Τρίτη 29 Νοεμβρίου 2022

ΜΙΑ ΕΙΚΟΝΑ, ΕΝΑ ΤΟΠΙΟ



                 ΜΙΑ ΕΙΚΟΝΑ, ΕΝΑ ΤΟΠΙΟ



Μωρή κοντούλα λεμονιά,
Με τα πολλά λεμόνια, Βησσανιώτισσα,
σε φίλησα κι αρρώστησα
και το γιατρό δε φώναξα.

Πότε μικρή, μεγάλωσες;
Κι έγινες για στεφάνι, Βησσανιώτισσα,
σε φίλησα κι αρρώστησα
και το γιατρό δε φώναξα.

Χαμήλωσε, τους κλώνους σου,
να κόψω ένα λεμόνι, Βησσανιώτισσα,
Σε φίλησα κι αρρώστησα
και το γιατρό δε φώναξα.

Για να το στύψω να το πιω,
να μου διαβούν οι πόνοι, Βησσανιώτισσα,
σε φίλησα κι αρρώστησα
και το γιατρό δε φώναξα.

ΕΠΙΜΕΛΕΙΑ ΚΕΙΜΕΝΩΝ ΤΑΚΗΣ ΠΟΛΙΤΗΣ
«Μια εικόνα. Ένα τοπίο που, όσος καιρός κι αν πέρασε, λειτουργεί μέσα μου μουσικά.
Έχει ρυθμό, αναπτύσσεται στο χρόνο... Ψάχνοντας τότε, το '69, για το χωριό της "Αναπαράστασης", βρέθηκα σ' ένα χωριό ψηλά στα Ζαγόρια.
Νοέμβρης μήνας με ψιλόβροχο. Μαύριζε η γκρίζα πέτρα από νερό.
Πένθιμες γυναικείες φιγούρες χάνονταν στα ερείπια. Μια γέρικη φωνή τραγουδούσε στο έρημο καφενείο: "Μωρή κοντούλα λεμονιά...".
Στάθηκα εκεί στην άκρη. Η φωνή ράγισε κι έσπασε έπειτα από λίγο.
Έμεινε το τοπίο με τη βροχή. Έμεινα κι εγώ. Αυτό θα 'παιρνα μαζί μου».
∆εν ξέχασα τίποτα

Περπατούσε στις γραμμές του τρένου με ένα δισάκι στους ώμους, αυτή ήταν όλη του η περιουσία.
Και πολλές μνήμες, που τις ένιωθε σαν σιδερογροθιά στο στομάχι.
Το μελαγχολικό βλέμμα της Ηλέκτρας Αποστόλου, το χαμόγελο του Νίκου Μπελογιάννη την ώρα
της εκτέλεσης, τον ήχο της θάλασσας, την μυρωδιά των ανθών της λεμονιάς.
Οι συνταξιούχοι κομμουνιστές και τα επαγγελματικά στελέχη είχαν επηρεαστεί από τα καινούργια οικονομικά μέτρα. Οι περικοπές τούς είχαν κοστίσει.
Οι μπάτσοι κοπανιόντουσαν μεταξύ τους. Οι δάσκαλοι λιποθυμούσαν στις τάξεις από τη στέρηση και οι φασίστες αυξάνονταν……»

Όλα είναι στη θέση τους, τακτοποιημένα κατά σειρά,
περιμένοντας το χέρι να διαλέξει·
µόνο δεν μπόρεσα να βρω τα παιδικά χρόνια,
µήτε τον τόπο όπου γεννήθηκε ο ήρωας του δράματος.
Όλα τ’ άλλα, να τα:
οι προσωπίδες για τα τρία κύρια συναισθήματα,
τα παραπετάσματα, τα φώτα,
τα σκοτωμένα παιδιά της Μήδειας,
το φαρμάκι και το μαχαίρι.
Τα λόγια, τα θυμάσαι, που αρχίζουν:
Αρκείτω βίος! Ιώ! Iώ!
Αυτός είναι ο διακόπτης των μικροφώνων.
Θα σ’ ακούσουν ως τα πέρατα του κόσμου.
Eµπρός, προβολέα! Καλή τύχη!


…Ζούσε την τελευταία του ώρα. Στο σταθμό, νύχτα, περίμενε το τρένο, που θα’ πεφτε μπροστά του να τελειώνει.
Άξαφνα, από μια παλιά ξεχασμένη παρόρμηση ανέβηκε στη γραμμή να περπατήσει, όπως άλλοτε,
που ήταν ένα αιώνιο παιδί.
Τότε, μ᾿ έκπληξη, είδε τη μικρή πεθαμένη εξαδέλφη να περπατάει στην άλλη γραμμή, απλώνοντας του το χέρι, για να κρατηθούν, πιο στέρεα, πάνω απ᾿ τ᾿ όνειρο.
…Περπάτησαν ώρα, χαμογελώντας ο ένας στον άλλον, κι όταν πέρασε τυφλό το τρένο, βουίζοντας, τα δύο παιδιά χειροπιασμένα συνέχιζαν να προχωράνε πάνω στις ράγες,……ενώ το πτώμα ενός άντρα κείτονταν πιο εκεί.

Βρέθηκε νεκρός 50 μέτρα παρακάτω, στα ανατολικά βρίσκεται (ξεχασμένος από τους πάντες) ο τάφος του Θεμιστοκλή.
"Ξέρεις κάτι... H Ελλάδα πεθαίνει. Πεθαίνουμε σαν λαός. Κάναμε τον κύκλο μας. Δεν ξέρω πόσες χιλιάδες χρόνια ανάμεσα σε σπασμένες πέτρες και αγάλματα. Και πεθαίνει... Αλλά αν είναι να πεθάνει η Ελλάδα να πεθάνει γρήγορα, γιατί η αγωνία κρατάει πολύ, και κάνει πολύ θόρυβο. Μωρή φύση μόνη σου είσαι, μόνος μου είμαι και εγώ. Πάρε ένα μπισκότο

Κάποτε συλλογίζομαι πως όλα τούτα εδώ που γράφω
δεν είναι άλλο παρά εικόνες που κεντούν στο δέρμα τους
φυλακισμένοι ή πελαγίσιοι.
Αποχαιρετιστήρια χρώματα των δειλινών.
Καιρός να ετοιμάσεις τις τρεις βαλίτσες —
τα βιβλία, τα χαρτιά, τα πουκάμισα —
και μην ξεχάσεις εκείνο το ρόδινο φόρεμα που τόσο σου πήγαινε
παρ' ότι το χειμώνα δε θα το φορέσεις.
Εγώ, τις λίγες μέρες που μας μένουν ακόμη,
θα ξανακοιτάξω τούς στίχους που έγραψα Ιούλιο κι Αύγουστο
αν και φοβάμαι πως τίποτα δεν πρόσθεσα, μάλλον
πως έχω αφαιρέσει πολλά, καθώς ανάμεσα τους διαφαίνεται
η σκοτεινή υποψία πως αυτό το καλοκαίρι
με τα τζιτζίκια του, τα δέντρα του, τη θάλασσά του,
με τα σφυρίγματα των πλοίων του στα ένδοξα λιογέρματα,
με τις βαρκάδες του στο φεγγαρόφωτο κάτω απ' τα μπαλκονάκια
και με την υποκριτική ευσπλαχνία του, θα 'ναι το τελευταίο

«Σας εύχομαι υγεία και ευτυχία αλλά δεν μπορώ να κάνω το ταξίδι σας
Είμαι επισκέπτης
Το κάθε τι που αγγίζω με πονάει πραγματικά
Κι έπειτα δεν μου ανήκει
Όλο και κάποιος βρίσκεται να πει "δικό μου είναι"
Εγώ δε...ν έχω τίποτε δικό μου είχα πει κάποτε με υπεροψία
Τώρα καταλαβαίνω πως το τίποτε είναι τίποτε
Ότι δεν έχω καν όνομα
Και πρέπει να γυρεύω ένα κάθε τόσο
Δώστε μου ένα μέρος να κοιτάω
Ξεχάστε με στη θάλασσα
Σας εύχομαι υγεία και ευτυχία».

Χρησιμοποίησα αποσπάσματα ποιημάτων των Τάσου Λειβαδίτη, Γιώργου Σεφέρη,
Γιάννη Ρίτσου και Θόδωρου Αγγελόπουλου.
Κείμενα Μισέλ Φάις, Κώστα Ταχτσή, Θόδωρου Αγγελόπουλου, Τάκη Πολίτη

Κυριακή 30 Οκτωβρίου 2022

ΤΟ ΤΕΛΟΣ ΤΗΣ ΜΥΓΑΣ...

 ΤΟ ΤΕΛΟΣ ΤΗΣ ΜΥΓΑΣ…



Πώς να σωπάσω μέσα μου
την ομορφιά του κόσμου;
Ο ουρανός δικός μου
η θάλασσα στα μέτρα μου.
Πώς να με κάνουν να τον δω
τον ήλιο μ’ άλλα μάτια;
Στα ηλιοσκαλοπάτια
Μ’ έμαθε η μάνα μου να ζω...
Στου βούρκου μέσα τα νερά
ποια γλώσσα μου μιλάνε
αυτοί που μου ζητάνε
να χαμηλώσω τα φτερά;

ΚΩΣΤΑΣ ΚΙΝΔΥΝΗΣ

ΚΕΙΜΕΝΑ ΤΑΚΗΣ ΠΟΛΙΤΗΣ
Οι Έλληνες αποικιοκράτες τα πολύ παλιά τα χρόνια είχαν φτάσει μέχρι τα βάθη της Κεντρικής και της Νότιας Αμερικής.
Εκπαίδευαν σκλάβους για να τους εντάξουν στις νέες παραγωγικές διαδικασίες.
Εκεί πρωτοεφαρμόστηκε το οχτάωρο στην εργασία, όπως επίσης οχτώ ώρες για ψυχαγωγία και για μόρφωση, καθώς επίσης και οχτώ ώρες για ξεκούραση και για ύπνο.
Οργάνωναν σεμινάρια πώς τροχίζουνε το αλέτρι, πώς δενότανε το ατσάλι,* πώς αντικαθιστούσαν το βόδι, τι δείκτη προστασίας θα είχε το αντηλιακό και τι μάρκα κρέμας θα χρησιμοποιούσαν μετά το μαστίγωμα.
Σε μια μικρή πολιτεία, που αργότερα έγινε κράτος, ζούσε ο Κώστας με τη Μαρίκα.
Εκεί πρωτογέννησαν τα παιδιά τους, γιατί σε τούτη δω την περίπτωση επιβεβαιώνεται η θεωρία
των αρχαίων Ελλήνων για τις μετεμψυχώσεις και για την εξέλιξη των ειδών, που ξεκινούν από έντομα ή κατσαρίδες και καταλήγουν σε υπουργούς, πρωθυπουργούς ή ακόμα και βασιλείς.
Ο θρύλος λέει πως κυβέρνησαν εφτά πολιτείες, που αργότερα έγιναν κράτη, και πως το όνομά τους ξεπέρασε σε μέγεθος κι εκείνο του Σιμόν Μπολιβάρ.
Και πέρασαν πολλά-πολλά χρόνια και μεσολάβησαν πολλές μετεμψυχώσεις και άλλες πολλές μεταλλάξεις για να καταλήξουν στη σημερινή τους μορφή.
«Κούλα είναι πολύ κωλόπαιδο ο Κυριάκος… και στον καινούργιο του ρόλο…»
Τι μαλακίες γράφει ο άνθρωπος για να βγάλει το ψωμί του! Τι μαλακίες γράφει ο άνθρωπος για να του πετύχει μια αστεία εισαγωγή!
Ένα μαύρο στίγμα πάνω στο καρπούζι μου με έκανε να βλαστημήσω το Γύφτο επιχειρηματία που με ξεγέλασε και μου πούλησε καρπούζι με κουκούτσι.
Η βλαστήμια μου όμως ήταν άδικη απέναντι στο Γύφτο μεγαλέμπορο. Δεν ήταν κουκούτσι ….
Ήταν μια μύγα που ρουφούσε με θράσος τους χυμούς του μεταλλαγμένου καρπουζιού.
Είχε πλησιάσει το τέλος της.
Τόσο σημαντικά γεγονότα διαδραματίζονται στην επικαιρότητα και αυτή αδιαφορεί για τις εξελίξεις και ρουφάει ανεξέλεγκτα τους χυμούς αυτού εδώ του φρούτου;…
Ύψωσα σαν σημαία την (κόκκινη) μυγοσκοτώστρα, την κατέβασα με αυξημένη επιτάχυνση προσγειώνοντάς την με τεράστια δύναμη. Κι έτσι έγινε η μύγα ένα με το μεταλλαγμένο καρπούζι του Γύφτου εφοπλιστή…….
Ξημέρωσε … Κατέρρευσε σαπισμένη ξυλοκατασκευή στην παιδική χαρά του Μπούφαλο, στο Αίγιο (το αρχαίο θέατρο σας μάρανε…).
O καρδιοχειρουργός ζήτησε από τον ταλαίπωρο συνταξιούχο ασθενή των 580 euro, φακελάκι με 1500 euro.
Κι ο Σήφης ο κροκοδειλος, μετά τον ντόρο των ΜΜΕ, θα συλληφθεί.
Θα του υιοθετήσουν και κανά-δυο παιδάκια για να καταλήξει τουριστική ατραξιόν συν γυναιξί και τέκνοις!

*Nικολάι Oστρόφσκι


Δευτέρα 26 Σεπτεμβρίου 2022

ΟΙ ΟΡΝΙΘΕΣ


                                                          ΟΙ ΟΡΝΙΘΕΣ


Γέρασα σύντροφε……..γέρασα
Κουράστηκα να μάχομαι δράκους και ανεμόμυλους
Βαρέθηκα μια διαρκή επανάληψη, βαρέθηκα….
Η ταξική πάλη διεξάγεται στους δρόμους της Βραζιλίας
Όταν αντιπαλεύεις όλα όσα αγάπησες όλα όσα γέννησες
Πριν αυτά πέσουν στα χέρια των εκμεταλλευτών και των εμπόρων
Γέρασα σύντροφε ….. Βαρέθηκα….
Η εμφυλιακή κατάσταση μεταφέρθηκε στα δικά μας χωράφια
Στα δικά μας χώματα. Ματώνει η καρδιά μου σύντροφε…….
Γιόμισε ο τόπος πουτάνες, προβοκάτορες και μυστικούς πράκτορες
Όπως στα γήπεδα της Βραζιλίας. Όταν ο λαός στους δρόμους,
αντιπαλεύει και μάχεται όλα όσα αγάπησε
Πριν πέσουν στα χέρια των εκμεταλλευτών και των εμπόρων.


ΚΕΙΜΕΝΑ ΤΑΚΗΣ ΠΟΛΙΤΗΣ
Αφορμή για να γράψω αυτό το άρθρο ήταν η σχολική παράσταση ενός δημοτικού σχολείου. Η μακέτα της αφίσας ήταν εκπληκτική, όμως δεν παρακολούθησα την παράσταση Άφησα τη φαντασία μου να δουλέψει παίρνοντας υλικό από το σκελετό του κειμένου εκείνου του αρχαίου παππού προσθέτοντας όπως θα το ήθελε και εκείνος στοιχεία και πρόσωπα της σημερινής πραγματικότητας.
Πρωταγωνιστές του σύγχρονου έργου είναι ένας ψαλιδοχέρης υπερεπαναστάτης, ένας εσωτερικός μετανάστης εμψυχωτής, η θεά που ανακάλυψε την κιμωλία το 2014, ο μονάρχης που είναι ο μόνος που δικαιούται την «ανατροπή» αφού την έχει κατοχυρώσει ως λέξη στο συμβούλιο των θεών, κάτι γεροντοχούφταλα από το muppet show. Ξέχασα, κι ο κουρέας. Δεν υφίσταται σύγχρονο έργο, σύγχρονο σενάριο χωρίς κουρέα……
Και ο χορός. Πλήθος λαός όχι όμως πουλιά (χαζοπούλια) αλλά μαϊμούδες, χιλιάδες μαϊμούδες που χειροκροτούν ό,τι κι αν συμβεί……
Όλοι αυτοί είναι οι άνθρωποι της διπλανής μας πόρτας, οι γείτονες, οι συμπολίτες.
Αλήθεια, πώς μπορείς να συκοφαντήσεις τους σφουγκοκωλάριους και τους ρουφιάνους του Δήμου; Πώς μπορείς να καταδικάσεις όλους αυτούς τους σκοτεινούς παρασκηνιακούς τύπους, που λυμαίνονται και τρώνε τους φόρους και τους κόπους του απλού πολίτη;
Σκηνές από το έργο της Δευτέρας. Η φυγή δυο ανθρώπων από την τυραννία, τους νόμους, την έλλειψη δημοκρατίας και αξιοκρατίας τους οδηγεί στην ιδέα να δημιουργήσουν το βασίλειο της ουτοπίας. Κατασκευάζουν ένα τείχος ανάμεσα στους θεούς και τους ανθρώπους για να μην περνάει η τσίκνα και οι μίζες χρησιμοποιώντας σαν εργάτες τα χαζοπούλια, δηλαδή τον απλό λαό.
Παραμυθιάζουν τα χαζοπούλια οι δικολάβοι έχοντας ως κεντρικό σύνθημα
«Ο ΛΑΟΣ ΣΤΗΝ ΕΞΟΥΣΙΑ». Αυτά χωρίζονται σε ομάδες (κόμματα) και χτίζουν το τείχος. Ύστερα πλακώνουν λογιστές, τραπεζίτες, μεγαλέμποροι, πολυεθνικές, μεγαλογιατροί, πολιτικοί, Μαφιόζοι, ΜΜΕ, διαφημιστές, η Ιντερπόλ, ο Μπόμπολας, η Βούλτεψη, ο Γιακουμάτος και ο Βορίδης. Και πριν προλάβει να χαλάσει η συνταγή, το έργο τελειώνει με το γάμο του Καραγκιόζη γιατί σε τούτη δω τη χώρα, όλα πρέπει να τελειώνουν με happy end.
Όλα καθορίζονται από ρουφιάνους, προβοκάτορες, μαφιόζους και μυστικές υπηρεσίες. Τίποτα δεν μπορεί να επηρεάσει τα προσυμφωνημένα.
Έχουν διεισδύσει παντού, ακόμα και σε χώρους που δε μπορείς να φανταστείς.
Σε σωματεία, σε πολιτικούς οργανισμούς, στην τοπική αυτοδιοίκηση, στις τράπεζες,
στην εκκλησία, στο στρατό, στην εκπαίδευση, ακόμα και σε αριστερίστικες αντιεξουσιαστικές εξωκοινοβουλευτικές ομάδες.
Τα λεφτά είναι πολλά και χρησιμοποιούνται μέσα θεμιτά και αθέμιτα για την κατάχτηση της εξουσίας.

Ξαφνικά, μια ερώτηση αναστατώνει το πλήθος.
Είναι η φωνή του αφηγητή από το υπερπέραν:
«Σας ρωτώ με απορία όπως θα ρωτούσε κι η αδελφή γοργόνα τον κάθε καραβοκύρη. Σύντροφε θεατή, Ζει η Σοβιετική Ένωση;»
Και του απαντούν οι καπεταναιοι από το υπερπέραν με στόμφο και ένταση:
«Ζει! Ζει και Βασιλεύει! Και τον κόσμο κυριεύει!»

Πριν το φινάλε βγαίνει ο τραγουδιστής στη σκηνή εντελώς μόνος. Είναι βαμμένος
με τα χρώματα του πολέμου. Δεν υπάρχει καμία μαϊμού ούτε στο χορό ούτε στο
ακροατήριο και τραγουδάει οργισμένος …..

Ποιος σκάει ο κόσμος κι αν χαλάει
αυτή η βρωμοάνοιξη σαν σβούρα με γυρνάει
κι η καρδιά μου σαν σαράβαλο σε κατηφόρα πάει

Άντε ας πάει ψηλά ετούτη η ζήση
μοσχοβολάει η ανάσα της μπαρούτι και χασίσι
κι η καρδιά μου σαν σαράβαλο που ορμά να τη φιλήσει

Ποιος κλαίει μέσα μου και μου λέει
ξύπνα δεν είναι όνειρο το χιόνι που μας καίει
η φτώχεια είναι πιο φρόνιμη αν νιώθει ότι φταίει

Ποιος σκάει ο κόσμος που το πάει
αυτή η βρωμοάνοιξη με σκίζει με μεθάει
κι η καρδιά μου σαν σαράβαλο στ’ αστέρια ξεφυσάει

Πού θα πάει, πού θα πάει τούτη η ρόδα που κολλάει
κι όλο στην αρχή γυρνάει
πού θα πάει θα ξεκολλήσει
κι ο κόσμος σαν σαράβαλο γι’ αλλού θα ροβολήσει

Πού θα πάει, πού θα πάει τούτη η νύχτα που κρατάει
και δε λέει να τελειώσει
πού θα πάει θα ξημερώσει
κι η καρδιά μου σαν σαράβαλο όλους σας θ’ ανταμώσει*


* Γιάννης Αγγελάκας «Το σαράβαλο»

Παρασκευή 5 Αυγούστου 2022

4η ΑΥΓΟΥΣΤΟΥ

 

  4η  ΑΥΓΟΥΣΤΟΥ


Αυτός ήτανε νόμισμα
κι εσύ ήσουν σκουλήκι.
Αυτός ήτανε βασιλιάς
κι εσύ ήσουν το πιόνι.
Αυτός φορούσε τη στολή
και συ έβαζες καπέλο,
μπας και ψηλώσεις…

ΕΠΙΜΕΛΕΙΑ ΚΕΙΜΕΝΩΝ ΤΑΚΗΣ ΠΟΛΙΤΗΣ
Με πρόσχημα το πολυμεταχειρισμένο και διάτρητο πολιτικά, επιχείρημα του «κομμουνιστικού κινδύνου» – o Mεταξάς με τη σύμφωνη γνώμη του βασιλιά και την παρότρυνση του ξένου (βρετανικού τότε…) παράγοντα, κηρύσσει στις 4 Αυγούστου 1936 τη δικτατορία, δημοσιεύοντας αιφνιδιαστικά περί αναστολής των σχετικών με τις ατομικές ελευθερίες άρθρων του Συντάγματος. 
Τα κόμματα, και ιδιαίτερα το ΚΚΕ, κηρύσσονται εκτός νόμου.
Εκείνη την εφιαλτική νύχτα πιάστηκαν ο Δημήτρης Γληνός, βουλευτής του «Λαϊκού Μετώπου» 
και κορυφαίος στοχαστής του τόπου, ο καθηγητής του Συνταγματικού Δικαίου Αλέξανδρος Σβώλος, 
ο Ιωάννης Σοφιανόπουλος, διαπρεπής πολιτικός του Τύπου, ο Κώστας Γαβριηλίδης, ηγέτης της Αγροτικής Αριστεράς, ο Θεμιστοκλής Τσάτσος, βουλευτής τότε των Φιλελευθέρων, o διανοούμενος Νίκος Καρβούνης, καθώς και άλλοι βουλευτές.Είκοσι μέρες αργότερα πιάστηκε στην παρανομία και 
ο ηγέτης του Κ.Κ.Ε Νίκος Ζαχαριάδης. Χίλιοι περίπου πολίτες, στελέχη και μέλη του ΚΚΕ, πιάστηκαν και εκτοπίστηκαν στα στρατόπεδα της δικτατορίας στα νησιά του Αιγαίου, ενώ 350 θεωρούμενοι σαν «άκρως επικίνδυνοι» κλείστηκαν στο φοβερό στρατόπεδο της Ακροναυπλίας. 
Τα βασανιστήρια, μεταξύ των οποίων υπήρχαν τα αποκλειστικά εφευρήματα της δικτατορίας, όπως 
το βασανιστήριο να κάθεται ο ανακρινόμενος με γυμνά τα οπίσθιά του σε κολόνες πάγου, ή να ποτίζεται βιαίως με ρετσινόλαδο, ήταν στην ημερήσια διάταξη για την απόσπαση πληροφοριών ή «δηλώσεων μετανοίας».Παράλληλα, άρχισε έντονος διωγμός των ιδεών.
Ο Μεταξάς μιμούμενος τον Χίτλερ, οργάνωσε τη δημόσια καύση των προοδευτικών βιβλίων στα Προπύλαια του Πανεπιστημίου και τους στύλους του Ολυμπίου Διός.
Οι κανιβαλικές αυτές πυρές, σε συνδυασμό με την άγρυπνη λογοκρισία του Τύπου, έδωσαν καθαρά 
το φασιστικό στίγμα του καθεστώτος.
Τον Σεπτέμβριο του 1936, προκειμένου η δικτατορία να επεκτείνει το διωγμό όχι μόνο στη δράση, αλλά και στο στοχασμό, δημοσίευσε τον φασιστικής – ναζιστικής έμπνευσης νόμο της περί διώξεως του κομμουνισμού.

Το άρθρο 1ο αφορούσε στο διωγμό των ιδεών:

 Άρθρον 1ον. Τιμωρείται διά φυλακίσεως τριών τουλάχιστον μηνών και εκτόπισιν εξ μηνών μέχρι δύο ετών εις τόπον οριζόμενον διά της καταδικαστικής αποφάσεως: άπας όστις εγγράφως, προφορικώς ή καθ’ οιονδήποτε άλλον τρόπον αμέσως ή εμμέσως επιδιώκει την διάδοσιν, ανάπτυξιν και εφαρμογήν θεωριών, ιδεών ή κοινωνικών συστημάτων τεινόντων εις την ανατροπήν του κρατούντος εν τη χώρα κοινωνικού καθεστώτος ή εις την απόσπασιν ή αυτονόμησιν μέρους της Επικρατείας, ως και ο προσηλυτίζων εις τας θεωρίας, ιδέας και τα συστήματα ταύτα καθ’ οιονδήποτε τρόπον Ο νόμος του Μεταξά (ανάλογος με τον επίσης ψηφισθέντα από τη δικτατορία νόμο 375 περί κατασκοπείας, ο οποίος εφαρμόστηκε στον εμφύλιο πόλεμο εναντίον της Αριστεράς) ήταν η εκ των υστέρων νομιμοποίηση των εγκλημάτων εναντίον των ιδεών που εξαπέλυσε η 4η Αυγούστου.









Σάββατο 23 Ιουλίου 2022

ΤΟ ΦΩΣ ΤΟΥ ΣΚΟΤΑΔΙΟΥ



   ΤΟ ΦΩΣ ΤΟΥ ΣΚΟΤΑΔΙΟΥ



ΚΕΙΜΕΝΑ ΤΑΚΗΣ ΠΟΛΙΤΗΣ
Με το ντουφέκι μου στον ώμο
σε πόλεις κάμπους και χωριά
της λευτεριάς ανοίγω δρόμο
της στρώνω βάγια και περνά…


Μακρόσυρτος ζεϊμπέκικος, κουκούτσια από ελιές στο πάτωμα, γόπες από αποτσίγαρα και φθαρμένες ιδεολογίες.
Φτηνά γηροκομεία, ταχυδακτυλουργοί και χορωδίες.
Η κακία των ατάλαντων απαντάει στους ιδιοφυείς με μίσος.
Ιούλιος του 2021 με τον φόβο του κορονοϊού και των κρατικών μέσων εξουσίας.
Πότε και πώς θα τελειώσει αυτό που αρχίσανε;
Θα οδηγήσει πουθενά ή θα οδηγήσει στο τέλος;
Θα αρχίσει κάτι καινούργιο ή δρομολογήθηκαν τα πάντα;
Και πώς θα αντιδράσει ο όχλος;
Θα μας σταυρώσει;

Θὰ σᾶς περιμένω μέχρι τὰ φοβερὰ μεσάνυχτα ἀδιάφορος
Δὲν ἔχω πιὰ τί ἄλλο νὰ πιστοποιήσω.
Οἱ φύλακες κακεντρεχεῖς παραμονεύουν τὸ τέλος μου
ἀνάμεσα σὲ θρυμματισμένα πουκάμισα καὶ λεγεῶνες.
Θὰ περιμένω τὴ νύχτα σας ἀδιάφορος
χαμογελώντας μὲ ψυχρότητα γιὰ τὶς ἔνδοξες μέρες.


Πίσω ἀπὸ τὸ χάρτινο κῆπο σας
πίσω ἀπὸ τὸ χάρτινο πρόσωπό σας
ἐγὼ θὰ ξαφνιάζω τὰ πλήθη
ὁ ἄνεμος δικός μου
μάταιοι θόρυβοι καὶ τυμπανοκρουσίες ἐπίσημες
μάταιοι λόγοι.

Μὴν ἀμελήσετε.
Πάρτε μαζί σας νερό.
Τὸ μέλλον μας θὰ ἔχει πολὺ ξηρασία


Όλα καταρρέουν στο φως της ημέρας, με τους παπάδες αμολυμένους στους
δρόμους.
Τους παιδεραστές και τους εμπόρους όπλων να παριστάνουν τους επιτρόπους των TOP εκκλησιών και την εξουσία να ανθίζει με κάθε λογής άσχετο και λαμόγιο. Παλιοί καταδότες. Σημερινοί δημόσιοι υπάλληλοι!
Η νύχτα όμως έχει φανταχτερά φαντάσματα που σου υπενθυμίζουν την πραγματική σου ιστορία.
Σου δείχνουν φωτογραφίες.
Έχουν αποδείξεις…

«Aς πιούμε στην υγειά των τρελών, των απροσάρμοστων, των επαναστατών, των ταραχοποιών.
Σε αυτούς που βλέπουν τα πράγματα διαφορετικά, που δεν τιμούν τους κανόνες, που δεν σέβονται την τάξη... Μπορεί να τους επαινέσεις, να διαφωνήσεις, να τους τσιτάρεις,να δυσπιστήσεις, να τους δοξάσεις ή να τους κακολογήσεις.
Αλλά δεν μπορείς να τους αγνοήσεις.
Γιατί αλλάζουν πράγματα.
Βρίσκουν, φαντάζονται, βοηθάνε, ερευνούν, φτιάχνουν, εμπνέουν.
Σπρώχνουν μπροστά τα πάντα.
Ίσως, πρέπει να είναι τρελοί.
Πώς αλλιώς θα κοιτάξουν έναν άδειο καμβά και θα δουν έργο τέχνης;
Ή θα καθίσουν στη σιωπή και θ' ακούσουν τραγούδι που δεν έχει γραφτεί;
Εκεί που κάποιοι βλέπουν τρελούς, εμείς βλέπουμε μεγαλοφυΐες.
Γιατί οι άνθρωποι που είναι αρκετά τρελοί για να πιστεύουν ότι μπορούν
ν' αλλάξουν τον κόσμο, είναι αυτοί που στο τέλος το κάνουν».


Άιντε στην υγειά της, που θα λέγε ο Τόλης!


Δευτέρα 27 Ιουνίου 2022

ΠΟΙΟΣ ΕΒΑΛΕ ΤΗ ΦΩΤΙΑ;

 ΠΟΙΟΣ ΕΒΑΛΕ ΤΗ ΦΩΤΙΑ;



Όταν περάσουνε τα χρόνια απ’ τον σκορπιό
Και δεν θα έχεις άλλο για να με μισήσεις
Στείλε μου τότε μόνο ένα ευχαριστώ
Που δεν σε σκότωσα και σ’ άφησα να ζήσεις.

Θα πω εκείνα που δεν άντεχες ν’ ακούς
Και μία πείνα για αγάπη θα σε τρώει
Θα μείνεις μόνη μα συνέβη σε πολλούς
Όσοι αγάπησαν δεν είναι τόσο αθώοι.

                                     Οδυσσέας Ιωάννου

ΚΕΙΜΕΝΑ ΤΑΚΗΣ ΠΟΛΙΤΗΣ

Φύσηξα τα κεριά απ’ την τούρτα για να μην τα σβήσει ο άνεμος.
Οι ρινόκεροι πετούσαν πάνω απ’ τις φλόγες. Εκεί που έβρεχε στάχτες.
Οι αμάλθειες ήταν δεμένες απ’ το δεξί τους πόδι στις φλεγόμενες επαύλεις.
Το μπουρδελο που λέγεται κράτος ήταν για μια ακόμα φορά ανεπαρκές.
Καιγόντουσαν τα πάντα…
Όνειρα μιας ζωής που γίνανε μαντάρα… Μέσα σε λίγα λεπτά…
Είναι τότε που «γερνάς και σκοτεινιάζει».
Γιατί σε προδώσανε οι μαλάκες, οι ρουφιάνοι, οι γελοίοι, οι αμόρφωτοι.
Και σε πρόδωσαν γιατί εσύ ήσουν ο καλύτερος!

Τότε αυτός φώναξε με αγανάκτηση:
-Θα παραιτηθώ. Δεν τον αντέχω άλλο, είναι απατεώνας.
Πέρασε πολύς καιρός για να το καταλάβεις αυτό, παλιέ μου συμμαθητή.
Τόσα χρόνια, μαζί δεν συντρώγατε, δεν συμπίνατε και στο άλλο μαγαζί;
Τι σου ’φταιξε τώρα;
Οι ζαβές που μάζεψε και τους έδωσε και εξουσία;
Η οικονομική διαχείριση που μπάζει νερά;
Γιατί δεν το λες το ποίημα όλο;
Τι φοβάσαι;
Είσαι κάτι που του μοιάζει;

Και τώρα που έφυγες, τι νομίζεις πως σε ξέπλυνε; Η κολυμπήθρα του Σιλωάμ;
Η αστυνομία δεν μπορεί να σβήσει τις φωτιές.
Μόνο να ισχυροποιήσει το αστυνομικό κράτος του Μητσοτάκη. (Με τις πορδές δεν βάφεις αυγά Κούλη).
Οι άλλοι ήταν άσχετοι και άχρηστοι και συνέβηκαν όλα αυτά που συνέβηκαν
στο Μάτι. Τούτοι εδώ όμως είναι εγκληματίες!
Αυτοί πού την πάνε την δουλειά;
Τι θέλουν να κάνουν;

Ό,τι δεν κάηκε χθες, καίγεται τώρα!
Οι εθελοντές πάλευαν μόνοι τους με κλάρες για να σβήσουν την φωτιά.
Πυροσβέστες δεν υπήρχαν. Νερό δεν υπήρχε. Μόνο αστυνόμοι υπήρχαν!
Όπως και τότες που πάλευε μόνος του, μαζί με μια χούφτα συντρόφους
ο Αθανάσιος Κλάρας (Άρης Βελουχιώτης). Τότε πάλευε μόνος του όπως και οι εθελοντές. Κόμμα δεν υπήρχε. Οργάνωση δεν υπήρχε. Ήθος δεν υπήρχε.
Μοναχά ρουφιάνοι και ταγματασφαλίτες.
Πώς να τα βγάλεις πέρα με τον υπόκοσμο;



Κι’ απε Δεκέμβρη στην Αθήνα και φωτιά
τούτο της γης το θαλασσόδαρτο αγκωνάρι
λικνίζει κάτω από το Δρυ και την Ιτιά
Το Διάκο, τον Κολοκοτρώνη και τον Άρη*


*Νίκος Καββαδίας



Παρασκευή 27 Μαΐου 2022

ΜΕΝΕΛΑΟΣ ΛΟΥΝΤΕΜΗΣ

 

                 ΜΕΝΕΛΑΟΣ  ΛΟΥΝΤΕΜΗΣ

ΕΠΙΛΟΓΗ ΚΕΙΜΕΝΩΝ ΤΑΚΗΣ ΠΟΛΙΤΗΣ

Ο Μενέλαος Λουντέμης δεν υπέγραψε ποτέ δήλωση μετανοίας κουβαλώντας τον σταυρό του μαρτυρίου του μέχρι τέλους. Ζώντας στο κολαστήριο της Μακρονήσου και βιώνοντας στο πετσί του τα βασανιστήρια, τους εξευτελισμούς και τις ταπεινώσεις έπειτα από χρόνια, αυτοεξόριστος ήδη στη Ρουμανία, θα καταθέσει τον αγώνα και τις εμπειρίες του στο αυτοβιογραφικό μυθιστόρημα  «Οι Ήρωες κοιμούνται ανήσυχα» (Σαρκοφάγοι ΙΙ), ιδιαίτερα όμως στο συγκλονιστικό«Οδός Αβύσσου, αριθμός 0».Γράφει και αρκετά ποιήματα. Ανάμεσά τους ξεχωρίζει το «Είμαι καλά».Αφορμή της έμπνευσής του είναι οι απαγορεύσεις της λογοκρισίας από τη διοίκηση του στρατοπέδου, αφού σ’ αυτόν τον τόπο του μαρτυρίου οι διαταγές σχετικά με την αλληλογραφία επέβαλαν να γράφονται μόνον «ολίγαι λέξεις υπό την έννοιαν ότι ο αποστολεύς υγιαίνει».Ο Φώτης Σιούμπουρας, μάλιστα, στο βιβλίο του «Ο δικός μας Μενέλαος Λουντέμης», υποστηρίζει γι’ αυτό το ποίημα πως ο συγγραφέας, σε μία έκρηξη καρδιάς και ψυχής κάθισε κι έγραψε στη Μακρόνησο επιστολή προς τη Μάνα. Δεν την έστειλε στη μάνα του, μα στη μητέρα του συνεξόριστου Μάνου Κατράκη, την οποία αποκαλούσε ηρωίδα και λάτρευε Μίκης Θεοδωράκης

Είμαι καλά
Είμαι καλά, Μητερούλα… αυγή μου…  
Σπεύδω να καλοπιάσω τον φόβο σου. Είμαι καλά.
Κάθομαι κάτω απ’ τον ίσκιο της λύπης μου,
κι αφήνω την πένα μου να κλάψει… Μάνα…
Τρεμούλα των χεριών…
Χρόνια που ξεφεύγετε απ’ την μπόλια…
Στεναγμέ που μετράς τον μισεμό μου…
Είμαι καλά.
Πρώτον, Σεβαστή μου…´
Πρώτον έρχομαι να ερωτήσω… Και δεν ρωτώ τίποτα.
Εδώ δεν ρωτούν. Όλοι είναι καλά…´
Κι ας ανεμίζονται οι κρεμάλες πάνω απ’ τα κεφάλια τους.
Κι ας τρώει τα πόδια τους η ύαινα, η πίσσα.
Είμαι καλά.
Πρώτον, Μητερούλα… Υγείαν έχω
Και το στήθος μού φωνάζει σαν πρόβατο βραχνό.
Κι ο ραβδιστής μετράει την ώρα στα πλευρά μου.
Πρώτον, Μητερούλα… Μα συγχώρα με και σήμερα.
Συγχώρα με και σήμερα που δεν θα μάθεις την αλήθεια.
Η αλήθεια γέρασε και δεν ταξιδεύει.
Δεν περνά τη θάλασσα.
Η αλήθεια, Μανούλα, είναι βόλι. Και δεν θα την πω.
Είμαι καλά.
Σήμερα κλείνω τα χίλια γράμματα. Μα ξέρω…
Πως έχεις χρόνους να πάρεις μήνυμά μου.
Μα συχώρα με. Συχώρα με, Μητέρα.
Για τα χίλια μονότονα Είμαι καλά
Τα χίλια μονότονα ψέματά μου.
Πήρα ξανά για να σου γράψω.
Έχω την κάρτα μου στα γόνατα.
Και τη χαϊδεύω σαν περίλυπο πουλί!
Το χέρι πια το γράφει μοναχό του
το μικρό, πικρό του, μάθημα:
Είμαι καλά.
Ξέρω, αχ, Μητερούλα…
Ξέρω πως σου στέλνω κάθε μέρα
την ταχτική δόση της πίκρας μου. Ξέρω
πως τη χαϊδεύεις τούτη την ψευτιά μου…
Πως τη ραίνεις με δάκρυα και παραμιλάς. Ξέρω.
Μα δεν κάνει φτερά άλλη λέξη από ’δω…
Είμαι καλά.
Μπορείς, ακριβή μου, να τη διαβάσεις και δίχως φως.
Δεν είναι καν ανάγκη να τη διαβάσεις.
Φτάνει μόνο να ’ρθει, να ακουστεί στην εξώπορτα…
η φωνή του ταχυδρόμου.
Τότε, Μανούλα, μπορεί και να μην είμαι καλά.
Μα εσύ να πιστέψεις τη γραφή μου
Είμαι καλά.
Είμαι καλά… Αφού μπορώ και σέρνω το μολύβι.
Είμαι καλά… Αφού μπορώ και το ψελλίζω.
Είμαι καλά… Αφού αραδιάζω στο χαρτί,
Είμαι καλά.
Αχ, να μπορούσα να ’χα έναν ουρανό
γεμάτο από ψεύτικα τέτοια πουλιά.
Και να τα ’χυνα στο διάστημα…
Για να ’ρχονται – κι όταν εγώ δεν θ’ ανασαίνω.
Να ’ρχονται και να ραμφίζουν το τζάμι του σπιτιού μας.
(Αυτό που κοιτάζει κατά τη θάλασσα)
Και να κελαηδούμε. Να κελαηδούνε σμήνη τις ψευτιές:
Είμαι καλά.
Μανούλα εσύ… Εσύ που διαβάζεις με τα δάχτυλα.
Εσύ πού μιλάς τη γλώσσα των χεριών…
Ακούμπησε τα χείλη σου στο χαρτί
Έτσι όπως έβρισκες, σαν ήμουν παιδί, τον πυρετό μου…
Και διάβασε πάνω στ’ άγραφο χαρτί
Και διάβασε ολόισια απ’ την καρδιά μου:
Μάνα… Αχ… Μάνα, Μάνα…
Το κορμί που κανάκεψαν τα χέρια σου
έλιωσε σήμερα κάτω απ’ το λιθάρι.
Η φωνή που νανούριζε τον ύπνο σου
βέλαξε κατ’ απ’ το μαχαίρι.
Μα εσύ γέλα, ακριβή μου. Γέλα…
Πες πως ξύπνησες απ’ όνειρο κακό.
Και γέλα να τα διώξεις.
Γέλα, κι εγώ… ησύχασε, Μανούλα.
Είμαι καλά
Σήμερα μου χύσανε το φως μου. Είμαι καλά.
Είμαι καλά. Χτες κόψανε τα νύχια μου.
Τρόμοι μου πήραν τα φρένα μου. Είμαι καλά.
Είμαι καλά. Αύριο θα με σταυρώσουν.
Είμαι καλά. Είμαι καλά. Είμαι καλά…
Είμαι καλά. Κι ας μην έχω πια μυαλό να το σκεφτώ.
Είμαι καλά. Κι ας μην έχω πια μιλιά να το φωνάξω.
Είμαι καλά. Κι ας μην έχω χέρι να το γράψω.
Γι’ αυτό το σκάβω. Το σμιλεύω επιτύμβιο.
Πάνω σ’ αυτόν τον ανεμόδαρτο γκρεμνό.
Σ’ αυτό το τρελό νεκροταφείο
πως όλοι οι νεκροί του είναι καλά

Ο Λουντέμης κατηγορήθηκε για εσχάτη προδοσία, για αντεθνική δράση, κλπ γνωστά της εποχής και μετά από χρόνια εξορίας στην Ικαρία – Μακρόνησο και Αη-Στράτη και ενώ πλέον είναι ετοιμοθάνατος από τις κακουχίες και το ξύλο δικάζεται (1956) για το βιβλίο του «Βουρκωμένες μέρες».Απόσπασμα από τη δίκη:

Ο Θεοτοκάτος (συνήγορος του Λουντέμη) παίρνει από το τραπέζι ένα πανόδετο βιβλίο με γαλάζιο ξεθωριασμένο εξώφυλλο, το ανοίγει και αρχίζει να απαγγέλει, καθαρά και βροντόφωνα για να μπορούν να τον παρακολουθούν όλοι:
 

 Εγώ είμαι ο γκρεμιστής
 Γιατί εγώ είμαι κι ο χτίστης
 Ο διαλεχτός της άρνησης
 Κι ο ακριβογιός της πίστης.
 Και θέλει και το γκρέμισμα
 Νου και καρδιά και χέρι.

Στου μίσους τα μεσάνυχτα
Τρέμει ενός πόθου αστέρι.
Κι αν είμαι της νυχτιάς βλαστός,
Του χαλασμού πατέρας
Πάντα κοιτάζω προς το φως
Το απόμαυρο της μέρας

       Του μακρεμένου αγναντευτής
       Κι ο κλέφτης κι ο απελάτης
       Και με το καριοφύλλι μου
       Και με το απελατίκι
       Την πολιτεία την κάνω ερμιά,
       Γη χέρσα το χωράφι.

Εδώ ο Θεοτοκάτος σταματά, στρέφεται προς το μάρτυρα και λέει:

-Περιμένω ν’ ακούσω τη γνώμη σας γι’ αυτό το κείμενο κύριε μάρτυς.
 Ο Καραχάλιος (μάρτυρας, αστυνόμος γενικής ασφαλείας) σωπαίνει. Ύστερα από     
λίγο λέει:

-Δεν μπορώ να εκφράσω γνώμη μόνο από ένα απόσπασμα.
-Τότε παρακαλώ τον πρόεδρο να μου επιτρέψει να συνεχίσω, λέει ο Θεοτοκάτος.

       Κάλλιο φυτρώστε αγραγκαθιές
       Και κάλλιο ουρλιάστε, λύκοι,
       Κάλλιο φουσκώστε ποταμοί,
       Και κάλλιο ανοίχτε, τάφοι,
       Και, δυναμίτη, βρόντηξε
       και σιγοστάλαξε αίμα
       Παρά σε πύργους άρχοντας
       Και σε ναούς το ψέμα.
       Των πρωτογέννητων καιρών
       Η πλάση με τ’ αγρίμια
       Ξανάρχεται. Καλώς να ’ρθη.
       Γκρεμίζω την ασχήμια…

 Εδώ σταματάει πάλι ο συνήγορος και ξαναρωτάει το μάρτυρα:-Μήπως τώρα κύριε μάρτυς, σχηματίσατε γνώμη;Αντί για απάντηση ο μάρτυρας ρωτά:

     -Τίνος είναι αυτό το βιβλίο;
     -Γιατί κύριε μάρτυς, σας ενδιαφέρει;
     -Ναι, με ενδιαφέρει.
     -Γιατί σας ενδιαφέρει; Εσείς είπατε προηγουμένως ότι για να σχηματίσετε άποψη για κάποιο έργο          δεν σας ενδιαφέρει ο συγγραφέας αλλά το περιεχόμενο και μόνο αυτό.

-Μα ξέρετε κύριε συνήγορε…
Όταν γνωρίζουμε το συγγραφέα, μπορούμε να καταλάβουμε καλύτερα τι λέει.
Λοιπόν, πέστε μου, σας παρακαλώ, τίνος είναι για να μπορέσω να κρίνω και να
εκφέρω γνώμη.
-Δεν θα σας τον πω, γιατί αυτό αντιβαίνει στη συμφωνία που κάναμε πριν λίγο.
Κι ύστερα εσείς μόνος σας είπατε ότι κρίνετε αντικειμενικά ένα λογοτεχνικό
έργο. Το κρίνετε απ’ το περιεχόμενο κι όχι από το συγγραφέα του.
Εδώ επεμβαίνει ο εισαγγελέας
-Τέλος πάντων, κύριε συνήγορε, θα μας τον πείτε καμιά φορά αυτόν το συγγραφέα του κειμένου;
Ο Πρόεδρος Φαρμάκης, που έχει χάσει φαίνεται την υπομονή του, γυρίζει προς
τον εισαγγελέα και λέει:
-Αφήστε κύριε εισαγγελέα.
Κάποιος του ιδίου φυράματος με το Λουντέμη θα είναι κι αυτός.
Ο Θεοτοκάτος ήρεμος άνοιξε το βιβλίο για να συνεχίσει το διάβασμα.
Βλέποντάς τον ο πρόεδρος, τινάχτηκε πάνω σαν να τον σούβλισαν με πυρωμένα σουβλιά και λέει ουρλιάζοντας:
-Κύριε συνήγορε, δεν σας επιτρέπω να συνεχίσετε. Δεν σας επιτρέπω να διαβάζετε ενώπιόν μας τέτοια κείμενα. Αυτό που διαβάσατε δεν είναι ποίημα, είναι λίβελλος εναντίον του έθνους, είναι ένα κείμενο αντεθνικόν, που πρέπει να κατασχεθεί και να καταστραφεί αμέσως, ενώ εκείνος που το ’γραψε, αν δεν έχει καταδικαστεί μέχρι τώρα, πρέπει να καθίσει στο εδώλιο μαζί με τον πελάτη σου, να καταδικαστεί για εσχάτη προδοσία και να κρεμαστεί…
Αυτός δεν είναι Έλλην, είναι προδότης, εχθρός της πατρίδας… είπε ο πρόεδρος και κάθισε. Έτρεμε ολόκληρος από το θυμό του.
-Κύριε πρόεδρε, λέει ο Θεοτοκάτος, ομολογώ πως τέτοιο λαβράκι δεν το περίμενα στα δίχτυα μου. Εγώ αλλού ψάρευα, συμπληρώνει, δείχνοντας τον μάρτυρα κατηγορίας. Το ποίημα που απήγγειλα πριν λίγο ενώπιόν σας και που εσείς το χαρακτηρίσατε λίβελλον εναντίον του έθνους, αντεθνικόν, κλπ, κλπ, είναι απόσπασμα απ’ το γνωστό ποίημα «Ο εκδικητής» που κυκλοφορεί σήμερα στην Ελλάδα ελεύθερα και διαβάζεται από όλους τους Έλληνες. Εκείνος που το ’γραψε και που κατά τη γνώμη σας πρέπει να δικαστεί για προδοσία δεν είναι άλλος από τον εθνικό μας ποιητή Κωστή Παλαμά, που όλο το έθνος τον διαβάζει, τον αγαπά και τον τιμά. Ναι, ο Κωστής Παλαμάς, κύριε πρόεδρε.
Και για να πεισθείτε, καταθέτω το βιβλίο με το γκρίζο εξώφυλλο λέγοντας:
-Όσο προδότης είναι, κύριε πρόεδρε, ο εθνικός μας ποιητής, άλλο τόσο είναι
προδότης κι ο Λουντέμης, που έγραψε το βιβλίο «Βουρκωμένες μέρες» και για το
οποίο τόσο λυσσαλέα διώκεται.
Το ακροατήριο ξεσπά σε χειροκροτήματα. Ο πρόεδρος αιφνιδιάζεται, τα χάνει.
Δεν ξέρει τι να κάνει. Και για να βγει από τη δύσκολη θέση χτυπά το κουδούνι
αμήχανα και διακόπτει τη συνεδρίαση λέγοντας:
-Άνθρωποι είμαστε κι εμείς, δεν μπορεί να τα ξέρουμε όλα.
Απόσπασμα από τη δίκη

ΠΡΟΕΔΡΟΣ: Έστω. Είναι ένοχος ο κατηγορούμενος;
ΒΑΡΝΑΛΗΣ : Ένοχος; Όχι! Για να ναι ένοχος ένας Συγγραφέας πρέπει να δίνει αρνητικές απαντήσεις στις τρεις παρακάτω ερωτήσεις; Πρώτον: Ζώντας σε μια κοινωνία αδικίας με ποιους θα πάει; Με τους αδικητές ή με τους αδικημένους; Δεύτερο: Αν ο Λαός πέσει στα δεσμά της τυραννίας, με ποιους θα συνταχθεί; Με τον τυραγνισμένο ή με τον τύραννο; Και τρίτο και τελευταίο: Αν η Πατρίδα πάει σ’ εθνική σκλαβιά, ποιους θα βοηθήσει; Τους κατακτητές ή τους κατακτημένους; Δηλαδή με τους κιοτήδες θα πάει ή με τα παλικάρια; Γνωρίζω τον κατηγορούμενο από έφηβο. Τον γνωρίζω σαν συγγραφέα, και σαν Έλληνα. Και σας δηλώνω κατηγορηματικά: Και στις τρεις ερωτήσεις ο κατηγορούμενος έδωσε αυτές τις απαντήσεις. Δεν είναι ένοχος.
ΣΥΝΕΔΡΟΣ: Εις ένα από τα υπό κατηγορίαν κείμενά του και συγκεκριμένα εις το υπό τον τίτλον
«Οι λύκοι ανεβαίνουν στον ουρανό»…
ΒΑΡΝΑΛΗΣ: Ε;…
ΣΥΝΕΔΡΟΣ: Ο Συγγραφεύς -δια να σώσει την τρυφεράν Ειρηνούλαν από την βουλιμίαν των αφεντικών της- την παραδίδει εις τας χείρας των εργατών.
ΒΑΡΝΑΛΗΣ: Καλά κάνει.
ΣΥΝΕΔΡΟΣ: Δε θα μπορούσε, έξαφνα, να την παραδώσει εις χείρας εκείνων οίτινες είναι εντεταλμένοι για την φρούρησιν της τιμής των…
ΒΑΡΝΑΛΗΣ: Ποιονών. Των χωροφυλάκων;
ΣΥΝΕΔΡΟΣ: Βεβαίως.
ΒΑΡΝΑΛΗΣ: Όχι! Θα την πουλούσαν στο μπουρδέλο.
ΣΥΝΕΔΡΟΣ: Κύριε Βάρναλη…
ΒΑΡΝΑΛΗΣ: Τη γνώμη μου δε ζητήσατε; Τη γνώμη μου είπα. Ξέρω, εσείς έχετε άλλην γνώμη.
Αλλά δεν είσθε σεις ο μάρτυρας.
ΠΡΟΕΔΡΟΣ: Τίποτε άλλο κ. Βάρναλη. Μπορείτε ν’ αποσυρθείτε.
ΒΑΡΝΑΛΗΣ (δυνατά): Κοιτάξτε μην τύχει και τον αθωώσετε «λόγω αμφιβολιών»! Αν οι Νόμοι σας καταδικάζουν αυτές τις αρετές, καταδικάστε τον! Δεν έχει κανένα ελαφρυντικό. Κανένα! Σας το λέω εγώ!
Ο Μενέλαος Λουντέμης (φιλολογικό ψευδώνυμο του Δημήτρη Βαλασιάδη) γεννήθηκε στην Κωνσταντινούπολη το 1906. Μετά την εγκατάστασή τους στην Ελλάδα η εύπορη οικογένεια του συγγραφέα πτώχευσε και ο ίδιος αναγκάστηκε από μικρή ηλικία να βγει στη βιοπάλη. Κατά τη διάρκεια του πολέμου εντάχθηκε στην Αριστερά και έλαβε μέρος στην Αντίσταση. Μετά την απελευθέρωση υπήρξε γραμματέας της οργάνωσης διανοουμένων του ΕΑΜ.
Εξορίστηκε στη Μακρόνησο, τον Άη-Στράτη και αλλού και πέρασε τις ταλαιπωρίες των αριστερών συγγραφέων του μετεμφυλιακού καθεστώτος. Το 1956 δικάστηκε για το βιβλίο του «Βουρκωμένες μέρες» στο οποίο περιγράφει τα βάσανα των εξορίστων. Το 1958 κατέφυγε στη Ρουμανία απ’ όπου επέστρεψε μετά την πτώση της χούντας των συνταγματαρχών. Το 1968 του αφαιρέθηκε η ελληνική ιθαγένεια.
Τα βιβλία του σημείωσαν μεγάλη επιτυχία, διαβάστηκαν και διαβάζονται από όλες τις ηλικίες των αναγνωστών. Η συλλογή διηγημάτων του «Τα πλοία δεν άραξαν» (1938) τιμήθηκε με το κρατικό βραβείο πεζογραφίας. Από το πλούσιο έργο του ξεχωρίζουν τα μυθιστορήματα: «Ένα παιδί μετράει τ’ άστρα», «Οι κερασιές θ’ ανθίσουν και φέτος», «Οδός Αβύσσου αριθμός 0»,
«Το ρολόϊ του κόσμου χτυπά μεσάνυχτα» και πλήθος άλλα.
Έγραψε επίσης ποίηση, θέατρο, ταξιδιωτικά και πολιτικά κείμενα.
Πέθανε στις 22 Ιανουαρίου 1977 από καρδιακή προσβολή.