Τρίτη 2 Μαΐου 2023

ΜΠΟΡΑ ΕΙΝΑΙ ΘΑ ΠΕΡΑΣΕΙ...

                ΜΠΟΡΑ ΕΙΝΑΙ ΘΑ ΠΕΡΑΣΕΙ…


ΠΕΝΤΕ ΠΟΙΗΜΑΤΑ 
ΤΟΥ ΤΑΚΗ ΠΟΛΙΤΗ

ΤΗΛΕΟΡΑΣΗ
Θα πιω κανένα ντούζικο και θα χορεύω
και θα χτυπάς τα κουταλάκια στον ζεϊμπέκικο
σαν θα δακρύζω απ’ της χλιδής το μπανιστήρι
των γλαστρανθρώπων της μικρής μας κόλασης


ΕΝΗΜΕΡΩΣΗ
Τις μέρες του αυτόκτονος καιρού
Στους δρόμους του Ταύρου περπάτησα
Μουγκρητό και πόνο άκουσα
Ο ήλιος άρρωστος και μόνος
στενάζει που δεν μπόρεσε να μπει
απ’ τα παράθυρα που με κάγκελα σφράγισαν
οι εκμεταλλευτές της μοναξιάς
και της ανθρώπινης συνήθειας.


ΣΤΟ ΜΕΘΥΣΙ ΤΟΥ ΕΡΩΤΑ
Να ’τανε κόκκινο κρασί
να ’ταν ροζέ ή άσπρο
τη νύχτα που λαχάνιαζες
κι ίδρωνε το κορμί σου.
Μα τα κατάξανθα μαλλιά
μπροστά στο μαύρο φόντο
της κουρελούς μπερδεύτηκαν.
Τότες η κούπα το κρασί
έγειρε και εχύθη
κι από την κούπα το κρασί
εφάνη ο άσπρος πάτος.
Την κουρελού ζωγράφισε
με του κρασού το χρώμα
δίχως να μάθω τελικά
ποιο χρώμα σου ταιριάζει


ΓΛΥΚΟ ΤΟΥ ΚΟΥΤΑΛΙΟΥ
Μαύροι κύκλοι
τεχνητά σκοτάδια στο βινύλιο.
Πρόστυχοι στίχοι
χαραγμένοι κάτω απ’ την κοιλιά σου.
Χαραγμένα αυλάκια, ρόδες ποδηλάτου
Ροδοπέταλό μου!
Ξεχασμένο γάντι στο συρτάρι μου…


ΓΕΝΕΘΛΙΑ
Σήμερα ξεσκέπασα το πρόσωπό μου
απ’ το λευκό σεντόνι που το σκέπαζε.
Κι αυτό που φάνηκε, δεν έλαμψε.
Στο φως σκοτείνιασαν τα δάκρυα.
Τη σκέψη πάγωσε η θλίψη.
Κι έμειναν άφωνοι και λύγισαν
και οι δώδεκα μαθητές μου.

Τετάρτη 12 Απριλίου 2023

ΔΥΟ ΠΟΙΗΜΑΤΑ ΑΠΟ ΤΟ ΚΟΚΚΙΝΟ ΒΙΒΛΙΟ ΤΟΥ ΤΑΚΗ ΠΟΛΙΤΗ

 

ΔΥΟ ΠΟΙΗΜΑΤΑ

ΑΠΟ ΤΟ ΚΟΚΚΙΝΟ ΒΙΒΛΙΟ
ΤΟΥ ΤΑΚΗ ΠΟΛΙΤΗ





ΡΕΤΡΟ ΤΡΑΓΟΥΔΙ

Σφιγμένες κάποτε κρατούσα τις γροθιές μου.
Αργότερα, συνήθιζα με ανοιχτές παλάμες, κάθετες
να σημαδεύω τα αχαμνά μου.
Τώρα τηλεκοντρόλ βαστώ σφιχτά στη χούφτα μου
και έτσι μπορώ να δω τα χρώματά σου θάλασσα,
το ξεχασμένο τσόκαρο στην άμμο,
κρουστά απ’ τα λέπια του ψαριού στα εμβατήρια
κι απ’ τη φωνή του τζιτζικιού,
φινάλε θλιβερό τη «Ρωμιοσύνη»




Η ΨΕΥΤΙΑ ΜΙΑΣ ΠΕΡΟΥΚΑΣ

Φεγγαρόφωτη νύχτα, με πιάνει παράπονο
Κλάμα-ψίθυρος, σε ήχους βαλς να χορεύω
Να γεμίσω τις νότες με δάκρυα,
άνθη στίχους, κορμιά να ευωδιάζουν.
Το όνομά σου να γίνει της γης τα κεντήματα,
το όνειρό μου να γίνει μαχαίρι.
Να σκοτώσει το σκοτάδι που θάμπωσε
την ελπίδα του αγέρα
να ακουμπήσει τα μάτια σου
τα μαλλιά σου να κάνει παντιέρα,
να πετάξουν ψηλά ως τα σύννεφα
για να νοιώσουν κι εκείνα
πλαστικό στην αφή σου,
την ψευτιά μιας περούκας που αγόρασα
δώρο για τη γιορτή σου.


Δευτέρα 10 Απριλίου 2023

ΝΙΚΟΣ ΚΑΖΑΝΤΖΑΚΗΣ ΟΙ ΔΕΚΑ ΕΝΤΟΛΕΣ



ΝΙΚΟΣ ΚΑΖΑΝΤΖΑΚΗΣ ΟΙ ΔΕΚΑ ΕΝΤΟΛΕΣ



Πηδά η φωτιά κι οι σούβλες έτοιμες
κι αυτός ολόρθος στέκει
Πεθαίνει αρνούμενος το θάνατο
και Λευτεριά φωνάζει
Λευτεριά για σένα χάνομαι
μα θα 'ρθουν πίσω μου άλλοι
Στρατοί οι γιοι μου και τ' αγγόνια μου
και θα σε λευτερώσουν

Μην κλαις κυρά κι εγώ θ' αναστηθώ
και θα σ' αρπάξω πάλε
Θα σπω τις αλυσίδες της σκλαβιάς
θα καταλύω τα κάστρα

Λίγοι είμαστε κι αλίμονο στη γης
αν ξοφληθεί η γενιά μας
Στρατοί οι γιοι μου και τ' αγγόνια μου
και θα σε λευτερώσουν


ΕΠΙΜΕΛΕΙΑ ΚΕΙΜΕΝΩΝ ΤΑΚΗΣ ΠΟΛΙΤΗΣ
1 Πιστεύω σ' ένα Θεό, Ακρίτα, Διγενή, στρατευόμενο πάσχοντα μεγαλοδύναμο, όχι παντοδύναμο, πολεμιστή στ' ακρότατα σύνορα, στρατηγό αυτοκράτορα σε όλες τις φωτεινές δυνάμεις, τις ορατές και τις αόρατες.

2 Και ποια είναι η πιο αψηλή εντολή; Ν’ αρνηθείς όλες τις παρηγόριες - θεούς,
πατρίδες, ηθικές, αλήθειες - ν’ απομείνεις μόνος και ν’ αρχίσεις να πλάθεις εσύ,
με μοναχά τη δύναμή σου, έναν κόσμο που να μην ντροπιάζει την καρδιά σου...
Ποια ’ναι η πιο αντρίκια χαρά; Ν’ αναλαβαίνεις την πάσα ευθύνη.

3 Δεν πρέπει ποτέ να έχεις μια αντίληψη για τη ζωή που να σου επιτρέπει ελπίδες
και ανταμοιβές. Είσαι ελεύθερος άνθρωπος, όχι μισθοφόρος. Να παλεύεις χωρίς
να καταδέχεσαι να ζητάς ανταμοιβή, αυτό είναι πραγματική ελευθερία.

4 Όχι! Όχι! Ποτέ μην αναγνωρίσεις τα σύνορα του ανθρώπου! Να σπας τα σύνορα!
Ν’ αρνιέσαι ό,τι θωρούν τα μάτια σου! Να πεθαίνεις και να λες: Θάνατος δεν υπάρχει!

5 Είμαι ένα πλάσμα εφήμερο, αδύναμο, καμωμένο από λάσπη κι ονείρατα.
Μα μέσα μου νογώ να στροβιλίζουνται όλες οι δυνάμες του Σύμπαντου.

6 Ν’ αγαπάς την ευθύνη. Να λες, εγώ μονάχος μου έχω χρέος να σώσω τη Γη.
Αν δεν σωθεί, εγώ φταίω.

7 Έχεις τα πινέλα, έχεις τα χρώματα, ζωγράφισε τον παράδεισο και μπες μέσα.

8 Μην κρατάς τίποτα για υστερνή. Μου αρέσει ο κίντυνος. Μπορεί να χαθούμε, μπορεί
να σωθούμε. Μη ρωτάς! Απίθωνε κάθε στιγμή στα χέρια του κίντυνου τον κόσμον όλο!

9 Η καρδιά σμίγει ό,τι ο νους χωρίζει, ξεπερνάει την παλαίστρα της ανάγκης
και μετουσιώνει το πάλεμα σε αγάπη.

10 Δε φοβάμαι τίποτα. Δεν ελπίζω τίποτα. Είμαι ελεύθερος.

Ο Νίκος Καζαντζάκης, Έλληνας μυθιστοριογράφος, ποιητής και θεατρικός συγγραφέας, γεννήθηκε στις 18 Φεβρουαρίου του 1883 και πέθανε στις 26 Οκτωβρίου του 1957. Αναγνωρίζεται ως ένας από τους σημαντικότερους σύγχρονους Έλληνες λογοτέχνες και ως ο περισσότερο μεταφρασμένος παγκοσμίως. Έγινε ακόμα γνωστότερος μέσω της κινηματογραφικής απόδοσης των έργων του «Ο Χριστός Ξανασταυρώνεται», «Βίος και Πολιτεία του Αλέξη Ζορμπά» και «Ο Τελευταίος Πειρασμός».
Η Κρήτη βρισκόταν σε συναγερμό για την κηδεία του μεγάλου τέκνου της. Είχαν φθάσει απ’ όλα τα μέρη της Μεγαλονήσου αντιπροσωπείες: μαθητές Γυμνασίων, αγρότες, εργάτες, άνθρωποι από κάθε τάξη. Χιλιάδες λαού και μαθητές κρατώντας βιβλία του νεκρού τον συνόδεψαν μέχρι την ιστορική τάπια Μαρτινέγκο, πάνω στα ενετικά τείχη, όπου είχε ανοιχτεί ο τάφος του. Τότε συνέβη το εξής συγκλονιστικό: Ένας ηλικιωμένος, μα εύρωστος και μεγαλόσωμος άντρας με μουστάκες, ο καπετάν Μανούσακας ο Κρητίκαρος, άρπαξε την τσάπα και παραμέρισε τα χώματα.
Αμέσως ύστερα αγκάλιασε το νεκρό, τον σήκωσε, λέγοντας: «Τουτουσές τσ’ ανθρώπους δεν τους θάβουνε νεκροθάφτες» και κατεβάζοντάς τον μόνος του στον τάφο, τον τακτοποίησε στην τελευταία του κλίνη. Πάνω από το νεκρό τότε, οι γυμνασιόπαιδες έριξαν χώμα που είχαν φέρει μαζί τους απ’ όλες τις επαρχίες της Κρήτης. Στον τάφο του στήθηκε ένας πανύψηλος, λιγνός και σκοτεινός σταυρός, ορατός από μεγάλη απόσταση. Πάνω στην πλάκα του τάφου του χαράχτηκε το περίφημο καζαντζακικό απόφθεγμα: «Δε φοβάμαι τίποτα. Δεν ελπίζω τίποτα. Είμαι ελεύθερος».
Μνημόνια, επιμηκύνσεις, συμπράξεις, εκταμίευση της πέμπτης δόσης, αβεβαιότητα και αδιέξοδο.
Οι Έλληνες όμως δείχνουν πως ξαναβρίσκουν το ρυθμό τους. Η νεολαία δείχνει πως βρίσκει το ρυθμό της. «Ένα θεριό που δεν ξέρει πως είναι θεριό είναι η νιότη», «Ποιος μπορεί να τα βάλει με το σεισμό, με τη φωτιά, με τα νιάτα;» έλεγε ο Νίκος Καζαντζάκης. Οι συγκεντρώσεις στην πρωτεύουσα αλλά και στις άλλες πόλεις δείχνουν πως κάτι ενωτικό ξεκινάει. «Λαός ενωμένος ποτέ νικημένος» έλεγε το παλιό αλλά πάντα επίκαιρο σύνθημα.
Τέτοιες στιγμές χρειάζονται τα παραδείγματα των μεγάλων ανδρών που ανύψωσαν
με το έργο τους το ηθικό, το κύρος, την πίστη και την αξιοπρέπεια των Ελλήνων.
Ένας τέτοιος ήταν ο Νίκος Καζαντζάκης.

Παππού αγαπημένε, είπα, δώσ’ μου μιαν προσταγή.
-Φτάσε όπου μπορείς παιδί μου...
-Παππού, φώναξα τώρα πιο δυνατά, δώσ’ μου μιαν πιο δύσκολη, πιο κρητικιά προσταγή.
-Φτάσε όπου ΔΕΝ ΜΠΟΡΕΙΣ παιδί μου !...






Τετάρτη 29 Μαρτίου 2023

ΝΙΚΟΣ ΜΠΕΛΟΓΙΑΝΝΗΣ

  

ΝΙΚΟΣ ΜΠΕΛΟΓΙΑΝΝΗΣ




Ο Μπελογιάννης ζει μες την καρδιά μας
Ο Μπελογιάννης ζει παν στις κορφές
Ο Μπελογιάννης ζει είναι κοντά μας
στων τραγουδιών τις λεύτερες στροφές

ΚΕΙΜΕΝΑ ΤΑΚΗΣ ΠΟΛΙΤΗΣ
«Αγαπάμε την Ελλάδα και το λαό της περισσότερο από τους κατηγόρους μας.Το δείξαμε όταν κινδύνευε η Ελευθερία, η ανεξαρτησία και η ακεραιότητά της. Και ακριβώς, αγωνιζόμαστε για να ξημερώσουν στη χώρα μας καλύτερες μέρες, χωρίς πείνα και πολέμους. «ΓΙ’ ΑΥΤΟ ΤΟ ΣΚΟΠΟ ΑΓΩΝΙΖΟΜΑΣΤΕ» και όταν χρειαστεί θυσιάζουμε και τη ζωή μας…
Αυτά ήταν λίγα από τα λόγια του Νίκου Μπελογιάννη στην απολογία του στο στρατοδικείο που τον καταδίκασε σε θάνατο.
Αυτός ο συνεπής αγωνιστής που δεν λύγισε μπροστά στο θάνατο, ακολουθώντας ως το τέλος την υπεράσπιση των ιδανικών του…
Κι απ’ την άλλη η μάνα Βασιλική, βγαλμένη σαν από αρχαία τραγωδία χάνει την μικρότερη κόρη της Αργεντίνα στην κατοχή το 1944 από φυματίωση.
Τον άντρα της Γιώργο το 1947. Την πρώτη της κόρη Ελένη, που υποβλήθηκε σε φρικτά βασανιστήρια από τους χωροφύλακες, παρουσίασε καλπάζουσα φυματίωση και εξέπνευσε στο νοσοκομείο «Σωτηρία» το 1948. Και το γιο της Νίκο, που εκτέλεσαν οι φασίστες στις 30 Μαρτίου του 1952 παρά τις διαμαρτυρίες εκατοντάδων χιλιάδων διαδηλωτών και πλήθους διανοουμένων σ’ ολόκληρο τον κόσμο. Ο Νίκος Μπελογιάννης έγινε παγκόσμιος θρύλος, σύμβολο και το όνομά του δόθηκε στην Ανατολική Ευρώπη σε βουνά, δάση, λίμνες, οικισμούς και χωριά.
Η μητέρα του ήρωα, Βασιλική πεθαίνει τον Αύγουστο του 1956.
Η σύντροφός του γεννάει στη φυλακή το παιδί τους, Νίκο και αποφυλακίζεται για πρώτη φορά τα Χριστούγεννα του 1963.
Ο Νίκος Μπελογιάννης, το μέλος της κεντρικής επιτροπής του ΚΚΕ, ο πολιτικός επίτροπος της 10ης Μεραρχίας του δημοκρατικού στρατού, ο όμορφος άντρας,ο αγωνιστής, αυτός που προοριζόταν για να ξεκαθαρίσει και να οργανώσει το κόμμα, αυτός που προοριζόταν για γραμματέας του ΚΚΕ, γύρισε στην Ελλάδα τον Ιούνιο του 1950. Στις 20 Δεκεμβρίου του 1950 συλλαμβάνεται και δικάζεται με βάση το νόμο 509/1947 κατηγορούμενος ως κατάσκοπος της Σοβιετικής Ένωσης.
Ένα από τα μέλη του δικαστηρίου και έκτακτος στρατοδίκης ήταν ο Γεώργιος Παπαδόπουλος,
ο μετέπειτα δικτάτορας. Η απόφαση της θανατικής ποινής δεν άλλαξε παρά τις διεθνείς εκκλήσεις και πιέσεις. Η απόφαση εκτελέστηκε στις 30 Μαρτίου ημέρα Κυριακή και ώρα 4:10 π.μ
Ο Νίκος Μπελογιάννης κι άλλοι τρεις σύντροφοί του, Δ. Μπάτσης, Ν. Καλούμενος
και Η. Αργυριάδης μεταφέρθηκαν από τις φυλακές της Καλλιθέας στο στρατόπεδο στο Γουδί
και τουφεκίστηκαν.
Η ώρα και η μέρα ήταν εξαιρετικά ασυνήθιστες. Οι εκτελέσεις γίνονταν με το πρώτο φως του ήλιου και ποτέ Κυριακή.Φαίνεται πως έγινε τότε για να προλάβουν οι κάθε λογής υπέρμαχοι της εκτέλεσης τυχόν απονομή χάριτος …
Ο Νίκος Πλουμπίδης, υπεύθυνος του τότε ΚΚΕ Αθήνας στέλνει επιστολή με τα αποτυπώματά του δηλώνοντας ότι ο Μπελογιάννης είναι αμέτοχος και ότι η υπόθεση των ασυρμάτων βαραίνει αποκλειστικά τον ίδιο.





Ο συνήγορός του, Μ. Γαλέος επισκέπτεται τον Μπελογιάννη στις φυλακές και του προτείνει
να καταθέσουν αίτηση αναψηλάφησης της δίκης.
Ο Ζαχαριάδης ανακοινώνει ότι η επιστολή Πλουμπίδη είναι χαφιέδικο κατασκεύασμα κι ότι
ο Πλουμπίδης - που συνελήφθηκε αργότερα και εκτελέστηκε – ζει τάχα στο εξωτερικό.
Μετά τη δήλωση του Ζαχαριάδη, ο Μπελογιάννης και η σύντροφός του Έλλη Παππά δεν προχωρούν σε αίτηση αναψηλάφησης της δίκης.
Ο πρόσφατος θάνατος της συντρόφου του Νίκου Μπελογιάννη Έλλης Παππά είναι σίγουρο οι θα διαταράξει τα λιμνάζοντα νερά. Είχε αφήσει την πολιτική της διαθήκη και αλλά στοιχεία στο μουσείο Μπενάκη με τον όρο ότι θα ανοιχτούνε μετά τον θάνατό της.
Η περίοδος εκείνη είναι θολή για πολλούς και για τους κυνηγούς και για τους κυνηγημένους. Τα νέα στοιχεία θα πρέπει να εξεταστούν με προσοχή χωρίς εμπάθεια και προσωπικές κόντρες ώστε να φωτιστεί η αλήθεια για την πρόσφατη ιστορία του τόπου μας.




Συ μας έμαθες, πώς πρέπει να ζούμε
πώς, μ’ αξιοπρέπεια, να πεθαίνωμε.
Μ’ αυτό το γαρούφαλλο σαν με το κλειδί
άνοιξες την πόρτα της Αθανασίας 
Με το χαμόγελό σου φώτισες τον κόσμο όλο
για να κατέβει η νύχτα στη γη.

 ΓΙΑΝΝΗΣ ΡΙΤΣΟΣ

Τετάρτη 1 Μαρτίου 2023

ΜΙΑ ΕΙΚΟΝΑ, ΕΝΑ ΤΟΠΙΟ

 ΜΙΑ ΕΙΚΟΝΑ, ΕΝΑ ΤΟΠΙΟ



Μωρή κοντούλα λεμονιά,
Με τα πολλά λεμόνια, Βησσανιώτισσα,
σε φίλησα κι αρρώστησα
και το γιατρό δε φώναξα.

Πότε μικρή, μεγάλωσες;
Κι έγινες για στεφάνι, Βησσανιώτισσα,
σε φίλησα κι αρρώστησα
και το γιατρό δε φώναξα.

Χαμήλωσε, τους κλώνους σου,
να κόψω ένα λεμόνι, Βησσανιώτισσα,
Σε φίλησα κι αρρώστησα
και το γιατρό δε φώναξα.

Για να το στύψω να το πιω,
να μου διαβούν οι πόνοι, Βησσανιώτισσα,
σε φίλησα κι αρρώστησα
και το γιατρό δε φώναξα.

ΕΠΙΜΕΛΕΙΑ ΚΕΙΜΕΝΩΝ ΤΑΚΗΣ ΠΟΛΙΤΗΣ
«Μια εικόνα. Ένα τοπίο που, όσος καιρός κι αν πέρασε, λειτουργεί μέσα μου μουσικά.
Έχει ρυθμό, αναπτύσσεται στο χρόνο... Ψάχνοντας τότε, το '69, για το χωριό της "Αναπαράστασης", βρέθηκα σ' ένα χωριό ψηλά στα Ζαγόρια.
Νοέμβρης μήνας με ψιλόβροχο. Μαύριζε η γκρίζα πέτρα από νερό.
Πένθιμες γυναικείες φιγούρες χάνονταν στα ερείπια. Μια γέρικη φωνή τραγουδούσε στο έρημο καφενείο: "Μωρή κοντούλα λεμονιά...".
Στάθηκα εκεί στην άκρη. Η φωνή ράγισε κι έσπασε έπειτα από λίγο.
Έμεινε το τοπίο με τη βροχή. Έμεινα κι εγώ. Αυτό θα 'παιρνα μαζί μου».
∆εν ξέχασα τίποτα

Περπατούσε στις γραμμές του τρένου με ένα δισάκι στους ώμους, αυτή ήταν όλη του η περιουσία.
Και πολλές μνήμες, που τις ένιωθε σαν σιδερογροθιά στο στομάχι.
Το μελαγχολικό βλέμμα της Ηλέκτρας Αποστόλου, το χαμόγελο του Νίκου Μπελογιάννη την ώρα
της εκτέλεσης, τον ήχο της θάλασσας, την μυρωδιά των ανθών της λεμονιάς.
Οι συνταξιούχοι κομμουνιστές και τα επαγγελματικά στελέχη είχαν επηρεαστεί από τα καινούργια οικονομικά μέτρα. Οι περικοπές τούς είχαν κοστίσει.
Οι μπάτσοι κοπανιόντουσαν μεταξύ τους. Οι δάσκαλοι λιποθυμούσαν στις τάξεις από τη στέρηση και οι φασίστες αυξάνονταν……»

Όλα είναι στη θέση τους, τακτοποιημένα κατά σειρά,
περιμένοντας το χέρι να διαλέξει·
µόνο δεν μπόρεσα να βρω τα παιδικά χρόνια,
µήτε τον τόπο όπου γεννήθηκε ο ήρωας του δράματος.
Όλα τ’ άλλα, να τα:
οι προσωπίδες για τα τρία κύρια συναισθήματα,
τα παραπετάσματα, τα φώτα,
τα σκοτωμένα παιδιά της Μήδειας,
το φαρμάκι και το μαχαίρι.
Τα λόγια, τα θυμάσαι, που αρχίζουν:
Αρκείτω βίος! Ιώ! Iώ!
Αυτός είναι ο διακόπτης των μικροφώνων.
Θα σ’ ακούσουν ως τα πέρατα του κόσμου.
Eµπρός, προβολέα! Καλή τύχη!

…Ζούσε την τελευταία του ώρα. Στο σταθμό, νύχτα, περίμενε το τρένο, που θα’ πεφτε μπροστά του να τελειώνει.
Άξαφνα, από μια παλιά ξεχασμένη παρόρμηση ανέβηκε στη γραμμή να περπατήσει, όπως άλλοτε,
που ήταν ένα αιώνιο παιδί.
Τότε, μ᾿ έκπληξη, είδε τη μικρή πεθαμένη εξαδέλφη να περπατάει στην άλλη γραμμή, απλώνοντας του το χέρι, για να κρατηθούν, πιο στέρεα, πάνω απ᾿ τ᾿ όνειρο.
Περπάτησαν ώρα, χαμογελώντας ο ένας στον άλλον, κι όταν πέρασε τυφλό το τρένο, βουίζοντας, τα δύο παιδιά χειροπιασμένα συνέχιζαν να προχωράνε πάνω στις ράγες...ενώ το πτώμα ενός άντρα κείτονταν πιο εκεί.

Βρέθηκε νεκρός 50 μέτρα παρακάτω, στα ανατολικά βρίσκεται (ξεχασμένος από τους πάντες) ο τάφος του Θεμιστοκλή.
"Ξέρεις κάτι... H Ελλάδα πεθαίνει. Πεθαίνουμε σαν λαός. Κάναμε τον κύκλο μας. Δεν ξέρω πόσες χιλιάδες χρόνια ανάμεσα σε σπασμένες πέτρες και αγάλματα. Και πεθαίνει... Αλλά αν είναι να πεθάνει η Ελλάδα να πεθάνει γρήγορα, γιατί η αγωνία κρατάει πολύ, και κάνει πολύ θόρυβο. Μωρή φύση μόνη σου είσαι, μόνος μου είμαι και εγώ. Πάρε ένα μπισκότο

Κάποτε συλλογίζομαι πως όλα τούτα εδώ που γράφω
δεν είναι άλλο παρά εικόνες που κεντούν στο δέρμα τους
φυλακισμένοι ή πελαγίσιοι.
Αποχαιρετιστήρια χρώματα των δειλινών.
Καιρός να ετοιμάσεις τις τρεις βαλίτσες —
τα βιβλία, τα χαρτιά, τα πουκάμισα —
και μην ξεχάσεις εκείνο το ρόδινο φόρεμα που τόσο σου πήγαινε
παρ' ότι το χειμώνα δε θα το φορέσεις.
Εγώ, τις λίγες μέρες που μας μένουν ακόμη,
θα ξανακοιτάξω τούς στίχους που έγραψα Ιούλιο κι Αύγουστο
αν και φοβάμαι πως τίποτα δεν πρόσθεσα, μάλλον
πως έχω αφαιρέσει πολλά, καθώς ανάμεσα τους διαφαίνεται
η σκοτεινή υποψία πως αυτό το καλοκαίρι
με τα τζιτζίκια του, τα δέντρα του, τη θάλασσά του,
με τα σφυρίγματα των πλοίων του στα ένδοξα λιογέρματα,
με τις βαρκάδες του στο φεγγαρόφωτο κάτω απ' τα μπαλκονάκια
και με την υποκριτική ευσπλαχνία του, θα 'ναι το τελευταίο


«Σας εύχομαι υγεία και ευτυχία αλλά δεν μπορώ να κάνω το ταξίδι σας
Είμαι επισκέπτης
Το κάθε τι που αγγίζω με πονάει πραγματικά
Κι έπειτα δεν μου ανήκει
Όλο και κάποιος βρίσκεται να πει "δικό μου είναι"
Εγώ δε...ν έχω τίποτε δικό μου είχα πει κάποτε με υπεροψία
Τώρα καταλαβαίνω πως το τίποτε είναι τίποτε
Ότι δεν έχω καν όνομα
Και πρέπει να γυρεύω ένα κάθε τόσο
Δώστε μου ένα μέρος να κοιτάω
Ξεχάστε με στη θάλασσα
Σας εύχομαι υγεία και ευτυχία».


Χρησιμοποίησα αποσπάσματα ποιημάτων των Τάσου Λειβαδίτη, Γιώργου Σεφέρη,
Γιάννη Ρίτσου και Θόδωρου Αγγελόπουλου.
Κείμενα Μισέλ Φάις, Κώστα Ταχτσή, Θόδωρου Αγγελόπουλου, Τάκη Πολίτη

Σάββατο 25 Φεβρουαρίου 2023

ΑΝΟΙΧΤΗ ΕΠΙΣΤΟΛΗ



            ΑΝΟΙΧΤΗ ΕΠΙΣΤΟΛΗ



Είδα τα καλυτέρα μυαλά της γενιάς μου χαλασμένα απ’ την τρέλα,
λιμασμένα υστερικά γυμνά,
να σέρνονται μες απ’ τους νέγρικους δρόμους την αυγή
γυρεύοντας μια φλογισμένη δόση
φτωχοί και κουρελήδες με βαθουλωμένα μάτια,
που φτιαγμένοι ξενυχτούσαν στο υπερφυσικό σκοτάδι
παγωμένων διαμερισμάτων,
αρμενίζοντας πάνω απ’ τις κορφές των πόλεων
αφοσιωμένοι στη τζαζ,
που άνοιγαν το μυαλό τους στα Ουράνια
κάτω απ’ τον εναέριο σιδηρόδρομο
και βλέπανε αγγέλους μουσουλμάνους τρεκλίζοντας
φωτισμένοι σε ταράτσες λαϊκών πολυκατοικιών
που αποβλήθηκαν απ’ τις Ακαδημίες γιατί ήσαν λέει τρελοί
κι εξέδιδαν άσεμνες ωδές στα παράθυρα της νεκροκεφαλής
που τρέμανε σ’ αξύριστα δωμάτια με τα εσώρουχα,
καίγοντας τα λεφτά τους σε καλάθια αχρήστων
και στήνοντας τ’ αυτί στον Τρόμο μεσ’ απ’ τον τοίχο
μπουρδολογώντας ουρλιάζοντας ξερνοβολώντας ψιθυρίζοντας
γεγονότα και μνήμες κι ανέκδοτα και πλάκες που σπάσανε
και σοκ νοσοκομείων και φυλακών και πολέμων
ολόκληρες διάνοιες που ξεράστηκαν με απόλυτη ακρίβεια
επτά μέρες και νύχτες με μάτια που άστραφταν,
κρέας για τη Συναγωγή πεταμένο στο πεζοδρόμιο
που έκαναν τρύπες από τσιγάρο στα μπράτσα τους
διαμαρτυρόμενοι για τη ναρκωτική καταχνιά του ταμπάκου
του καπιταλισμού
που έσπασαν κλαίγοντας σε λευκά γυμναστήρια γυμνοί
και τρέμοντας μπροστά στις μηχανές άλλων σκελετών
που βήχανε στον έκτο όροφο στεφανωμένοι με φλόγα
κάτω απ’ το φυματικό ουρανό
πλαισιωμένοι από πορτοκαλιά σαράβαλα θεολογίας
που ορνιθοσκαλίζανε όλη νύχτα ροκεντρολλάροντας
ανυπέρβλητες επωδές
που στο κίτρινο πρωινό ήταν στροφές ασυναρτησιών
που μαγείρεψαν σάπια ζώα πνευμόνια καρδιές πόδια ουρές
κάνοντας όνειρα για το αγνό βασίλειο των φυτών
που χωθήκανε κάτω από φορτηγά–ψυγεία κρεάτων
ψάχνοντας για ένα αυγό
που πέταξαν τα ρολόγια τους από την ταράτσα
για να ρίξουν την ψήφο τους υπέρ της αιωνιότητας
έξω απ’ τον Χρόνο, και ξυπνητήρια πέφτανε στα κεφάλια τους,
καθ’ όλη την επόμενη δεκαετία,
που κόψανε τις φλέβες τους τρεις φορές συνέχεια ανεπιτυχώς
το πήρανε απόφαση
και αναγκάστηκαν να ανοίξουν μαγαζιά με αντίκες
όπου νιώθαν πως γερνούν και κλαίγανε
και γύρισαν μετά από χρόνια στ’ αλήθεια φαλακροί
αλλά μ’ ένα ματωμένο κεφάλι και τα δάκρυα
και τα δάχτυλα, στην ολοφάνερη καταδίκη της τρέλας
των θαλάμων των τρελών πόλεων
που στα δυσώδη δωμάτια λογομαχώντας με τους αντίλαλους της ψυχής
χορεύοντας ροκ στις μεσονύχτιες παντέρημες εκτάσεις της αγάπης,
ένα όνειρο ζωής ένας βραχνάς σώματα που γινήκαν πέτρα
Βαριά σαν το φεγγάρι.

ΑΛΛΕΝ ΓΚΙΝΣΜΠΕΡΓΚ


ΚΕΙΜΕΝΑ ΤΑΚΗΣ ΠΟΛΙΤΗΣ

Σε ένα επαρχιακό καφενείο μαζεύονται συνταξιούχοι μπάτσοι, επίδοξοι ρουφιάνοι, αρουραίοι, μύγες και ταξικοί αποστάτες. Συζητούν κοντόφθαλμα σχέδια για μεγάλες προσδοκίες.
Πώς μπορούν να έχουν μεγάλες προσδοκίες με κοντόφθαλμα σχέδια;
Πού πάτε ρε, ξυπόλυτοι στα αγκάθια;
Χωρίς θόρυβο, χωρίς έκρηξη, χωρίς δυναμική, χωρίς ταξική συνείδηση;
Ο Ηράκλειτος είχε δίκιο. Ήταν όλοι τους ηλίθιοι και ένιωθε απομονωμένος.
Η ωραία Ελένη ήταν άντρας και η Τάμτα Αλβανή.
Η Άντζελα είχε συγκρουστεί με αστικό λεωφορείο.
Και ο Κιμ ήταν οπαδός του Τραμπ.
Η εξειδίκευση στην εκπαίδευση παράγει κουρδισμένους. Δημιουργεί ειδικότητες και όχι προσωπικότητες και η παιδεία χάνεται στη στροφή.
Ο φίλος από τη Γεωργία, μου ’φερε χθες μια κούπα του καφέ από την πατρίδα του.
Απεικονίζει τον χάρτη της Σοβιετικής Ένωσης. Ο σύντροφος Στάλιν δηλώνει με σοβαρότητα
και ευθύνη στον σοβιετικό λαό, που απειλείται από τους Γερμανούς ναζί, «ούτε ένα βήμα πίσω». Ξανά, ξανά, ξανά. «Ούτε ένα βήμα πίσω».
Πόσα βήματα προς τα πίσω έχετε κάνει τα τελευταία χρόνια;
Τόσο πίσω, που θα καταντήσετε πισωγλέντηδες;
Απομονωμένοι από τον λαό, γκαρίζοντας φάλτσα συνθήματα, αφήνοντας χώρο για να επωφεληθούν κάθε λογής αιρετικοί, από τους συνταξιούχους μπάτσους και τους επίδοξους ρουφιάνους μέχρι τους ταξικούς εχθρούς και τους ταξικούς αποστάτες.


Παρασκευή 10 Φεβρουαρίου 2023

ΤΡΙΤΟΣ ΠΑΓΚΟΣΜΙΟΣ

      

                      ΤΡΙΤΟΣ ΠΑΓΚΟΣΜΙΟΣ


ΠΟΙΗΜΑΤΑ ΤΑΚΗΣ ΠΟΛΙΤΗΣ

ΤΡΙΤΟΣ ΠΑΓΚΟΣΜΙΟΣ

Μπορείς να δεις από τη λεωφόρο
Την παγκόσμια κρίση της βροχής
Και κάπου εκεί στο πλήθος να σέρνεσαι
Στην παγκόσμια κρίση της αβεβαιότητας

 

 ΠΤΩΣΗ

Κατέρρευσε το όνειρο
Σαν πέσαμε τα τείχη
Κι η νύχτα έγειρε κι αυτή
Μες τα αναφιλητά της
Το μόνο που χαρίσανε
Στη σκοτεινιά της Δύσης
Αλκοολικούς, ψυχασθενείς
Πουτάνες σε μπαράκια