στο τέλος;
Θα αρχίσει κάτι καινούργιο ή δρομολογήθηκαν τα πάντα;
Και πώς θα αντιδράσει ο όχλος;
Θα μας σταυρώσει;

 

Θὰ σᾶς περιμένω μέχρι τὰ φοβερὰ μεσάνυχτα ἀδιάφορος
Δὲν ἔχω πιὰ τί ἄλλο νὰ πιστοποιήσω.
Οἱ φύλακες κακεντρεχεῖς παραμονεύουν τὸ τέλος μου
ἀνάμεσα σὲ θρυμματισμένα πουκάμισα καὶ λεγεῶνες.
Θὰ περιμένω τὴ νύχτα σας ἀδιάφορος
χαμογελώντας μὲ ψυχρότητα γιὰ τὶς ἔνδοξες μέρες.

Πίσω ἀπὸ τὸ χάρτινο κῆπο σας
πίσω ἀπὸ τὸ χάρτινο πρόσωπό σας
ἐγὼ θὰ ξαφνιάζω τὰ πλήθη
ὁ ἄνεμος δικός μου
μάταιοι θόρυβοι καὶ τυμπανοκρουσίες ἐπίσημες
μάταιοι λόγοι.

Μὴν ἀμελήσετε.
Πάρτε μαζί σας νερό.
Τὸ μέλλον μας θὰ ἔχει πολὺ ξηρασία

 

Όλα καταρρέουν στο φως της ημέρας, με τους παπάδες αμολυμένους στους
δρόμους.
Τους παιδεραστές  και τους εμπόρους όπλων να παριστάνουν τους επιτρόπους των TOP εκκλησιών  και την εξουσία να ανθίζει με κάθε λογής άσχετο και λαμόγιο.  Παλιοί καταδότες. Σημερινοί δημόσιοι υπάλληλοι!
Η νύχτα όμως έχει φανταχτερά φαντάσματα που σου υπενθυμίζουν την πραγματική σου ιστορία.  
Σου  δείχνουν φωτογραφίες.
Έχουν αποδείξεις…
 

 

«Aς πιούμε στην υγειά των τρελών, των απροσάρμοστων, των επαναστατών, των ταραχοποιών.
Σε αυτούς που βλέπουν τα πράγματα διαφορετικά, που δεν τιμούν τους κανόνες, που δεν σέβονται την τάξη... Μπορεί να τους επαινέσεις, να διαφωνήσεις, να τους τσιτάρεις,να δυσπιστήσεις, να τους δοξάσεις ή να τους κακολογήσεις.
Αλλά δεν μπορείς να τους αγνοήσεις.
Γιατί αλλάζουν πράγματα.
Βρίσκουν, φαντάζονται, βοηθάνε, ερευνούν, φτιάχνουν, εμπνέουν.
Σπρώχνουν μπροστά τα πάντα.
Ίσως, πρέπει να είναι τρελοί.
Πώς αλλιώς θα κοιτάξουν έναν άδειο καμβά και θα δουν έργο τέχνης;
Ή θα καθίσουν στη σιωπή και θ' ακούσουν τραγούδι που δεν έχει γραφτεί;
Εκεί που κάποιοι βλέπουν τρελούς, εμείς βλέπουμε μεγαλοφυΐες.
Γιατί οι άνθρωποι που είναι αρκετά τρελοί για να πιστεύουν ότι μπορούν
ν' αλλάξουν τον κόσμο, είναι αυτοί που στο τέλος το κάνουν».

 

Άιντε στην υγειά της, που θα λέγε  ο Τόλης!



 

Δευτέρα 28 Ιουνίου 2021

ΟΡΑΜΑΤΑ ΤΗΣ ΑΠΟΚΑΛΥΨΗΣ

 

          ΟΡΑΜΑΤΑ ΤΗΣ ΑΠΟΚΑΛΥΨΗΣ

             ΑΠΟ ΤΟ ΚΟΚΚΙΝΟ ΒΙΒΛΙΟ

                 ΤΟΥ ΤΑΚΗ ΠΟΛΙΤΗ

  

                           

                            Ι

1  Να ξυπνήσω μοναχός ονειρεύομαι

2  Εφιάλτης του νερού

    σε σφηνάκια πανικού αναδύεται.

3  Ερπετά και αμφίβια

    μου τυλίγουν το κορμί.

    Συμπιέζομαι.

4  Φτύνω ψάρια απ’ τα αυτιά

    Καρκίνοι και σκορπιοί

    με τραβάνε απ’ τα αρχίδια.

    Παραμορφώνομαι.

5  Σημαδεύω -πετυχαίνω το θάνατο.

6  Ερπετά και αμφίβια παραδίνονται

7  Και ξυπνώ… μένω μονάχος

    Και αφυδατώνομαι.

 

 

                               ΙΙ

1  Φίδι κατάμαυρο, σαμπρέλα από τρακτέρ

2  Ήλιοι, βατράχοι, πέταλα, χρυσοφτιαγμένες πεταλούδες

3  Στο μάτι του απείρου γαλάζια πέτρα

4  Χωμένα μες την τσέπη του μπουφάν τριάντα αργύρια

5  Πάνω τους μια κουφάλα χαζογελάει

6  Κορώνα στο κεφάλι μου που σκούριασε

7  Σφήνα στο βάθος του μυαλού μου ο εσταυρωμένος

 

 

                        ΙΙΙ

1 Τραγικοί ποιητές δώστε μου δύναμη

   τη σκιά μου να αλλάξω

2 Από παραισθήσεις και οράματα

   να απαλλαγώ, να ξεχάσω

3 Τις διαβολικές μορφές

   με τα πράσινα γάντια

4 Τα Ρώσικα βιολιά που ουρλιάζουν

   στο ματωμένο τείχος

5 Τα κόκκινα μήλα στηριγμένα

   στα χέρια και στο φαλλό του Πανός

6  Το πέος του Πανός. Η πίστη καθενός!

7  Η πούτσα του Πάνα. Ακούρδιστα πιάνα!

 

                       ΙV

1  Το ασημένιο σου κορμί γερμένο,

    τα χέρια τεντωμένα, και οι γροθιές σφιγμένες

2  Τα πόδια σου μαζεμένα από φόβο

3  Μισό κορμί από δύναμη,

    μισό κορμί από φόβο

4  Αράχνες πλέξαν τον ιστό

    στις γωνιές του κορμιού σου

5  Μια θηλυκιά και το παιδί της

6  Το παιδί της θηλυκό και αυτό

7  Θηλιά στο ασημένιο σου κορμί

 

 

                  V

1  Το όνειρο κι αν έσφαλε

    θυσία μπρος στα πόδια σου ας γίνει

2  Πίνω σε κούπα το κρασί

    μπουκάλι αδειανό έχει απομείνει

3  Ήταν κρυφό ό,τι σκέφτηκα

    σεντούκι μυστικό η επιθυμιά μου

4  Και τώρα μια επανάληψη βαρέθηκα

    σαν βλέπω διαρκώς τα ποιήματά μου

5  Κλέβω παράσιτα απ’ την μπάντα των fm

6  Ήχος βαθύς, απόηχος, ο χτύπος της καρδιάς μου

7  Η ώρα σήμανε εφτά.

    Εφτά κι οι εφιάλτες στο όραμά μου


                      

                       VI

   1  Γελοιοποιούν οι γελοιογράφοι τους αιώνες μας

   2  Κατουράνε στα θεμέλια του Παρθενώνα

   3  Φτύνουν τους άγιους της επανάστασης

   4  Γίνονται κήρυκες της τηλεόρασης

   5  Κόβουν με ψαλίδια εφημερίδες

   6  Καταδικάζουν τα όνειρα

   7 Τόσο εύκολα οι μετριότητες θα καταδικάσουν και μένα

                      

                   VII

      1  Κλωτσούσα την κοιλιά του Δία

2  Έντεκα φορές σε επαναληπτική και αργή κίνηση

3  Με κάλυψη

      4  Να μη μας δουν τα περιστέρια

    Τώρα που συσκευάζουνε τα αστέρια

5  Και τα πουλούν μαζί με εφημερίδες

    Ελπίδες σε πυρηνικές σανίδες

6  Μιας δηλητηριασμένης υπερκατανάλωσης

          Πριν απ’ τα χρόνια μιας καινούργιας άλωσης

      7  Αγόρασα ροκφόρ σε σωληνάριο

          Πληρώνοντας το αντίτιμο με σπέρμα