Δευτέρα 29 Δεκεμβρίου 2014

ΣΕ ΤΟΥΤΑ ΤΑ ΒΑΛΚΑΝΙΑ


            ΣΕ ΤΟΥΤΑ ΤΑ ΒΑΛΚΑΝΙΑ

Σε τούτα τα Βαλκάνια σε τούτο τον αιώνα
συνάντησα τους φίλους μου μια νύχτα του χειμώνα
κάθόντουσαν αμίλητοι σε κάτι βράχια
και σαν με είδαν να `ρχομαι γουρλώσανε τα μάτια
Γιατί όλο τούτο τον καιρό μ’ είχαν για πεθαμένο
και πίνανε γλυκό κρασί ψωμάκι σιταρένιο
Κι αφού με καλωσόρισαν κι αφού με βαρεθήκαν
κατάλαβαν τη φάρσα μου και μ’ αρνηθήκαν
Άσε τα θαύματα την μάσκα πέταξε
Εδώ είναι Βαλκάνια δεν είναι παίξε-γέλασε

Μοιράζω το ψωμί, σας δίνω το παγούρι
στα μάτια σας κοιτάζω και λέω ένα τραγούδι
και το τραγούδι λέει πως παίρνω την ευθύνη
πως είμαι αρχηγός σ’ αυτό το πανηγύρι

                                                ΔΙΟΝΥΣΗΣ ΣΑΒΒΟΠΟΥΛΟΣ


ΚΕΙΜΕΝΑ ΤΑΚΗΣ ΠΟΛΙΤΗΣ
Η χορωδία ήταν καλά κουρδισμένη. Τα λαμπιόνια αναβόσβηναν ρυθμικά. Ήταν μια εορταστική ατμόσφαιρα. Τα τραγούδησαν όλα: «το πουλάκι τσίου», «την καλή μας αγελάδα», 
το «φεγγαράκι μου λαμπρό», τη «συννεφούλα», «το Σάββατο μπορείς;», «το πάρτυ των Στρουμφ», «Τη Υπερμάχω». Τι άλλο να έκαναν; Αφού μέχρι εκεί μπορούσαν…
Ο ήχος του φωνητικού κοντραμπάσου, που βάσταγε το ρυθμό αλλά και που σόλαρε ακατάπαυστα, σε συνδυασμό με τους ήχους της ανύπαρκτης ηλεκτρικής κιθάρας, που ούρλιαζε διαμαρτυρόμενη για τα νέα μέτρα της Τρόικα, δημιουργούσε μια συναισθηματική πανδαισία.
Η θεωρία μου «Εν αρχή ην ο μύθος» αργά-αργά καταρρέει. Δε μένει τίποτα όρθιο. Απομυθοποιούνται τα πάντα. 
Ήταν δύσκολο το ταξίδι της επιστροφής. Ήταν η νύχτα της νίκης. Τότε που δοξάζαμε τα καλασνίκοφ. Τότε που χιλιάδες κόσμος χόρευε σε μια τεράστια πίστα σφίγγοντας τις γροθιές του απειλητικά προς τον ουρανό.
Όμως στο δρόμο πεταγόντουσαν αλεπούδες και αμνοερίφια.
Το καράβι καιγόταν. «Προσευχηθείτε γιατί καιγόμαστε…»
Τι στο διάολο συμβαίνει στα 10 μποφόρ; Καίγονται τα πατώματα;
«Το φλεγόμενο πλοίο», «Εφιάλτης στην Αδριατική», «Επαναληπτικές εκρήξεις».
Τα ΜΜΕ παρενοχλούν τους εγκλωβισμένους. Δημοσιογράφοι του ραδιοφώνου και της τηλεόρασης βομβαρδίζουν με ερωτήσεις εγκλωβισμένους και συγγενείς, για να καλύψουν δωρεάν το πρόγραμμα. Οι διαφημίσεις πέφτουν βροχή.
Τα τηλέφωνα της ναυτιλιακής εταιρείας είναι κλειστά. Δεν απαντάει κανείς…
Μαζί μας βρίσκεται ο εμπειρογνώμονας, που θα μας μιλήσει για το ναυτικό ατύχημα. 
-Θα σας κάνω το πρώτο ερώτημα, αλλά μην μου απαντήσετε τώρα.
Θα κάνουμε μια σύντομη διακοπή για διαφημίσεις.
Κρασί κόκκινο 3.30, σπάλα και ελιά μόσχου 5,80, γλυκά των γιορτών: βασιλόπιτα, τσουρέκι, κουραμπιέδες, μελομακάρονα με έκπτωση 30%, παστουρμάς από καμήλα, σερβιέτες με φτερά…
-Θα εκλεγεί πρόεδρος στην τρίτη ψηφοφορία;
-Τι θα κάνουν οι χρυσαυγίτες;
-Θα έχουμε πρόωρες εκλογές;
-Αν εκλεγεί πρωθυπουργός ο Τσίπρας, θα κοντράρει τον Σόιμπλε και τη Μέρκελ;
-Ο Λαζόπουλος έβγαλε 3.000.000 euro σε Ελβετικές τράπεζες;
-Ο Χαϊκάλης θα πάει στο ΣΥΡΙΖΑ;

Δρόμο
κι ας καλύψαμε δρόμο
είμαστε έξω απ’ το χρόνο
θέλει ακόμα κουπί*

Ακόμα και στους εγκλωβισμένους γίνονται ταξικές διακρίσεις. Τα Σούπερ Πούμα πρωτοσυλλέγουν τους ευκατάστατους.
Σύντροφε Διονύση, εξακολουθώ να σ’ αγαπώ, να σε τραγουδώ, να σε εκτιμώ και να σε σέβομαι. Είσαι μια κολόνα του Παρθενώνα, μια Καρυάτιδα του Ερεχθείου. Δεν μπορώ να το αγνοήσω. 
Να ’σαι πάντα καλά.

*ΔΙΟΝΥΣΗΣ ΣΑΒΒΟΠΟΥΛΟΣ  

Πέμπτη 25 Δεκεμβρίου 2014

ΜΠΟΡΑ ΕΙΝΑΙ ΘΑ ΠΕΡΑΣΕΙ...


             ΜΠΟΡΑ ΕΙΝΑΙ ΘΑ ΠΕΡΑΣΕΙ…

ΠΕΝΤΕ ΠΟΙΗΜΑΤΑ 
ΤΟΥ ΤΑΚΗ ΠΟΛΙΤΗ

ΤΗΛΕΟΡΑΣΗ
Θα πιω κανένα ντούζικο και θα χορεύω
και θα χτυπάς τα κουταλάκια στον ζεϊμπέκικο
σαν θα δακρύζω απ’ της χλιδής το μπανιστήρι
των γλαστρανθρώπων της μικρής μας κόλασης


ΕΝΗΜΕΡΩΣΗ
Τις μέρες του αυτόκτονος καιρού
Στους δρόμους του Ταύρου περπάτησα
Μουγκρητό και πόνο άκουσα
Ο ήλιος άρρωστος και μόνος
στενάζει που δεν μπόρεσε να μπει
απ’ τα παράθυρα που με κάγκελα σφράγισαν
οι εκμεταλλευτές της μοναξιάς
και της ανθρώπινης συνήθειας.


ΣΤΟ ΜΕΘΥΣΙ ΤΟΥ ΕΡΩΤΑ
Να ’τανε κόκκινο κρασί
να ’ταν ροζέ ή άσπρο
τη νύχτα που λαχάνιαζες
κι ίδρωνε το κορμί σου.
Μα τα κατάξανθα μαλλιά
μπροστά στο μαύρο φόντο
της κουρελούς μπερδεύτηκαν.
Τότες η κούπα το κρασί
έγειρε και εχύθη
κι από την κούπα το κρασί
εφάνη ο άσπρος πάτος.
Την κουρελού ζωγράφισε
με του κρασού το χρώμα
δίχως να μάθω τελικά
ποιο χρώμα σου ταιριάζει


ΓΛΥΚΟ ΤΟΥ ΚΟΥΤΑΛΙΟΥ
Μαύροι κύκλοι
τεχνητά σκοτάδια στο βινύλιο.
Πρόστυχοι στίχοι
χαραγμένοι κάτω απ’ την κοιλιά σου.
Χαραγμένα αυλάκια, ρόδες ποδηλάτου
Ροδοπέταλό μου!
Ξεχασμένο γάντι στο συρτάρι μου…


ΓΕΝΕΘΛΙΑ
Σήμερα ξεσκέπασα το πρόσωπό μου
απ’ το λευκό σεντόνι που το σκέπαζε.
Κι αυτό που φάνηκε, δεν έλαμψε.
Στο φως σκοτείνιασαν τα δάκρυα.
Τη σκέψη πάγωσε η θλίψη.
Κι έμειναν άφωνοι και λύγισαν
και οι δώδεκα μαθητές μου.


                                    ΧΡΟΝΙΑ ΠΟΛΛΑ!

Παρασκευή 12 Δεκεμβρίου 2014

ΜΠΟΡΟΥΝ ΝΑ ΚΑΝΟΥΝ ΤΗΝ ΑΝΑΤΡΟΠΗ;


ΜΠΟΡΟΥΝ ΝΑ ΚΑΝΟΥΝ ΤΗΝ ΑΝΑΤΡΟΠΗ;
                       

                           Σας αραδιάζω τα εμπόδια:
η επέμβασις των γεγονότων, των ήχων, των παρατάξεων
η επέμβασις των πλοίων από το άγριο πέλαγος
οι λαϊκοί ρήτορες, το στήθος μου, οι φωνές,
οι φάμπρικες
ο Οχτώβρης του ’17
το 1936
ο Δεκέμβρης του ’44…
Για τούτο θα παραμείνω με τα κουρέλια μου
όπως με γέννησε η Γαλλική Επανάσταση
όπως με γέννησε η απελευθέρωση των νέγρων
όπως με γέννησες μάνα μου Ισπανία
ένας σκοτεινός συνωμότης.
                                     ΜΙΧΑΛΗΣ ΚΑΤΣΑΡΟΣ*

ΚΕΙΜΕΝΑ ΤΑΚΗΣ ΠΟΛΙΤΗΣ
Πλησιάζουν τα Χριστούγεννα. Οι βιτρίνες των μαγαζιών στολισμένες προσπαθούν να δώσουν μια ζεστασιά, μια θαλπωρή στις καρδιές των ανθρώπων.
Αυτή η ζεστασιά όμως δε υπάρχει και στις τσέπες των καταναλωτών, μιας και η υποταχτική κυβέρνηση της Τρόικα δεν άφησε τίποτα με τους άμεσους και έμμεσους φόρους. Μέχρι κι 
ο Θεός μάς πηγαίνει κόντρα με τις συνεχείς βροχές και την υγρασία, που τσακίζει κόκαλα.
Ευτυχώς που υπάρχουν τα ευτράπελα από την τηλεόραση.
Η κόντρα της Χρυσούλας Διαβάτη με το Σάκη Ρουβά.Τα χαλιά της Μοιραράκη.
Οι σχιζοφρενικές γκριμάτσες του Άδωνη. Αποκορύφωμα όμως ήταν οι απαντήσεις 
της Νατάσσας Καραμανλή για τον άνδρα της, Κώστα προς τους δημοσιογράφους
- Θα θέλατε να γίνει ο άντρας σας Πρόεδρος της Δημοκρατίας;
- Όχι. Προτιμώ να μείνει στο σπίτι. Ποιος θα κάνει τις δουλειές του σπιτιού;
Ποιος θα πλένει; Ποιος θα απλώνει; Ποιος θα σφουγγαρίζει; Ποιος θα φτιάξει τους κουραμπιέδες, 
τα μελομακάρονα, τις δίπλες, τη βασιλόπιτα; Ποιος θα γεμίσει τη γαλοπούλα; Ποιος θα στήσει το μπάρμπεκιου; Ποιος θα σουβλίσει το αρνί; Ποιος θα πάρει τηλέφωνο το Λουδοβίκο των Ανωγείων να ’ρθει να μας τραγουδήσει; Ποιος θα πάει τα παιδιά στο σχολείο; 
Ποιος θα αδειάζει τα τασάκια και θα φέρνει ποτά και καφέδες, όταν παίζω μπιρίμπα με τις φίλες μου; Πες μου ποιος;
Ο μικρός Νίκος σταμάτησε την απεργία πείνας. Νοιώθει νικητής και δικαιωμένος.
Ο βουλευτής του ΣΥΡΙΖΑ εξακολουθεί την απεργία μέσα στα σουβλατζίδικα, τις πιτσαρίες, 
τα ουζερί, τα πατσατζίδικα και τις ταβέρνες. Σε μια σακούλα είχε μαζί του και μπανάνες για να μην του πέσει το κάλιο και αναψυκτικά αεριούχα για τη χώνεψη.
Είχα ξεκινήσει να γράφω την ημέρα της Αγίας Βαρβάρας, προστάτιδος των γύφτων (SANTA BARBARA) του πυροβολικού και των πυροβολημένων. Κείνες τις μέρες η Αθήνα καιγόταν. 
Ήταν η επέτειος για τα έξι χρόνια από τη δολοφονία του νεαρού Αλεξάνδρου, η επίσκεψη Νταβούντογλου, η απεργία πείνας του μικρού Νίκου Ρωμανού για το δικαίωμά του στη μόρφωση, η συμπαράσταση των συντρόφων του, του αντιεξουσιαστικού χώρου, το τεταμένο οικονομικό κλίμα, οι εκφοβισμοί της Τρόικας και των ντόπιων συνεργατών της. Α! να μην ξεχάσω, και η απεργία πείνας του βουλευτή του ΣΥΡΙΖΑ.
Ένα ψυγείο έπεσε από την ταράτσα και δεν πέτυχε κανέναν και πλήθος δορυφορικά πιάτα, σπασμένες βιτρίνες μαγαζιών και κάδοι σκουπιδιών να καίγονται.
«Οι Κνίτες είδανε φωτιές και ψήσανε σουβλάκια» (δεκαπεντασύλλαβος)
Θύμισαν σκηνές του 2008.
Οι κινητοποιήσεις απλώθηκαν σε όλες τις μεγάλες πόλεις της χώρας.
Λέτε οι αντιεξουσιαστές να είναι ικανοί να ρίξουν την κυβέρνηση;

*Χρησιμοποιώ κατά καιρούς στα κείμενά μου ποιήματα του φίλου Μιχάλη και έτσι τον αισθάνομαι πλάι μου.

Τρίτη 9 Δεκεμβρίου 2014

ΔΥΟ ΠΟΙΗΜΑΤΑ ΑΠΟ ΤΟ ΚΟΚΚΙΝΟ ΒΙΒΛΙΟ


ΔΥΟ ΠΟΙΗΜΑΤΑ
ΑΠΟ ΤΟ ΚΟΚΚΙΝΟ ΒΙΒΛΙΟ
ΤΟΥ ΤΑΚΗ ΠΟΛΙΤΗ


ΡΕΤΡΟ ΤΡΑΓΟΥΔΙ
Σφιγμένες κάποτε κρατούσα τις γροθιές μου.
Αργότερα, συνήθιζα με ανοιχτές παλάμες, κάθετες
να σημαδεύω τα αχαμνά μου.
Τώρα τηλεκοντρόλ βαστώ σφιχτά στη χούφτα μου
και έτσι μπορώ να δω τα χρώματά σου θάλασσα,
το ξεχασμένο τσόκαρο στην άμμο,
κρουστά απ’ τα λέπια του ψαριού στα εμβατήρια
κι απ’ τη φωνή του τζιτζικιού,
φινάλε θλιβερό τη «Ρωμιοσύνη»

  
Η ΨΕΥΤΙΑ ΜΙΑΣ ΠΕΡΟΥΚΑΣ
Φεγγαρόφωτη νύχτα, με πιάνει παράπονο
Κλάμα-ψίθυρος, σε ήχους βαλς να χορεύω
Να γεμίσω τις νότες με δάκρυα,
άνθη στίχους, κορμιά να ευωδιάζουν.
Το όνομά σου να γίνει της γης τα κεντήματα,
το όνειρό μου να γίνει μαχαίρι.
Να σκοτώσει το σκοτάδι που θάμπωσε
την ελπίδα του αγέρα
να ακουμπήσει τα μάτια σου
τα μαλλιά σου να κάνει παντιέρα.
Να πετάξουν ψηλά ως τα σύννεφα
για να νοιώσουν κι εκείνα
πλαστικό στην αφή σου,
την ψευτιά μιας περούκας που αγόρασα
δώρο για τη γιορτή σου.





Τρίτη 2 Δεκεμβρίου 2014

ΕΙΝΑΙ ΚΑΝΕΙΣ ΑΠΟ ΤΑ ΤΙΡΑΝΑ;


      ΕΙΝΑΙ ΚΑΝΕΙΣ ΑΠΟ ΤΑ ΤΙΡΑΝΑ;
Να η αυλαία που ανοίγει γνώριμος πανικός
κουρδιστήκαν τα όργανα αχνίζει το φως
και ο φόβος του πάλκου ίσκιος πέφτει βαρύς σκοτεινός

Βλέφαρα σηκωθήκαν ο κριτής σοβαρός
οι παγίδες στηθήκαν, μας ζαλίζει ο καπνός
και ο τρόμος του πάλκου ίσκιος πέφτει βαρύς σκοτεινός

Πυροβολήστε τους δεν αξίζουνε
δεν έχουν τίποτα να μας δείξουνε
τ’ ακούνε αυτά πριν ακόμα αρχίσουνε
δε τους πηγαίνουν και θα τα φτύσουνε
θα χωρίσουνε.

Η παράσταση κλείνει κι ο νονός σκυθρωπός
από κάτω ακούγεται ένας βόμβος θαμπός
ένα σήμα τροχαίας κολλημένο στο κίτρινο φως

Στο μικρό καμαρίνι μπαίνει τύπος σκυφτός
κι είναι να σου τη δίνει είναι ο φίλος πιστός
ένα σήμα τροχαίας κολλημένο στο κίτρινο φως

Πυροβολήστε τους δεν αξίζουνε
δεν έχουν τίποτα να μας δείξουνε
τ’ ακούνε αυτά πριν ακόμα αρχίσουνε
δε τους πηγαίνουν και θα τα φτύσουνε
θα χωρίσουνε.
                                        ΣΠΥΡΙΔΟΥΛΑ

ΚΕΙΜΕΝΑ ΤΑΚΗΣ ΠΟΛΙΤΗΣ
Είναι κανείς από τα Τίρανα;
Ο ζέμπρος αναρωτιότανε αν ήταν μαύρο άλογο με άσπρες ρίγες ή άσπρο άλογο με μαύρες ρίγες. Συνέπασχα στις υπαρξιακές του κρίσεις.
Η συναυλία είχε τελειώσει. Ήταν μια ξαναζεσταμένη σούπα, άοσμη, χλιαρή και ανάλατη. Άιντε εντεχνίλες ψευτοδιανοούμενοι. Άιντε και καλοί… μικρούτσικοι…
Το κονσέρτο ήταν γραμμένο για τέσσερα καβουρδισμένα αμύγδαλα και εφτά ορφανά αραβικά φιστίκια. Τα νεύρα μου ήταν πειραγμένα και το κονιάκ είχε τελειώσει. Είχα ακούσει νωρίτερα τις εθνικιστικές κραυγές του Σφακιανάκη και ανακατεύτηκα.
Η Κυβέρνηση σκέφτεται να καταργήσει το ΕΚΑΣ εξοικονομώντας με αυτόν τον τρόπο οχτακόσια εκατομμύρια ευρώ, εκτελώντας κατά γράμμα τις εντολές της Τρόικα. Κατοχυρώνεται το δικαίωμα σύνταξης στην εικοσαετία που θα δίνεται στα 67 έτη. Για αυτούς που θα πάρουν σύνταξη στα 62, 
θα πρέπει να έχουν συμπληρώσει 40 χρόνια εργασίας. Επίσης καταργούνται οι ρυθμίσεις των 100 δόσεων για χρέη προς τα ασφαλιστικά ταμεία, αφού δεν άρεσαν στην Τρόικα. Αυξάνει ο ΦΠΑ από 6% σε 13% στα ξενοδοχεία με τεράστιο κίνδυνο τη μείωση του τουρισμού, τις απολύσεις ξενοδοχοϋπαλλήλων, και τις αρνητικές οικονομικές επιπτώσεις σε εξαρτώμενες από τον τουρισμό επιχειρήσεις (εστιατόρια, ταβέρνες, μπαρ, κ.α.)
Ο ΣΥΡΙΖΑ σε μυστικά γκάλοπ προηγείται της ΝΔ με έντεκα μονάδες και όλα αυτά πριν από τα νέα μέτρα του νέου μνημονίου.
Ο Σαμαράς γύρισε ξεβράκωτος από «το τελευταίο ταγκό στο Παρίσι». Δεν φορούσε ούτε φύλλο συκής. Οι Γερμανοί τού πήραν και τα σώβρακα…
Ο Κουτσούμπας μου θύμισε μάγειρο με άσπρο σκούφο σε αλβανικό εστιατόριο, που τηγανίζει κεφτέδες χωρίς δυόσμο και σκόρδο.
Οι φοιτητές άδειασαν τις σκουπιδοσακούλες στο γραφείο του αντιπρύτανη και μετά ακολούθησαν φάλτσα συνθήματα σε αλβανικό τέμπο.
Είναι κανείς από τα Τίρανα;
Δυο πιτσιρίκια, συνοδοί των ποδοσφαιριστών των εθνικών ομάδων Ελλάδας –Σερβίας σχημάτισαν 
με τα χέρια τους τη σημαία της μεγάλης αλβανίας την ώρα που ακουγόταν από τα μεγάφωνα 
ο εθνικός ύμνος της Σερβίας. Πώς έγινε αυτό;
Μήπως είναι κανείς από τα Τίρανα; 
Θα πρέπει να φασιστοποιηθούμε, όσοι βρισκόμαστε σε θέσεις εξουσίας είπε ο αντιπρύτανης του Αριστοτέλειου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης, Τζιφόπουλος.
Η παραίτησή του έγινε δεκτή.
Μήπως ήταν απ’ τα Τίρανα;

Ευχαριστώ τους φίλους αναγνώστες που είτε με τις επισκέψεις τους στο blog μου είτε ανεβάζοντας τα άρθρα μου στο facebook συγκεντρώθηκαν πάνω από 100.000 επισκέπτες. Thanks
Η φωτογραφία είναι το εξώφυλλο από το νέο c.d των  Magic de spell

Τρίτη 25 Νοεμβρίου 2014

ΜΕΝΕΛΑΟΣ ΛΟΥΝΤΕΜΗΣ


              ΜΕΝΕΛΑΟΣ  ΛΟΥΝΤΕΜΗΣ
  
ΕΠΙΛΟΓΗ ΚΕΙΜΕΝΩΝ ΤΑΚΗΣ ΠΟΛΙΤΗΣ
Ο Μενέλαος Λουντέμης δεν υπέγραψε ποτέ δήλωση μετανοίας κουβαλώντας τον σταυρό του μαρτυρίου του μέχρι τέλους. Ζώντας στο κολαστήριο της Μακρονήσου και βιώνοντας στο πετσί του τα βασανιστήρια, τους εξευτελισμούς και τις ταπεινώσεις έπειτα από χρόνια, αυτοεξόριστος ήδη στη Ρουμανία, θα καταθέσει τον αγώνα και τις εμπειρίες του στο αυτοβιογραφικό μυθιστόρημα  
«Οι Ήρωες κοιμούνται ανήσυχα» (Σαρκοφάγοι ΙΙ), ιδιαίτερα όμως στο συγκλονιστικό  
«Οδός Αβύσσου, αριθμός 0».
Γράφει και αρκετά ποιήματα. Ανάμεσά τους ξεχωρίζει το «Είμαι καλά».
Αφορμή της έμπνευσής του είναι οι απαγορεύσεις της λογοκρισίας από τη διοίκηση του στρατοπέδου, αφού σ’ αυτόν τον τόπο του μαρτυρίου οι διαταγές σχετικά με την αλληλογραφία επέβαλαν να γράφονται μόνον «ολίγαι λέξεις υπό την έννοιαν ότι ο αποστολεύς υγιαίνει». 
Ο Φώτης Σιούμπουρας, μάλιστα, στο βιβλίο του «Ο δικός μας Μενέλαος Λουντέμης», υποστηρίζει γι’ αυτό το ποίημα πως ο συγγραφέας, σε μία έκρηξη καρδιάς και ψυχής κάθισε κι έγραψε στη Μακρόνησο επιστολή προς τη Μάνα. Δεν την έστειλε στη μάνα του, μα στη μητέρα του συνεξόριστου Μάνου Κατράκη, την οποία αποκαλούσε ηρωίδα και λάτρευε.
                                                                                                   Μίκης Θεοδωράκης

Είμαι καλά
Είμαι καλά, Μητερούλα… αυγή μου…  
Σπεύδω να καλοπιάσω τον φόβο σου. Είμαι καλά.
Κάθομαι κάτω απ’ τον ίσκιο της λύπης μου,
κι αφήνω την πένα μου να κλάψει… Μάνα…
Τρεμούλα των χεριών…
Χρόνια που ξεφεύγετε απ’ την μπόλια…
Στεναγμέ που μετράς τον μισεμό μου…
Είμαι καλά.
Πρώτον, Σεβαστή μου…´
Πρώτον έρχομαι να ερωτήσω… Και δεν ρωτώ τίποτα.
Εδώ δεν ρωτούν. Όλοι είναι καλά…´
Κι ας ανεμίζονται οι κρεμάλες πάνω απ’ τα κεφάλια τους.
Κι ας τρώει τα πόδια τους η ύαινα, η πίσσα.
Είμαι καλά.
Πρώτον, Μητερούλα… Υγείαν έχω
Και το στήθος μού φωνάζει σαν πρόβατο βραχνό.
Κι ο ραβδιστής μετράει την ώρα στα πλευρά μου.
Πρώτον, Μητερούλα… Μα συγχώρα με και σήμερα.
Συγχώρα με και σήμερα που δεν θα μάθεις την αλήθεια.
Η αλήθεια γέρασε και δεν ταξιδεύει.
Δεν περνά τη θάλασσα.
Η αλήθεια, Μανούλα, είναι βόλι. Και δεν θα την πω.
Είμαι καλά.
Σήμερα κλείνω τα χίλια γράμματα. Μα ξέρω…
Πως έχεις χρόνους να πάρεις μήνυμά μου.
Μα συχώρα με. Συχώρα με, Μητέρα.
Για τα χίλια μονότονα Είμαι καλά
Τα χίλια μονότονα ψέματά μου.
Πήρα ξανά για να σου γράψω.
Έχω την κάρτα μου στα γόνατα.
Και τη χαϊδεύω σαν περίλυπο πουλί!
Το χέρι πια το γράφει μοναχό του
το μικρό, πικρό του, μάθημα:
Είμαι καλά.
Ξέρω, αχ, Μητερούλα…
Ξέρω πως σου στέλνω κάθε μέρα
την ταχτική δόση της πίκρας μου. Ξέρω
πως τη χαϊδεύεις τούτη την ψευτιά μου…
Πως τη ραίνεις με δάκρυα και παραμιλάς. Ξέρω.
Μα δεν κάνει φτερά άλλη λέξη από ’δω…
Είμαι καλά.
Μπορείς, ακριβή μου, να τη διαβάσεις και δίχως φως.
Δεν είναι καν ανάγκη να τη διαβάσεις.
Φτάνει μόνο να ’ρθει, να ακουστεί στην εξώπορτα…
η φωνή του ταχυδρόμου.
Τότε, Μανούλα, μπορεί και να μην είμαι καλά.
Μα εσύ να πιστέψεις τη γραφή μου
Είμαι καλά.
Είμαι καλά… Αφού μπορώ και σέρνω το μολύβι.
Είμαι καλά… Αφού μπορώ και το ψελλίζω.
Είμαι καλά… Αφού αραδιάζω στο χαρτί,
Είμαι καλά.

Αχ, να μπορούσα να ’χα έναν ουρανό
γεμάτο από ψεύτικα τέτοια πουλιά.
Και να τα ’χυνα στο διάστημα…
Για να ’ρχονται – κι όταν εγώ δεν θ’ ανασαίνω.
Να ’ρχονται και να ραμφίζουν το τζάμι του σπιτιού μας.
(Αυτό που κοιτάζει κατά τη θάλασσα)
Και να κελαηδούμε. Να κελαηδούνε σμήνη τις ψευτιές:
Είμαι καλά.
Μανούλα εσύ… Εσύ που διαβάζεις με τα δάχτυλα.
Εσύ πού μιλάς τη γλώσσα των χεριών…
Ακούμπησε τα χείλη σου στο χαρτί
Έτσι όπως έβρισκες, σαν ήμουν παιδί, τον πυρετό μου…
Και διάβασε πάνω στ’ άγραφο χαρτί
Και διάβασε ολόισια απ’ την καρδιά μου:
Μάνα… Αχ… Μάνα, Μάνα…
Το κορμί που κανάκεψαν τα χέρια σου
έλιωσε σήμερα κάτω απ’ το λιθάρι.
Η φωνή που νανούριζε τον ύπνο σου
βέλαξε κατ’ απ’ το μαχαίρι.
Μα εσύ γέλα, ακριβή μου. Γέλα…
Πες πως ξύπνησες απ’ όνειρο κακό.
Και γέλα να τα διώξεις.
Γέλα, κι εγώ… ησύχασε, Μανούλα.
Είμαι καλά
Σήμερα μου χύσανε το φως μου. Είμαι καλά.
Είμαι καλά. Χτες κόψανε τα νύχια μου.
Τρόμοι μου πήραν τα φρένα μου. Είμαι καλά.
Είμαι καλά. Αύριο θα με σταυρώσουν.
Είμαι καλά. Είμαι καλά. Είμαι καλά…
Είμαι καλά. Κι ας μην έχω πια μυαλό να το σκεφτώ.
Είμαι καλά. Κι ας μην έχω πια μιλιά να το φωνάξω.
Είμαι καλά. Κι ας μην έχω χέρι να το γράψω.
Γι’ αυτό το σκάβω. Το σμιλεύω επιτύμβιο.
Πάνω σ’ αυτόν τον ανεμόδαρτο γκρεμνό.
Σ’ αυτό το τρελό νεκροταφείο
πως όλοι οι νεκροί του είναι καλά

Ο Λουντέμης κατηγορήθηκε για εσχάτη προδοσία, για αντεθνική δράση, κλπ γνωστά της εποχής και μετά από χρόνια εξορίας στην Ικαρία – Μακρόνησο και Αη-Στράτη και ενώ πλέον είναι ετοιμοθάνατος από τις κακουχίες και το ξύλο δικάζεται (1956) για το βιβλίο του «Βουρκωμένες μέρες».

Απόσπασμα από τη δίκη:
Ο Θεοτοκάτος (συνήγορος του Λουντέμη) παίρνει από το τραπέζι ένα πανόδετο βιβλίο με γαλάζιο ξεθωριασμένο εξώφυλλο, το ανοίγει και αρχίζει να απαγγέλει, καθαρά και βροντόφωνα για να μπορούν να τον παρακολουθούν όλοι:
 
 Εγώ είμαι ο γκρεμιστής
 Γιατί εγώ είμαι κι ο χτίστης
 Ο διαλεχτός της άρνησης
 Κι ο ακριβογιός της πίστης.
 Και θέλει και το γκρέμισμα
 Νου και καρδιά και χέρι.
  Στου μίσους τα μεσάνυχτα
  Τρέμει ενός πόθου αστέρι.
  Κι αν είμαι της νυχτιάς βλαστός,
  Του χαλασμού πατέρας
  Πάντα κοιτάζω προς το φως
  Το απόμαυρο της μέρας.
  Εγώ ο σεισμός ο αλύπητος,
  Εγώ κι ο ανοιχτομάτης
  Του μακρεμένου αγναντευτής
  Κι ο κλέφτης κι ο απελάτης
  Και με το καριοφύλλι μου
  Και με το απελατίκι
  Την πολιτεία την κάνω ερμιά,
  Γη χέρσα το χωράφι.
 
 Εδώ ο Θεοτοκάτος σταματά, στρέφεται προς το μάρτυρα και λέει:
-Περιμένω ν’ ακούσω τη γνώμη σας γι’ αυτό το κείμενο κύριε μάρτυς.
 Ο Καραχάλιος (μάρτυρας, αστυνόμος γενικής ασφαλείας) σωπαίνει. Ύστερα από     
 λίγο λέει:
-Δεν μπορώ να εκφράσω γνώμη μόνο από ένα απόσπασμα.
-Τότε παρακαλώ τον πρόεδρο να μου επιτρέψει να συνεχίσω, λέει ο Θεοτοκάτος.

  Κάλλιο φυτρώστε αγραγκαθιές
  Και κάλλιο ουρλιάστε, λύκοι,
  Κάλλιο φουσκώστε ποταμοί,
  Και κάλλιο ανοίχτε, τάφοι,
  Και, δυναμίτη, βρόντηξε
  και σιγοστάλαξε αίμα
  Παρά σε πύργους άρχοντας
  Και σε ναούς το ψέμα.
  Των πρωτογέννητων καιρών
  Η πλάση με τ’ αγρίμια
  Ξανάρχεται. Καλώς να ’ρθη.
  Γκρεμίζω την ασχήμια…
 
  Εδώ σταματάει πάλι ο συνήγορος και ξαναρωτάει το μάρτυρα:
-Μήπως τώρα κύριε μάρτυς, σχηματίσατε γνώμη;
 Αντί για απάντηση ο μάρτυρας ρωτά:
-Τίνος είναι αυτό το βιβλίο;
-Γιατί κύριε μάρτυς, σας ενδιαφέρει;
-Ναι, με ενδιαφέρει.
-Γιατί σας ενδιαφέρει; Εσείς είπατε προηγουμένως ότι για να σχηματίσετε
 άποψη για κάποιο έργο δεν σας ενδιαφέρει ο συγγραφέας αλλά το περιεχόμενο
 και μόνο αυτό.
-Μα ξέρετε κύριε συνήγορε…
 Όταν γνωρίζουμε το συγγραφέα, μπορούμε να καταλάβουμε καλύτερα τι λέει.
 Λοιπόν, πέστε μου, σας παρακαλώ, τίνος είναι για να μπορέσω να κρίνω και να   
 εκφέρω γνώμη.
-Δεν θα σας τον πω, γιατί αυτό αντιβαίνει στη συμφωνία που κάναμε πριν λίγο.
Κι ύστερα εσείς μόνος σας είπατε ότι κρίνετε αντικειμενικά ένα λογοτεχνικό
έργο. Το κρίνετε απ’ το περιεχόμενο κι όχι από το συγγραφέα του.
Εδώ επεμβαίνει ο εισαγγελέας
-Τέλος πάντων, κύριε συνήγορε, θα μας τον πείτε καμιά φορά αυτόν το συγγραφέα του κειμένου;
Ο Πρόεδρος Φαρμάκης, που έχει χάσει φαίνεται την υπομονή του, γυρίζει προς
τον εισαγγελέα και λέει:
-Αφήστε κύριε εισαγγελέα.
Κάποιος του ιδίου φυράματος με το Λουντέμη θα είναι κι αυτός.
Ο Θεοτοκάτος ήρεμος άνοιξε το βιβλίο για να συνεχίσει το διάβασμα.
Βλέποντάς τον ο πρόεδρος, τινάχτηκε πάνω σαν να τον σούβλισαν με πυρωμένα σουβλιά και λέει ουρλιάζοντας:
-Κύριε συνήγορε, δεν σας επιτρέπω να συνεχίσετε. Δεν σας επιτρέπω να διαβάζετε ενώπιόν μας τέτοια κείμενα. Αυτό που διαβάσατε δεν είναι ποίημα, είναι λίβελλος εναντίον του έθνους, είναι ένα κείμενο αντεθνικόν, που πρέπει να κατασχεθεί και να καταστραφεί αμέσως, ενώ εκείνος που το ’γραψε, αν δεν έχει καταδικαστεί μέχρι τώρα, πρέπει να καθίσει στο εδώλιο μαζί με τον πελάτη σου, να καταδικαστεί για εσχάτη προδοσία και να κρεμαστεί…
Αυτός δεν είναι Έλλην, είναι προδότης, εχθρός της πατρίδας… είπε ο πρόεδρος
και κάθισε. Έτρεμε ολόκληρος από το θυμό του.
-Κύριε πρόεδρε, λέει ο Θεοτοκάτος, ομολογώ πως τέτοιο λαβράκι δεν το περίμενα στα δίχτυα μου. Εγώ αλλού ψάρευα, συμπληρώνει, δείχνοντας τον μάρτυρα κατηγορίας. Το ποίημα που απήγγειλα πριν λίγο ενώπιόν σας και που εσείς το χαρακτηρίσατε λίβελλον εναντίον του έθνους, αντεθνικόν, κλπ, κλπ, είναι απόσπασμα απ’ το γνωστό ποίημα «Ο εκδικητής» που κυκλοφορεί σήμερα στην Ελλάδα ελεύθερα και διαβάζεται από όλους τους  Έλληνες. Εκείνος που το ’γραψε
και που κατά τη γνώμη σας πρέπει να δικαστεί για  προδοσία δεν είναι άλλος από τον εθνικό μας ποιητή Κωστή Παλαμά, που όλο το έθνος τον διαβάζει, τον αγαπά και τον τιμά. Ναι, ο Κωστής Παλαμάς, κύριε πρόεδρε.
Και για να πεισθείτε, καταθέτω το βιβλίο με το γκρίζο εξώφυλλο λέγοντας:
-Όσο προδότης είναι, κύριε πρόεδρε, ο εθνικός μας ποιητής, άλλο τόσο είναι
προδότης κι ο Λουντέμης, που έγραψε το βιβλίο «Βουρκωμένες μέρες» και για το
οποίο τόσο λυσσαλέα διώκεται.
Το ακροατήριο ξεσπά σε χειροκροτήματα. Ο πρόεδρος αιφνιδιάζεται, τα χάνει.
Δεν ξέρει τι να κάνει. Και για να βγει από τη δύσκολη θέση χτυπά το κουδούνι
αμήχανα και διακόπτει τη συνεδρίαση λέγοντας:
-Άνθρωποι είμαστε κι εμείς, δεν μπορεί να τα ξέρουμε όλα.

Απόσπασμα από τη δίκη
ΠΡΟΕΔΡΟΣ: Έστω. Είναι ένοχος ο κατηγορούμενος;
ΒΑΡΝΑΛΗΣ : Ένοχος; Όχι! Για να ναι ένοχος ένας Συγγραφέας πρέπει να δίνει αρνητικές απαντήσεις στις τρεις παρακάτω ερωτήσεις; Πρώτον: Ζώντας σε μια κοινωνία αδικίας με ποιους θα πάει; Με τους αδικητές ή με τους αδικημένους; Δεύτερο: Αν ο Λαός πέσει στα δεσμά της τυραννίας, με ποιους θα συνταχθεί; Με τον τυραγνισμένο ή με τον τύραννο; Και τρίτο και τελευταίο: Αν η Πατρίδα πάει σ’ εθνική σκλαβιά, ποιους θα βοηθήσει; Τους κατακτητές ή τους κατακτημένους; Δηλαδή με τους κιοτήδες θα πάει ή με τα παλικάρια; Γνωρίζω τον κατηγορούμενο από έφηβο. Τον γνωρίζω σαν συγγραφέα, και σαν Έλληνα. Και σας δηλώνω κατηγορηματικά: Και στις τρεις ερωτήσεις ο κατηγορούμενος έδωσε αυτές τις απαντήσεις. Δεν είναι ένοχος.
...
ΣΥΝΕΔΡΟΣ: Εις ένα από τα υπό κατηγορίαν κείμενά του και συγκεκριμένα εις το υπό τον τίτλον 
«Οι λύκοι ανεβαίνουν στον ουρανό»…
ΒΑΡΝΑΛΗΣ: Ε;…
ΣΥΝΕΔΡΟΣ: Ο Συγγραφεύς -δια να σώσει την τρυφεράν Ειρηνούλαν από την βουλιμίαν των αφεντικών της- την παραδίδει εις τας χείρας των εργατών.
ΒΑΡΝΑΛΗΣ: Καλά κάνει.
ΣΥΝΕΔΡΟΣ: Δε θα μπορούσε, έξαφνα, να την παραδώσει εις χείρας εκείνων οίτινες είναι εντεταλμένοι για την φρούρησιν της τιμής των…
ΒΑΡΝΑΛΗΣ: Ποιονών. Των χωροφυλάκων;
ΣΥΝΕΔΡΟΣ: Βεβαίως.
ΒΑΡΝΑΛΗΣ: Όχι! Θα την πουλούσαν στο μπουρδέλο.
ΣΥΝΕΔΡΟΣ: Κύριε Βάρναλη…
ΒΑΡΝΑΛΗΣ: Τη γνώμη μου δε ζητήσατε; Τη γνώμη μου είπα. Ξέρω, εσείς έχετε άλλην γνώμη. 
Αλλά δεν είσθε σεις ο μάρτυρας.
ΠΡΟΕΔΡΟΣ: Τίποτε άλλο κ. Βάρναλη. Μπορείτε ν’ αποσυρθείτε.
ΒΑΡΝΑΛΗΣ (δυνατά): Κοιτάξτε μην τύχει και τον αθωώσετε «λόγω αμφιβολιών»! Αν οι Νόμοι σας καταδικάζουν αυτές τις αρετές, καταδικάστε τον! Δεν έχει κανένα ελαφρυντικό. Κανένα! Σας το λέω εγώ!

Ο Μενέλαος Λουντέμης (φιλολογικό ψευδώνυμο του Δημήτρη Βαλασιάδη) γεννήθηκε στην Κωνσταντινούπολη το 1906. Μετά την εγκατάστασή τους στην Ελλάδα η εύπορη οικογένεια του συγγραφέα πτώχευσε και ο ίδιος αναγκάστηκε από μικρή ηλικία να βγει στη βιοπάλη. Κατά τη διάρκεια του πολέμου εντάχθηκε στην Αριστερά και έλαβε μέρος στην Αντίσταση. Μετά την απελευθέρωση υπήρξε γραμματέας της οργάνωσης διανοουμένων του ΕΑΜ.
Εξορίστηκε στη Μακρόνησο, τον Άη-Στράτη και αλλού και πέρασε τις ταλαιπωρίες των αριστερών συγγραφέων του μετεμφυλιακού καθεστώτος. Το 1956 δικάστηκε για το βιβλίο του «Βουρκωμένες μέρες» στο οποίο περιγράφει τα βάσανα των εξορίστων. Το 1958 κατέφυγε στη Ρουμανία απ’ όπου επέστρεψε μετά την πτώση της χούντας των συνταγματαρχών. Το 1968 του αφαιρέθηκε η ελληνική ιθαγένεια.
Τα βιβλία του σημείωσαν μεγάλη επιτυχία, διαβάστηκαν και διαβάζονται από όλες τις ηλικίες των αναγνωστών. Η συλλογή διηγημάτων του «Τα πλοία δεν άραξαν» (1938) τιμήθηκε με το κρατικό βραβείο πεζογραφίας. Από το πλούσιο έργο του ξεχωρίζουν τα μυθιστορήματα: «Ένα παιδί μετράει τ’ άστρα», «Οι κερασιές θ’ ανθίσουν και φέτος», «Οδός Αβύσσου αριθμός 0»,  
«Το ρολόϊ του κόσμου χτυπά μεσάνυχτα» και πλήθος άλλα.
Έγραψε επίσης ποίηση, θέατρο, ταξιδιωτικά και πολιτικά κείμενα.
Πέθανε στις 22 Ιανουαρίου 1977 από καρδιακή προσβολή.





Κυριακή 23 Νοεμβρίου 2014

ΕΠΑΝΑΛΗΨΗ...


                       ΕΠΑΝΑΛΗΨΗ….
              ΑΠΟ ΤΟ ΚΟΚΚΙΝΟ ΒΙΒΛΙΟ
                    ΤΟΥ ΤΑΚΗ ΠΟΛΙΤΗ
                    
                                                                    ΕΠΑΝΑΛΗΨΗ...                                                                                                                                        
                                                                    Κρυφά σκοτάδια
                                                                    άνισα χάδια 
                                                                    παγκάκια άδεια 
                                                                    Κι αυτό το ποίημα
                                                                    χαμένο θύμα 
                                                                    κολλάει στη γέννα 
                                                                    Ζεστό το αίμα 
                                                                    μες τα παγάκια 
                                                                    φτηνά φαρμάκια 
                                                                    Μνήμης ταξίδια 
                                                                    ξανά τα ίδια 
                                                                    Κρυφά σκοτάδια 
                                                                    κι άνισα χάδια