Τετάρτη 27 Οκτωβρίου 2021

ΠΑΡΑΞΕΝΗ ΒΡΟΧΗ

 

      ΠΑΡΑΞΕΝΗ ΒΡΟΧΗ

(Ο Μεσσίας βούλιαξε στην πετρελαιοκηλίδα)

                                   


«Μα η μικρούλα του η καρδιά
-καρδιά ακροβάτη - τίποτα δε λαχταρούσε πιο πολύ
απ' αυτήν την τρελή βροχή που σχεδόν πάντα
φέρνει αέρα που σχεδόν πάντα φέρνει ήλιο.»

                                                                                                Μπερνάρδο Ατσάγα

ΚΕΙΜΕΝΑ ΤΑΚΗΣ ΠΟΛΙΤΗΣ

Οι τέσσερις γάτοι έφτασαν στο μπαλκόνι, κι αμέσως κατάλαβαν πως έφταναν αργά.
Ο Κολονέλο, ο Ξερόλας και ο Ζορμπάς έμειναν να κοιτάζουν με ευλάβεια το άψυχο σώμα του γλάρου, ενώ ο Γραμματικός κουνούσε πέρα-δώθε την ουρά του για να διώξει τη μυρωδιά της βενζίνης. 
Η γλαροπούλα μάνα Κενγκά ήταν νεκρή.
Τέσσερις λιμανόγατοι μιλάνε τη γλώσσα των ανθρώπων, καμιά όμως εγκυκλοπαίδεια, όσες γνώσεις 
κι αν περιέχει, δεν ήταν επαρκής για να τους μάθει πώς μπορείς να διδάξεις ένα μικρό γλαροπούλι να πετάξει. Η γνώση είναι ανεπαρκής όταν λείπει η θέληση, το συναίσθημα, ο στόχος κι ο αγώνας.
Στο λιμάνι του Αμβούργου οι γάτοι μιλάνε την ανθρώπινη γλώσσα ή η εσωτερική δύναμη του ποιητή τον κάνει να αντιλαμβάνεται τις γλώσσες των ζώων;
Μήπως συνομιλούν μεταξύ τους με το βλέμμα, με το δάκρυ, με τις προθέσεις, με την καρδιά; 
Η ΥΠΟΣΧΕΣΗ ΕΙΝΑΙ ΟΡΚΟΣ. Ο ΟΡΚΟΣ ΕΙΝΑΙ ΥΠΟΣΧΕΣΗ.
Η δύναμη της ποίησης μπορεί να ανυψώσει έναν άγουρο πρωτάρη γλάρο. Να τον προστατεύσει από τις αντίξοες καιρικές συνθήκες και από τα απόβλητα των ανθρώπων, θυσία στο βωμό του κέρδους ενός φθαρμένου κοινωνικού συστήματος.
Ο γλάρος είναι ο μετανάστης που πνίγηκε στις ακτές της Ιταλίας. Που μαχαιρώθηκε
από χέρι φασίστα. Που θάφτηκε στις εγκαταστάσεις των Ολυμπιακών έργων.
Που πυροβολήθηκε από μισθοφόρους στα βάθη της Αφρικής και της Ασίας. Που θέλησε να ζήσει ελεύθερος για αυτό τον σταύρωσαν.
Γλάροι είναι οι άγιοι της επανάστασης στα εθνικο-απελευθερωτικά κινήματα που διεκδικούν το δικαίωμα στη ζωή και στην ελευθερία για ένα κομμάτι γη, για ένα κομμάτι ψωμί, για μόρφωση, για φάρμακα και καθαρό νερό.
Γλάροι είναι οι Παλαιστίνιοι, ο απολυμένος βιομηχανικός εργάτης, ο δάσκαλος.
Ο αυτόχθονας που του τσάκισαν τα φτερά και δεν κατάφερε να πετάξει…
Σ’ όλα τα λιμάνια οι γάτοι μιλάνε την ανθρώπινη γλώσσα, στο λιμάνι του Πειραιά,
του Άμστερνταμ, του Λίβερπουλ και δίπλα τους ένας ποιητής θα καταλαβαίνει τη γλώσσα τους και θα μεταδίδει το μήνυμα.

Θεέ μου που μας ορίζεις κι όλους μας βλέπεις ένα
δεν είναι όπως νομίζεις
δεν είναι όλα όπως νομίζεις εδώ κάτω μοιρασμένα
δεν είναι όλα, δεν είναι όλα, δεν είναι όλα μοιρασμένα.
Μα εσύ που μας φροντίζεις σαν πρόβατα σφαγμένα
στείλε μου αν θέλεις λίγη
μόνο λίγη, τόση δα, δικαιοσύνη και για μένα*


Μια ψιλή βροχή έπεφτε στο Αμβούργο, και οι κήποι μοσχοβολούσαν νοτισμένη γη.
Η άσφαλτος στους δρόμους άστραφτε, κι οι φωτεινές επιγραφές καθρεφτίζονταν παραμορφωμένες στο βρεγμένο οδόστρωμα. Μόνο ένας άνθρωπος, τυλιγμένος σε μια καμπαρτίνα, βάδιζε στο δρόμο του λιμανιού, με κατεύθυνση το μαγαζί του Χάρι.
«Θα πετάξεις, Καλότυχη» νιαούρισε ο Ζορμπάς. «Πάρε μια βαθιά εισπνοή. Μύρισε τη βροχή. 
Η βροχή είναι νερό. Στη ζωή σου, θα συναντήσεις πολλούς λόγους για να 'σαι ευτυχισμένη - ένας απ' αυτούς λέγεται νερό, ένας άλλος, άνεμος κι ένας άλλος, ήλιος, κι αυτός ο ήλιος εμφανίζεται πάντα σαν αντιστάθμισμα μετά τη βροχή. Μύρισε τη βροχή. Άνοιξε τα φτερά.»
Η γλαροπούλα άπλωσε τις φτερούγες της. Οι προβολείς την έλουζαν στο φως, κι η βροχή τής έλουζε με πέρλες τα φτερά. Ο άνθρωπος κι ο γάτος την είδαν να υψώνει το κεφάλι με τα μάτια κλειστά. 
Η Καλότυχη εξαφανίστηκε απ' τα μάτια τους. Ο άνθρωπος κι ο γάτος φοβήθηκαν. Είχε πέσει σαν πέτρα. Με κομμένη την ανάσα απ' την τρομάρα, έσκυψαν πάνω απ' το κιγκλίδωμα, και τότε την είδαν να φτεροκοπάει, να πετάει πάνω απ' το πάρκινγκ, κι ύστερα την είδαν να φτάνει ακόμα πιο ψηλά κι από τον χρυσαφένιο ανεμοδείκτη που στεφανώνει τη μοναδική ομορφιά του Αγίου Μιχαήλ.
Η Καλότυχη πετούσε ολομόναχη μέσα στη νύχτα τού Αμβούργου.
Απομακρύνθηκε, φτερουγίζοντας με δύναμη, ώσπου σηκώθηκε πιο ψηλά από τους γερανούς του λιμανιού, κι ύστερα γύρισε πλανάροντας κι έπιασε να γυροφέρνει το καμπαναριό της εκκλησίας.**
Ζεστός νοτιάς φυσούσε πέρα από το Μισίρι και μέστωνε τα τζερτζεβατικά και τα φρούτα και τα στήθια της Κρήτης. Τον δέχουμουν να περιχύνεται στο μέτωπο, στα χείλια μου και στο λαιμό, κι έτριζε και μεγάλωνε, σα να ’ταν πωρικό, το μυαλό μου.
Δεν μπορούσα να κοιμηθώ, δεν ήθελα. Δε συλλογίζουμουν τίποτα∙ ένιωθα μονάχα, στη ζεστή ετούτη νυχτιά, κάτι μέσα μου, να μεστώνει. Έβλεπα, ζούσα καθαρά το καταπληχτικό ετούτο θέαμα: 
ν' αλλάζω. Ό,τι γίνεται πάντα στα πιο σκοτεινά υπόγεια του στήθους μας, γίνουνταν τώρα φανερά, ξέσκεπα, μπροστά μου. Κουκουβιστός στην άκρα της θάλασσας, παρακολουθούσα το θάμα.
Τ' αστέρια θάμπωσαν, ο ουρανός φωτίστηκε, κι απάνω στο φως χαράχτηκαν με ψιλό κοντύλι τα βουνά, τα δέντρα, οι γλάροι. Ξημέρωνε…***

 

*ΓΙΑΝΝΗΣ ΑΓΓΕΛΑΚΑΣ  **ΛΟΥΙΣ ΣΕΠΟΥΛΒΕΔΑ  ***ΝΙΚΟΣ ΚΑΖΑΝΤΖΑΚΗΣ




Τρίτη 21 Σεπτεμβρίου 2021

ΠΟΙΟΣ ΕΙΝΑΙ ΑΥΤΟΣ;

 

               ΠΟΙΟΣ ΕΙΝΑΙ ΑΥΤΟΣ;

 

Η αγάπη είναι ο φόβος που μας ενώνει με τους άλλους.
Όταν υπόταξαν τις μέρες μας και τις κρεμάσανε σα δάκρυα
Όταν μαζί τους πεθάνανε σε μιαν οικτρή παραμόρφωση
Τα τελευταία μας σχήματα των παιδικών αισθημάτων
Και τί κρατά τάχα το χέρι που οι άνθρωποι δίνουν;
Ξέρει να σφίγγει γερά εκεί που ο λογισμός μάς ξεγελά
Την ώρα που ο χρόνος σταμάτησε και η μνήμη ξεριζώθηκε
Σα μιαν εκζήτηση παράλογη πέρα από κάθε νόημα;
(Κι αυτοί γυρίζουν πίσω μια μέρα χωρίς στο μυαλό μια ρυτίδα
Βρίσκουνε τις γυναίκες τους και τα παιδιά τους που μεγάλωσαν
Πηγαίνουνε στα μικρομάγαζα και στα καφενεία της συνοικίας
Διαβάζουνε κάθε πρωί την εποποιία της καθημερινότητας).
Πεθαίνουμε τάχα για τους άλλους ή γιατί έτσι νικούμε τη ζωή
Ή γιατί έτσι φτύνουμε ένα ένα τα τιποτένια ομοιώματα
Και μια στιγμή στο στεγνωμένο νου τους περνά μιαν ηλιαχτίδα
Κάτι σα μια θαμπήν ανάμνηση μιας ζωικής προϊστορίας.
Φτάνουμε μέρες που δεν έχεις πια τί να λογαριάσεις
Συμβάντα ερωτικά και χρηματιστηριακές επιχειρήσεις
Δε βρίσκεις καθρέφτες να φωνάξεις τ’ όνομά σου
Απλές προθέσεις ζωής διασφαλίζουν μιαν επικαιρότητα
Ανία, πόθοι, όνειρα, συναλλαγές, εξαπατήσεις
Κι αν σκέφτομαι είναι γιατί η συνήθεια είναι πιο προσιτή από την τύψη.
Μα ποιoς θά ’ρθει να κρατήσει την ορμή μιας μπόρας που πέφτει;
Ποιoς θα μετρήσει μια μια τις σταγόνες πριν σβήσουν στο χώμα;
Πριν γίνουν ένα με τη λάσπη σαν τις φωνές των ποιητών;
Επαίτες μιας άλλης ζωής της Στιγμής λιποτάχτες
Ζητούνε μια νύχτα απρόσιτη τα σάπια τους όνειρα.
Γιατί η σιωπή μας είναι ο δισταγμός για τη ζωή και το θάνατο.

                                                   ΜΑΝΟΛΗΣ ΑΝΑΓΝΩΣΤΑΚΗΣ

 

ΚΕΙΜΕΝΑ ΤΑΚΗΣ ΠΟΛΙΤΗΣ
Οι εκλογές διεξάγονταν με όλα τα μέτρα ασφαλείας.
Με rapid, μοριακό και self-test για τον κορονοϊό.
Πιστοποιητικό εμβολιασμού πρώτης, δεύτερης και τρίτης δόσης.
Πιστοποιητικό κοινωνικών φρονημάτων από την ασφάλεια για σένα, τον πατέρα σου, τη μάνα σου, τη γιαγιά σου και τον παππού σου, υπογεγραμμένο από τον Κωνσταντίνο Μπογδάνο.
Οι τοίχοι γύρω από τις παλιές σταφιδαποθήκες, δίπλα στο εκλογικό κέντρο, είχαν διακοσμηθεί ανάλογα.
Δημιουργούσαν ατμόσφαιρα και προσέλκυαν το κοινό.
Πίστευαν ότι η προσέλευση των ψηφοφόρων θα ήταν μεγαλύτερη.
Κάπου εκεί γύρω είχαν γυριστεί σκηνές για τον «Θίασο» του Αγγελόπουλου,
όταν ο Σερβίτσος κατέβαινε το πλακόστρωτο στολισμένος με χάρτινες ελληνικές σημαιούλες.
Τα έργα τέχνης που αιφνιδίασαν τους πάντες είχαν ένα υπερηχογράφημα ενός διαμορφωμένου μωρού (σε έγχρωμο). Μια πεταλούδα επηρεασμένη από το κίνημα των χίπις και τα LSD. Το μάτι του Βούδα ή του Μάο να σχίζει ένα στρατσόχαρτο και να προβάλει η φράση «ΤΑ ΠΑΝΤΑ ΡΕΙ». Και ένα κακογραμμένο τετράστιχο ενός TOP ποιητή.
Καλά, δεν υπάρχει αστυνομία αισθητικής για να τους συλλάβει;
Γιατί κρύβουν τις παλιές σταφιδαποθήκες με μαλακίες;
Οι εκλογές ολοκληρώθηκαν με επεισόδια από τους αντιεμβολιαστές, που δεν άφηναν τον κόσμο να μπει στα εκλογικά κέντρα να ψηφίσει.
Η αποχή ήταν μεγάλη γιατί υπήρχαν πολλοί ενεμβολίαστοι.
Τα αποτελέσματα των εκλογών οδήγησαν την ΝΔ σε ήττα.
Ο Κούλης δεν είχε πείσει τους ψηφοφόρους του να εμβολιαστούν.
Την άλλη μέρα…
Σε έκτακτο τεστ που έβαλαν οι δάσκαλοι και οι νηπιαγωγοί στα παιδιά στην τάξη, αυτά απάντησαν με απόλυτη επιτυχία.
Υπήρχε μια φωτογραφία και η ερώτηση ήταν: «Ποιος είναι αυτός;»
Και τα παιδιά απάντησαν!




 

Σάββατο 7 Αυγούστου 2021

ΠΟΙΟΣ ΕΒΑΛΕ ΤΗ ΦΩΤΙΑ;

 

ΠΟΙΟΣ ΕΒΑΛΕ ΤΗ ΦΩΤΙΑ;

Όταν περάσουνε τα χρόνια απ’ τον σκορπιό
Και δεν θα έχεις άλλο για να με μισήσεις
Στείλε μου τότε μόνο ένα ευχαριστώ
Που δεν σε σκότωσα και σ’ άφησα να ζήσεις. 

Θα πω εκείνα που δεν άντεχες ν’ ακούς
Και μία πείνα για αγάπη θα σε τρώει       
Θα μείνεις μόνη μα συνέβη σε πολλούς
Όσοι αγάπησαν δεν είναι τόσο αθώοι. 

                                                                              Οδυσσέας Ιωάννου

 ΚΕΙΜΕΝΑ ΤΑΚΗΣ ΠΟΛΙΤΗΣ

Φύσηξα τα κεριά απ’ την τούρτα για να μην τα σβήσει ο άνεμος.
Οι ρινόκεροι πετούσαν πάνω απ’ τις φλόγες. Εκεί που έβρεχε στάχτες.
Οι αμάλθειες ήταν δεμένες απ’ το δεξί τους πόδι στις φλεγόμενες επαύλεις.
Το μπουρδελο που λέγεται κράτος ήταν για μια ακόμα φορά ανεπαρκές.
Καιγόντουσαν τα πάντα…
Όνειρα μιας ζωής που γίνανε μαντάρα… Μέσα σε λίγα λεπτά…
Είναι τότε που «γερνάς και σκοτεινιάζει».
Γιατί σε προδώσανε οι μαλάκες, οι ρουφιάνοι, οι γελοίοι, οι αμόρφωτοι.
Και σε πρόδωσαν γιατί εσύ ήσουν ο καλύτερος!
Τότε αυτός φώναξε με αγανάκτηση:
-Θα παραιτηθώ. Δεν τον αντέχω άλλο, είναι απατεώνας.
Πέρασε πολύς καιρός για να το καταλάβεις αυτό, παλιέ μου συμμαθητή.
Τόσα χρόνια, μαζί δεν συντρώγατε, δεν συμπίνατε και στο άλλο μαγαζί;
Τι σου ’φταιξε τώρα;
Οι ζαβές που μάζεψε και τους έδωσε και εξουσία;
Η οικονομική διαχείριση που μπάζει νερά;
Γιατί δεν το λες το ποίημα όλο;
Τι φοβάσαι;
Είσαι κάτι που του μοιάζει;
Και τώρα που έφυγες, τι νομίζεις πως σε ξέπλυνε; Η κολυμπήθρα του Σιλωάμ;
Η αστυνομία δεν μπορεί να σβήσει τις φωτιές.
Μόνο να ισχυροποιήσει το αστυνομικό κράτος του Μητσοτάκη. (Με τις πορδές δεν βάφεις αυγά Κούλη).
Οι άλλοι ήταν άσχετοι και άχρηστοι και συνέβηκαν όλα αυτά που συνέβηκαν
στο Μάτι. Τούτοι εδώ όμως είναι εγκληματίες!
Αυτοί πού την πάνε την δουλειά;
Τι θέλουν να κάνουν;
Ό,τι δεν κάηκε χθες, καίγεται τώρα!
Οι εθελοντές πάλευαν μόνοι τους με κλάρες για να σβήσουν την φωτιά.
Πυροσβέστες δεν υπήρχαν. Νερό δεν υπήρχε. Μόνο αστυνόμοι υπήρχαν!
Όπως και τότες που πάλευε μόνος του, μαζί με μια χούφτα συντρόφους
ο Αθανάσιος Κλάρας (Άρης Βελουχιώτης). Τότε πάλευε μόνος του όπως και οι εθελοντές. Κόμμα δεν υπήρχε. Οργάνωση δεν υπήρχε. Ήθος δεν υπήρχε.
Μοναχά ρουφιάνοι και ταγματασφαλίτες.
Πώς να τα βγάλεις πέρα με τον υπόκοσμο;


Κι’ απε Δεκέμβρη στην Αθήνα και φωτιά
τούτο της γης το θαλασσόδαρτο αγκωνάρι
λικνίζει κάτω από το Δρυ και την Ιτιά
Το Διάκο, τον Κολοκοτρώνη και τον Άρη*

*Νίκος Καββαδίας 



 

 

 

 

 

Τρίτη 27 Ιουλίου 2021

ΤΟ ΦΩΣ ΤΟΥ ΣΚΟΤΑΔΙΟΥ

                 ΤΟ ΦΩΣ ΤΟΥ ΣΚΟΤΑΔΙΟΥ



ΚΕΙΜΕΝΑ ΤΑΚΗΣ ΠΟΛΙΤΗΣ

Με το ντουφέκι μου στον ώμο
σε πόλεις κάμπους και χωριά
της λευτεριάς ανοίγω δρόμο
της στρώνω βάγια και περνά…

 

Μακρόσυρτος ζεϊμπέκικος, κουκούτσια από ελιές στο πάτωμα, γόπες από αποτσίγαρα και φθαρμένες ιδεολογίες.
Φτηνά γηροκομεία, ταχυδακτυλουργοί και χορωδίες.
Η κακία των ατάλαντων απαντάει στους ιδιοφυείς με μίσος.
Ιούλιος του 2021 με τον φόβο του κορονοϊού και των κρατικών μέσων εξουσίας.
Πότε και πώς θα τελειώσει αυτό που αρχίσανε;
Θα οδηγήσει πουθενά ή θα οδηγήσει στο τέλος;
Θα αρχίσει κάτι καινούργιο ή δρομολογήθηκαν τα πάντα;
Και πώς θα αντιδράσει ο όχλος;
Θα μας σταυρώσει;

 

Θὰ σᾶς περιμένω μέχρι τὰ φοβερὰ μεσάνυχτα ἀδιάφορος
Δὲν ἔχω πιὰ τί ἄλλο νὰ πιστοποιήσω.
Οἱ φύλακες κακεντρεχεῖς παραμονεύουν τὸ τέλος μου
ἀνάμεσα σὲ θρυμματισμένα πουκάμισα καὶ λεγεῶνες.
Θὰ περιμένω τὴ νύχτα σας ἀδιάφορος
χαμογελώντας μὲ ψυχρότητα γιὰ τὶς ἔνδοξες μέρες.

Πίσω ἀπὸ τὸ χάρτινο κῆπο σας
πίσω ἀπὸ τὸ χάρτινο πρόσωπό σας
ἐγὼ θὰ ξαφνιάζω τὰ πλήθη
ὁ ἄνεμος δικός μου
μάταιοι θόρυβοι καὶ τυμπανοκρουσίες ἐπίσημες
μάταιοι λόγοι.

Μὴν ἀμελήσετε.
Πάρτε μαζί σας νερό.
Τὸ μέλλον μας θὰ ἔχει πολὺ ξηρασία

 

Όλα καταρρέουν στο φως της ημέρας, με τους παπάδες αμολυμένους στους
δρόμους.
Τους παιδεραστές  και τους εμπόρους όπλων να παριστάνουν τους επιτρόπους των TOP εκκλησιών  και την εξουσία να ανθίζει με κάθε λογής άσχετο και λαμόγιο.  Παλιοί καταδότες. Σημερινοί δημόσιοι υπάλληλοι!
Η νύχτα όμως έχει φανταχτερά φαντάσματα που σου υπενθυμίζουν την πραγματική σου ιστορία.  
Σου  δείχνουν φωτογραφίες.
Έχουν αποδείξεις…
 

 

«Aς πιούμε στην υγειά των τρελών, των απροσάρμοστων, των επαναστατών, των ταραχοποιών.
Σε αυτούς που βλέπουν τα πράγματα διαφορετικά, που δεν τιμούν τους κανόνες, που δεν σέβονται την τάξη... Μπορεί να τους επαινέσεις, να διαφωνήσεις, να τους τσιτάρεις,να δυσπιστήσεις, να τους δοξάσεις ή να τους κακολογήσεις.
Αλλά δεν μπορείς να τους αγνοήσεις.
Γιατί αλλάζουν πράγματα.
Βρίσκουν, φαντάζονται, βοηθάνε, ερευνούν, φτιάχνουν, εμπνέουν.
Σπρώχνουν μπροστά τα πάντα.
Ίσως, πρέπει να είναι τρελοί.
Πώς αλλιώς θα κοιτάξουν έναν άδειο καμβά και θα δουν έργο τέχνης;
Ή θα καθίσουν στη σιωπή και θ' ακούσουν τραγούδι που δεν έχει γραφτεί;
Εκεί που κάποιοι βλέπουν τρελούς, εμείς βλέπουμε μεγαλοφυΐες.
Γιατί οι άνθρωποι που είναι αρκετά τρελοί για να πιστεύουν ότι μπορούν
ν' αλλάξουν τον κόσμο, είναι αυτοί που στο τέλος το κάνουν».

 

Άιντε στην υγειά της, που θα λέγε  ο Τόλης!



 

Δευτέρα 28 Ιουνίου 2021

ΟΡΑΜΑΤΑ ΤΗΣ ΑΠΟΚΑΛΥΨΗΣ

 

          ΟΡΑΜΑΤΑ ΤΗΣ ΑΠΟΚΑΛΥΨΗΣ

             ΑΠΟ ΤΟ ΚΟΚΚΙΝΟ ΒΙΒΛΙΟ

                 ΤΟΥ ΤΑΚΗ ΠΟΛΙΤΗ

  

                           

                            Ι

1  Να ξυπνήσω μοναχός ονειρεύομαι

2  Εφιάλτης του νερού

    σε σφηνάκια πανικού αναδύεται.

3  Ερπετά και αμφίβια

    μου τυλίγουν το κορμί.

    Συμπιέζομαι.

4  Φτύνω ψάρια απ’ τα αυτιά

    Καρκίνοι και σκορπιοί

    με τραβάνε απ’ τα αρχίδια.

    Παραμορφώνομαι.

5  Σημαδεύω -πετυχαίνω το θάνατο.

6  Ερπετά και αμφίβια παραδίνονται

7  Και ξυπνώ… μένω μονάχος

    Και αφυδατώνομαι.

 

 

                               ΙΙ

1  Φίδι κατάμαυρο, σαμπρέλα από τρακτέρ

2  Ήλιοι, βατράχοι, πέταλα, χρυσοφτιαγμένες πεταλούδες

3  Στο μάτι του απείρου γαλάζια πέτρα

4  Χωμένα μες την τσέπη του μπουφάν τριάντα αργύρια

5  Πάνω τους μια κουφάλα χαζογελάει

6  Κορώνα στο κεφάλι μου που σκούριασε

7  Σφήνα στο βάθος του μυαλού μου ο εσταυρωμένος

 

 

                        ΙΙΙ

1 Τραγικοί ποιητές δώστε μου δύναμη

   τη σκιά μου να αλλάξω

2 Από παραισθήσεις και οράματα

   να απαλλαγώ, να ξεχάσω

3 Τις διαβολικές μορφές

   με τα πράσινα γάντια

4 Τα Ρώσικα βιολιά που ουρλιάζουν

   στο ματωμένο τείχος

5 Τα κόκκινα μήλα στηριγμένα

   στα χέρια και στο φαλλό του Πανός

6  Το πέος του Πανός. Η πίστη καθενός!

7  Η πούτσα του Πάνα. Ακούρδιστα πιάνα!

 

                       ΙV

1  Το ασημένιο σου κορμί γερμένο,

    τα χέρια τεντωμένα, και οι γροθιές σφιγμένες

2  Τα πόδια σου μαζεμένα από φόβο

3  Μισό κορμί από δύναμη,

    μισό κορμί από φόβο

4  Αράχνες πλέξαν τον ιστό

    στις γωνιές του κορμιού σου

5  Μια θηλυκιά και το παιδί της

6  Το παιδί της θηλυκό και αυτό

7  Θηλιά στο ασημένιο σου κορμί

 

 

                  V

1  Το όνειρο κι αν έσφαλε

    θυσία μπρος στα πόδια σου ας γίνει

2  Πίνω σε κούπα το κρασί

    μπουκάλι αδειανό έχει απομείνει

3  Ήταν κρυφό ό,τι σκέφτηκα

    σεντούκι μυστικό η επιθυμιά μου

4  Και τώρα μια επανάληψη βαρέθηκα

    σαν βλέπω διαρκώς τα ποιήματά μου

5  Κλέβω παράσιτα απ’ την μπάντα των fm

6  Ήχος βαθύς, απόηχος, ο χτύπος της καρδιάς μου

7  Η ώρα σήμανε εφτά.

    Εφτά κι οι εφιάλτες στο όραμά μου


                      

                       VI

   1  Γελοιοποιούν οι γελοιογράφοι τους αιώνες μας

   2  Κατουράνε στα θεμέλια του Παρθενώνα

   3  Φτύνουν τους άγιους της επανάστασης

   4  Γίνονται κήρυκες της τηλεόρασης

   5  Κόβουν με ψαλίδια εφημερίδες

   6  Καταδικάζουν τα όνειρα

   7 Τόσο εύκολα οι μετριότητες θα καταδικάσουν και μένα

                      

                   VII

      1  Κλωτσούσα την κοιλιά του Δία

2  Έντεκα φορές σε επαναληπτική και αργή κίνηση

3  Με κάλυψη

      4  Να μη μας δουν τα περιστέρια

    Τώρα που συσκευάζουνε τα αστέρια

5  Και τα πουλούν μαζί με εφημερίδες

    Ελπίδες σε πυρηνικές σανίδες

6  Μιας δηλητηριασμένης υπερκατανάλωσης

          Πριν απ’ τα χρόνια μιας καινούργιας άλωσης

      7  Αγόρασα ροκφόρ σε σωληνάριο

          Πληρώνοντας το αντίτιμο με σπέρμα         

 

Τετάρτη 26 Μαΐου 2021

ΤΟ ΡΥΘΜΙΚΟ ΠΟΙΗΜΑ

 

         ΤΟ ΡΥΘΜΙΚΟ ΠΟΙΗΜΑ


ΚΕΙΜΕΝΑ ΤΑΚΗΣ ΠΟΛΙΤΗΣ

Βρισκόμουν εκεί που άνθιζαν τα σκοτάδια και οι ρινόκεροι πετούσαν με απλωμένα τα φτερά.
Τότε πήρα χαρτί και μολύβι και έγραψα ένα ρυθμικό ποίημα εμπνευσμένος από την άθλια πόλη μου, από την ανίκανη χώρα μου, από τον αρρωστιάρη τετράγωνο πλανήτη που ζω.


 

Κρατικές αεροπειρατείες
Κινέζικα μαντζούνια
Self-test και Παραμύθια
Πύραυλοι και ρουκέτες
Κάλπικη ιστορία
Κάλπικοι ποιητάδες
Ψευτοδημοσιογράφοι και ρουφιάνοι
Κρατική καταστολή
Λουτσέσκου και Μιλόγεβιτς
Πολιτισμός και άστεγοι,
Μίζες και ρουσφέτια
Κρατικές επιχορηγήσεις
Πανεπιστήμια και μπουρδέλα
Τουρισμός και Φουρθιώτης
Survivor και Χρυσή Αυγή
Η συνέλευση της Βοστίτσας
Και οι μνηστήρες της Πηνελόπης
Κώνοι, κορίνες και ψευτουποδομές
Συνταξιούχοι μηχανικοί
Συνταξιούχοι μπάτσοι
Τζόγος και συμμορίες ανηλίκων
Κουραδομηχανές και κραγμένες…
Κοντοπούτανοι και πουτάνες…
 


Βρισκόμουν εκεί που άνθιζαν τα σκοτάδια και οι ρινόκεροι πετούσαν με απλωμένα τα φτερά.  Τότε, πήρα χαρτί και μολύβι και έγραψα ένα ρυθμικό ποίημα εμπνευσμένος από την ανευθυνότητα των κατασκευαστών κτηρίων στην πόλη μου. Η ασυνειδησία έφερε σαν αποτέλεσμα  26 θανάτους από τον σεισμό έντασης 6,2 της κλίμακας Ρίχτερ, στις 15 Ιουνίου του 1995 στο Αίγιο

 


Κραυγή, σεισμός και αλίμονο,
ο χρόνος θα ξεχάσει,
να ρυμουλκήσει στη σειρά
αυτούς που ’ναι να φύγουν.
Θα ’ναι γερόντοι ή παιδιά,
που ’χουν πολλά να κάνουν;
Θα ’ναι όνειρο ο θάνατος
ή θα πονέσει λίγο;
Θα ’ναι της μοίρας συλλογή
εκείνον να χορτάσει.
Μα ο Άδης πάντα αχόρταγος
τής ζήτησε απ’ όλους.



Βρισκόμουν εκεί που άνθιζαν τα σκοτάδια και οι ρινόκεροι πετούσαν με απλωμένα τα φτερά.  Τότε, πήρα χαρτί και μολύβι και έγραψα ένα ρυθμικό ποίημα ακούγοντας παράλληλα στο ραδιόφωνο το τραγούδι του Γιάννη Πάριου «Ποιος να συγκριθεί μαζί μου;» έναν σκληρό  και θλιβερό επίλογο  μιας λευκής και ματωμένης σελίδας.

 

Όπου να’ ναι θα αρχίσει να βρέχει
Θα αντέξει όποιος πράγματι αντέχει
Όπου να’ ναι θα αρχίσει να βρέχει



 

Σάββατο 24 Απριλίου 2021

ΦΤΟΥ ΞΕΛΕΥΘΕΡΙΑ!

               ΦΤΟΥ ΞΕΛΕΥΘΕΡΙΑ!

  

ΚΕΙΜΕΝΑ ΤΑΚΗΣ ΠΟΛΙΤΗΣ

Βρισκόμουν εκεί που άνθιζαν τα σκοτάδια και οι ρινόκεροι πετούσαν με απλωμένα τα φτερά
Άρχιζε η μεγάλη εβδομάδα. Τα άγια πάθη και η επιστροφή προς την κανονικότητα
Για πια όμως κανονικότητα μιλάμε με πρωθυπουργό τον Κούλη και το υπόλοιπο σκυλολόι για υπουργικό συμβούλιο
Τι τζούφια ανάσταση θα είναι αύτη;
Το Σοβιετικό Πυροβολικό βομβάρδιζε το Βερολίνο. Οι οβίδες που εκτόξευαν τα σοβιετικά πυροβόλα είχαν γραμμένα συνθήματα εκδίκησης, όπως: «Για το Στάλινγκραντ», «Για την Ουκρανία», «Για τις χήρες και τα ορφανά»,
«Για τα δάκρυα των μανάδων».
Τι να λυπηθώ;
Πώς νιώθεις όταν σκοτώνεις τους πεθαμένους;
Αυτοί όμως πώς αναστήθηκαν;
Μέσα σε ένα κλίμα νευρικότητας σήκωσαν τα γεμάτα σαμπάνια ποτήρια τους, ευχήθηκαν στον αρχηγό τους «Χρόνια πολλά» και υποσχέθηκαν «αιώνια πίστη». Στις επόμενες τρεις ημέρες οι περισσότεροι θα τον εγκατέλειπαν, ανάμεσά τους
οι υπουργοί Χ. Γκαίρινγκ, Χ. Χίμλερ, Α. Σπέερ και Ι. Ρίμπεντροπ, οι επικεφαλής του επιτελείου Β. Κάιτελ και Α. Γιόντλ κ.α.
Ο Χίτλερ είχε απομείνει σχεδόν μόνος του οργανώνοντας μια «μεγαλειώδη αντεπίθεση» επί χάρτου με μονάδες που απλά δεν υπήρχαν!
Δέκα ημέρες μετά θα έδινε τέλος στη ζωή του... 
Κείνα τα χρόνια εγώ διάβαζα Νίτσε και εσύ παρακολουθούσες τον Σάκη τον υδραυλικό. Πώς να συναντηθούμε;
Δεν έχω έμπνευση να γράψω περισσότερα. Όμως πώς θα καλυφτεί ο μήνας; Πώς θα βγει το μεροκάματο;
Κι έπρεπε  να βρω κι έναν τρόπο για να σας ευχηθώ "Καλή Ανάσταση" χαρίζοντάς σας ένα ποίημα κι ένα τραγούδι.
 
ΚΑΛΗ ΑΝΑΣΤΑΣΗ

 

 

Εδώ τα πάντα ξέστηθα
κι αδιάντροπα λυσσάνε
αστέρι ειν’ ο ξερόβραχος,
και το κορμί φωτιά.

Εδώ ειν’ ο ίσκιος όνειρο
εδώ χαράζει ακόμα
στης νύχτας το αχνό στόμα
χαμόγελο ξανθό.
 
Εδώ ο λεβέντης μάγεμα
η σάρκα αποθεώθη,
οι παρθενιές, Αρτέμιδες,
Ερμήδες είναι οι πόθοι.

Η κάθε ώρα ολόγυμνη,
θάμα στα υγρόζωα κήτη
πετιέται κι η Αφροδίτη
και χύνεται παντού.
 
Μέτωπο, μάτια, κύματα
μαλλιά γλουτοί, λαγόνες
κρυφά λαγκάδια του Έρωτα
ρόδα, μυρτιές, κρυψώνες.

Τα στρογγυλά, τα ολόισια
χνούδια, γραμμές, καμπύλες
ω θείες ανατριχίλες,
χορεύτε το χορό.
 
Κάτι γυμνό και ξέσκεπο
στα ολανοιγμένα πλάτια,
που ζωντανό θα το δειχναν
μόνο δυο φλόγες μάτια,

κάτι από τους σάτυρους
κρατιέται κι είναι αγρίμι
και είν’ η φωνή του ασήμι,
μη φύγεις, ειμ’ εγώ.
     
ΚΩΣΤΗΣ ΠΑΛΑΜΑΣ


Μπροστά γυαλί πίσω λυχνία
μαλακισμένη φαντασία
Θέλεις να δεις δε θες να ζήσεις
στη μοναξιά της Άγριας Δύσης
Μαλάκα, μαλάκα
 
Πέντε ορφανά και μια χείρα
να κολυμπάς σε καθετήρα
Πλήθος βυζιά τα ίδια πέη
και η ζωή σου παραπαίει
Μαλάκα, μαλάκα
 
Όρθιος πατσάς με ποδαράκια
Τσάμπα τροφή για τα κοράκια
Νύχια γαμψά με μαύρο πένθος
σε μια χούφτα όλο το έθνος
Μαλάκα, μαλάκα
 
Απ’ τον πρωκτό μέχρι το αιδοίο
κάπου χαθήκατε και οι δύο
Σε ζωντανό νεκροταφείο
σ’ ένα ανώμαλο ωδείο
Μαλάκα, μαλάκα
 
ΤΖΙΜΗΣ ΠΑΝΟΥΣΗΣ