Δευτέρα 6 Οκτωβρίου 2014

ΓΙΑΝΝΗΣ ΡΙΤΣΟΣ


       ΕΚΑΤΟ ΧΡΟΝΙΑ ΑΠΟ ΤΗ ΓΕΝΝΗΣΗ
                     ΤΟΥ ΓΙΑΝΝΗ  ΡΙΤΣΟΥ             


ΤΗΝ ΕΠΙΛΟΓΗ ΤΩΝ ΠΟΙΗΜΑΤΩΝ ΚΑΙ ΤΩΝ ΕΙΚΑΣΤΙΚΩΝ ΕΡΓΩΝ 
ΤΟΥ ΓΙΑΝΝΗ ΡΙΤΣΟΥ ΕΠΙΜΕΛΗΘΗΚΕ Ο ΤΑΚΗΣ ΠΟΛΙΤΗΣ

Ο ποιητής της Σονάτας  του Σεληνόφωτος και της Εαρινής συμφωνίας, του Επιτάφιου και της Ρωμιοσύνης, αγωνιστής της εθνικής αντίστασης και οραματιστής ενός καλυτέρου κόσμου περνώντας πολλά χρόνια από τη ζωή του σε φυλακές και εξορίες, εκτός από τα ποιήματά του που έγιναν τραγούδια και τραγουδηθήκαν απ’ όλο τον κόσμο δημιούργησε και έργα τέχνης με υλικά που έβρισκε στους τόπους της εξορίας, ζωγράφιζε επάνω σε πέτρες, σε ρίζες από καλάμια, σε πακέτα από τσιγάρα Ήταν ένα μέρος της πολυσύνθετης προσφοράς του στο σύγχρονο παγκόσμιο πολιτισμό. Επίσης και ένα μήνυμα δύναμης δράσης  προς τον έξω  κόσμο για την υπεράσπιση  του ωραίου, της ανθρώπινης αξίας και των παγκόσμιων  ιδανικών.



Το φως κελαηδάει άιντε κελαηδάει
στις φλέβες του χόρτου και της πέτρας
Άξιζε να υπάρξουμε για να συναντηθούμε
Απλώνουμε τα χέρια στον ήλιο και τραγουδάμε

Μπορεί να αποκτήσουμε μια νέα επαφή με τη φύση
κοιτώντας πίσω απ’ το σύρμα ένα κομμάτι θάλασσα
τις πέτρες, τα χορτάρια ή κάποιο σύγνεφο στο λιόγερμα
βαθύ, βιολετί, συγκινημένο

Άφησέ με να ρθω μαζί σου
Όταν έχει φεγγάρι μεγαλώνουν οι σκιές,
μες το σπίτι αόρατα χέρια τραβούν τις κουρτίνες,
ένα δάχτυλο αχνό γράφει στη σκόνη του πιάνου
λησμονημένα λόγια

Άφησέ με να ρθω μαζί σου
Α, φεύγεις; Καληνύχτα
Όχι δε θαρθω. Καληνύχτα
Εγώ θα βγω σε λίγο….
Ευχαριστώ γιατί επιτέλους πρέπει να βγω
απ’ αυτό το τσακισμένο σπίτι.
Πρέπει να δω λιγάκι πολιτεία
όχι όχι το φεγγάρι
την πολιτεία με τα ροζιασμένα χέρια
την πολιτεία του μεροκάματου
την πολιτεία που ορκίζεται στο ψωμί
και στην γροθιά της
την πολιτεία που όλους μας αντέχει στη ράχη της
με τις μικρότητές μας με τις κακίες
τις  έχτρες μας με τις φιλοδοξίες
την άγνοιά μας τα γερατειά μας

Να ακούσω τα μεγάλα βήματα της πολιτείας
να μην ακούω πια τα βήματά σου
μήτε τα βήματα του θεού
μήτε και τα δικά μου βήματα
Καληνύχτα.

«Σκέψου η ζωή να τραβάει το δρόμο της
Και συ να λείπεις
Να ’ρχονται οι άνοιξες με τα διάπλατα παράθυρα
Και συ να λείπεις
Να ’ρχονται τα κορίτσια στα παγκάκια του κήπου
με τα χρωματιστά φορέματα
και συ να λείπεις»

Όταν κατά το μεσημέρι βρέθηκε στο κέντρο του αρχαίου θεάτρου Νέος, 
Έλληνας αυτός, ανύποπτος, ωστόσο ωραίος όπως και εκείνοι.
Έβαλε μια κραυγή. Όχι θαυμασμού, τον θαυμασμό δεν τον ένοιωσε διόλου 
κι αν τον ένοιωθε σίγουρα δεν θα τον εκδήλωνε
Μια απλή κραυγή ίσως απ’ την αδάμαστη χαρά της νεότητάς του
ή για να δοκιμάσει την ηχητική του χώρου
Απέναντι πάνω απ’ τα κάθετα βουνά η ηχώ αποκρίθηκε
η Ελληνική ηχώ, που δεν μιμείται  ούτε επαναλαμβάνει
μα συνεχίζει απλώς, σ’ ένα ύψος απροσμέτρητο 
την αιώνια ιαχή του Διθυράμβου

Η πέτρα σταυρωμένη από τον άνεμο-
Ο άνεμος, η σιγαλιά-
Δεν ακούγεται τίποτα
μόνο το καρδιοχτύπι της πέτρας
Κι η πέτρα της καρδιάς που δουλεύεται
με το θυμό και τον πόνο
βαριά, σιγά και σταθερά

Τούτοι  οι γερόντοι δε μιλάνε.
Τα παιδιά τους βγήκαν στο κλαρί.
Ετούτοι χώσαν την καρδιά τους στο βουνό
σαν ένα βαρέλι με μπαρούτι.
Δίπλα στα μάτια τους έχουν ένα δεντράκι καλοσύνη,
ανάμεσα στα φρύδια τους ένα γεράκι δύναμη,
κι ένα μουλάρι από θυμό μες την καρδιά τους
που δε σηκώνει  τ’ άδικο.

Κρύβουμε το χαμόγελο
όπως κρύβουμε στην τσέπη μας
τη φωτογραφία της αγαπημένης μας
Όπως κρύβουμε την ιδέα της λευτεριάς
ανάμεσα στα δυο φύλλα της καρδιάς μας.
Όλοι εδώ πέρα έχουμε έναν ουρανό
και το ίδιο χαμόγελο.
Αύριο μπορεί να μας σκοτώσουν…….
Αυτό το χαμόγελο κι αυτόν τον ουρανό
Δεν μπορούν να μας τα πάρουν.
  

Σάββατο 4 Οκτωβρίου 2014

Η ΑΛΙΚΗ ΣΤΙΣ ΧΩΡΕΣ ΤΟΥ ΠΟΛΕΜΟΥ


   Η ΑΛΙΚΗ ΣΤΙΣ ΧΩΡΕΣ ΤΟΥ ΠΟΛΕΜΟΥ

ΚΕΙΜΕΝΑ ΤΑΚΗΣ ΠΟΛΙΤΗΣ
Να την πάλι η Αλίκη στην «ΑΥΓΗ ΤΗΣ ΟΔΥΣΣΕΙΑΣ» συναισθηματικά φορτισμένη και φοβισμένη από τους κρότους και τις φωτιές του πολέμου. Δεν τους συνήθισε ακόμα κι ας ήταν εκεί: στο Βιετνάμ, στη Χιροσίμα, στη Γιουγκοσλαβία, στον πόλεμο του Κόλπου, στο Αφγανιστάν, στη λωρίδα της Γάζας.
Δεν συνηθίζεται  ο ανθρώπινος πόνος. Ήταν εκεί όταν οι σωτήρες της ειρήνης σκόρπησαν  ραδιενέργεια, όταν βομβάρδισαν νοσοκομεία. Αντίκρισε τον πόλεμο στο βλέμμα τραυματισμένων και ορφανών παιδιών. Τώρα είναι εκεί, στον πόλεμο του φύλαρχου με τους αποικιοκράτες,  που επιβάλουν την ειρήνη εξοντώνοντας λαούς, σκορπώντας το θάνατο σε άμαχο πληθυσμό.
 Κι όσοι απέμειναν γίνονται  μετανάστες σε ξένους τόπους,  σε συνθήκες πείνας, εξαθλίωσης και παντελούς  έλλειψης ανθρώπινης αξιοπρέπειας.
Όμως σε συνθήκες πολέμου, δεν ζούμε και μείς; Δεν ζούμε τον ψυχολογικό πόλεμο της αβεβαιότητας, του φόβου και της ανασφάλειας;
Στην πλατεία Εξαρχείων τα παγκάκια είναι άδεια. Τα φώτα σβηστά. Μόνο μια μελωδία σιγοτρίζει, που έρχεται από απροσδιόριστο τόπο και χρόνο και διασκορπίζεται  
«Πλέκω στιχάκια κι έχω ένα φόβο να μη χτυπήσει το τηλέφωνο
και  ειν' ο τύπος απ' το κράτος που ελέγχει αν υπακούει το φερέφωνο»
Πού πας φερέφωνο; Τα κοράκια κι οι νεκροθάφτες περιμένουν το φαγοπότι για να γιορτάσουν πάνω απ’ τα πτώματα. Στον τοίχο γραμμένο με κόκκινο σπρέι «Δε θα πεθάνουμε ποτέ κουφάλα νεκροθάφτη!»
Θέλω να κλαίω. Θέλω να γελάω. Αλλά θέλω και να διαλέγω τη στιγμή  μόνη μου, ψιθύρισε η Άλικη. Δεν  χρειάζομαι προστάτες.
Κι η ιστορία αρχίζει…….
Ας αφήσουμε τη δύναμη του λόγου και της εικόνας για τη συνέχεια…..

Τρεκλίζω στον άνεμο χωρίς άλλο ρούχο,
διπλωμένος με το ντουφέκι μου, παγωμένος και ασταθής.
(Σαν ήμουνα μικρός καθρεφτιζόμουνα στα ρυάκια της πατρίδας μου
δεν ήμουν πλασμένος για τον πόλεμο)!
                                      ΝΙΚΗΦΟΡΟΣ ΒΡΕΤΤΑΚΟΣ
                                 

                                 Ι
Αυτοί που βρίσκονται ψηλά λένε: Πόλεμος και ειρήνη
είναι δυο πράγματα ολότελα διαφορετικά
Όμως η ειρήνη τους και ο πόλεμός τους
μοιάζουν όπως ο άνεμος κι η θύελλα
Ο πόλεμος γεννιέται απ’ την ειρήνη τους
καθώς ο γιος από την μάνα
Έχει τα δικά της απαίσια χαρακτηριστικά
Ο πόλεμός τους σκοτώνει
ό, τι άφησε όρθιο η ειρήνη τους

                                

                            ΙΙ
Όταν αυτοί που είναι ψηλά μιλάνε για ειρήνη
ο απλός λαός ξέρει πως έρχεται ο πόλεμος
Όταν αυτοί που είναι ψηλά καταριούνται τον πόλεμο
οι Διαταγές για επιστράτευση έχουν υπογραφεί

                         
                         ΙΙΙ
Τούτος ο πόλεμος που έρχεται
δεν είναι ο πρώτος
Πριν απ’ αυτόν γίνανε κι άλλοι πόλεμοι
Όταν ετέλειωσε ο τελευταίος
υπήρχαν νικητές και νικημένοι
Στους νικημένους ο φτωχός λαός
πέθαινε απ’ την πείνα
Στους νικητές ο φτωχός λαός
πέθαινε το ίδιο
                  
                        
                       ΙV
Σαν θα’ ρθει η ώρα της πορείας
πολλοί δεν ξέρουν
πως επικεφαλής βαδίζει ο εχθρός τους
Η φωνή που διαταγές τους δίνει
είναι του εχθρού τους η φωνή
Κι εκείνος που για τον εχθρό μιλάει
είναι ο ίδιος τους ο εχθρός

                   ΜΠΕΡΤΟΛΤ ΜΠΡΕΧΤ


Σε δυο λεφτά θ’ ακουστεί το παράγγελμα «Εμπρός»
Απόψε θα χτυπήσεις ανελέητα και θα χτυπηθείς
Θα τραβήξεις μπροστά τραγουδώντας ρυθμικά εμβατήρια
Σ’ ένα λεφτό πρέπει πια να μας δώσουν το σύνθημα…
(Κι εγώ που’ χω μια ψυχή παιδική και δειλή
που δεν θέλει τίποτα άλλο να ξέρει απ’ την αγάπη
κι εγώ πολεμώ τόσα χρόνια χωρίς, Θεέ μου να μάθω γιατί;
Και δε βλέπω μπροστά τόσα χρόνια παρά μόνο το δίδυμο αδερφό μου).

“Ποιήματα που μας διάβασε ένα βράδυ ο λοχίας Ότο V”
                                                            ΜΑΝΟΛΗΣ  ΑΝΑΓΝΩΣΤΑΚΗΣ


Πολεμούσαμε απ' το βράδυ ως το πρωί –
τατζούμ παπατζούμ
Από 'δω εμείς από κει και οι εχθροί
Κι ούτε νερό - εν δυο
Ούτε ψωμί - τρία τέσσερα
Κι ούτε νερό, ούτε ψωμί ούτε φαΐ
Βασιλιάς πατρίς θρησκεία μας οδηγεί
Πλημμύρισε από αίμα όλη η γη
Να όμως που το άλλο βράδυ φτάνει
Αρκετοί είναι οι εχθροί
Μας σφίγγει μια σωματική ανάγκη
Δεν παίρνει αναβολή
Τα όπλα παρατάμε
Και πίσω από τα δέντρα πάμε
Το ίδιο κι οι εχθροί
Κι ακολουθούν κι οι αξιωματικοί
Τώρα όλα πήγανε στο βρόντο
Πατρίς θρησκεία βασιλιάς
Κι έμεινε ο κυρ Πόλεμος στον τόπο
Σαν απόπληκτος μπαμπάς
Έγινε ειρήνη για λόγους "ανωτέρας βίας"
Ας κράταγε, αλήθεια, για όλη τη μικρή ζωή μας
                                    ΔΙΟΝΥΣΗΣ ΣΑΒΒΟΠΟΥΛΟΣ


Οι νικητές σκουπίσανε τα ματωμένα τους σπαθιά
στ' άσπρα δίχως ραφές πουκάμισα των νικημένων.
Κι η γη π' όλοι μαζί την είχαν τραγουδήσει
Κι η γη που την οργώσανε τ' αδερφικά τους χέρια
ποδοπατήθηκε απ' τα πέταλα των αλόγων
που φτάσαν το πρωί μπρος το παλάτι της Αδριανούπολης
Νικήθηκαν!
                                                           ΝΑΖΙΜ ΧΙΚΜΕΤ   


Ολαρί - α, ο λα ρά, χιόνι πέφτει από ψηλά
χιόνι πέφτει και σκεπάζει την αυλή μας, το μυαλό μου φτερουγίζει μακριά
χιόνι πέφτει και σκεπάζει τη σκεπή μας και το άρρωστο σκυλί μας ξεψυχά
Ολαρία - ολαρά, μαύρο τύμπανο χτυπά
τα παιδιά που αγαπούν τα στρατιωτάκια, τ’ αλογάκια και τα ξύλινα σπαθιά
βρικολάκιασαν σε τούτα τα στιχάκια, έλα μέσα και μίλα πιο σιγά
Ολαρία - ολαρά, δάγκωσε με πιο βαθιά
Αχ, ο Όλιβερ Τουίστ χαμογελάει και ο Χίτλερ του χαϊδεύει τα μαλλιά
διαμαντένιο δαχτυλίδι του φοράει και πετούν αγκαλιασμένοι μακριά
Ολαρία - ολαρά, με σουραύλια και βιολιά
θα βρεθούμε όλοι μαζί στο πανηγύρι, θα ’ναι όλη η παλιά μας συντροφιά
και θα πιούμε από το ίδιο το ποτήρι και την πιο πικρή γουλιά
Ολαρία - ολαρά, γύρω - γύρω τα παιδιά
ο μαρκήσιος Ντε Σαντ μ’ ένα χίπη, ο φονιάς με το θύμα αγκαλιά
ο γραμματέας μαζί με τον αλήτη κι η παρθένα με τον σατανά
Όλα είναι μακρινά κι ευτυχισμένα
και το χιόνι πέφτει από ψηλά
τα ζευγάρια στροβιλίζονται πιο πέρα
κι η κοπέλα μου αστράφτει από χαρά.
                                               ΔΙΟΝΥΣΗΣ ΣΑΒΒΟΠΟΥΛΟΣ



Πόσους δρόμους πρέπει ένας άντρας να διαβεί,
πριν ο άλλος ΑΝΘΡΩΠΟ τον πει;
Πόσες θάλασσες πρέπει το αγριοπερίστερο να περάσει,
πριν η αμμουδιά της θάλασσας το σώμα του σκεπάσει;
Πόσες ακόμα βολές τα κανόνια πρέπει  να  ρίξουν
πριν για πάντα  σωπάσουν;
Η απάντηση, φίλε μου, υπάρχει σαν πνοή του αγέρα,
η απάντηση είναι  πνοή στον αέρα.
Πόσα χρόνια μπορεί το βουνό να υπάρξει
πριν η θάλασσα τ’ αρπάξει;
Πόσα χρόνια μπορεί ο άνθρωπος να ζει
πριν  ελευθερωθεί;
Πόσα αυτιά ένας άνθρωπος πρέπει να  έχει
για να ακούσει τον πόνο και τα βάσανα των άλλων;
Πόσους θανάτους θα πρέπει να ζήσει,
πόσα τα μάτια του να δουν  για να χορτάσουν
μέχρι να φανεί πως πέθαναν χιλιάδες;
Η απάντηση, φίλε μου, υπάρχει σαν πνοή στον αγέρα.
η απάντηση είναι  πνοή στον αέρα.
                                                  ΜΠΟΜΠ ΝΤΥΛΑΝ


ΦΩΝΑΞΕ
η ζωή μας χάνεται πάει
ΔΙΑΛΥΣΕ
τη σκόνη που σκεπάζει το φως
Ο ΘΑΝΑΤΟΣ
διακοπές στο Σαράγιεβο πάει
ΞΥΠΝΗΣΕ
στις ειδήσεις τα βλέπεις και τρως.
Απόψε τα βλέπω διπλά
ήλιος λάμπει κι ας είναι μεσάνυχτα
δυο τσιγάρα πολύ δυνατά
κι εκτοξεύομαι μες το διάστημα .
Μια οθόνη μου δείχνει μηδέν
εποχές που δεν γίνονται θαύματα
ένα στόμα φωνάζει πως
δεν θα με πείσεις με χίλια τεχνάσματα
                             MAGIC DE SPELL.


Τ ’ όνειρο του παιδιού –  τ’ όνειρο της μάνας
είναι η Ειρήνη.
Τα λόγια της αγάπης κάτω από τα δέντρα
είναι η Ειρήνη.
Ο πατέρας που γυρνάει τ’ απόβραδο
μ’ ένα φαρδύ χαμόγελο στα μάτια
είναι η Ειρήνη.
Ειρήνη είναι ένα ποτήρι,
ένα ποτήρι με γάλα ζεστό
κι ένα βιβλίο μπροστά στο παιδί,
στο παιδί που ξυπνάει.
Αδέρφια μου,
μες στην ειρήνη διάπλατα ανασαίνει
όλος ο κόσμος με όλα τα όνειρά του,
δώστε τα χέρια αδέρφια μου
αυτό είναι Ειρήνη.
                          ΓΙΑΝΝΗΣ ΡΙΤΣΟΣ

Λευτεριά, Λευτεριά σχίζει, δαγκάνει
τους ουρανούς το στέμμα σου. Το φως σου,
χωρίς να καίει, τυφλώνει το λαό σου.
Πεταλούδες χρυσές οι Αμερικάνοι,
λογαριάζουν, πόσα δολάρια κάνει
σήμερα το υπερούσιο μέταλλό σου.
Λευτεριά, Λευτεριά, θα σ' αγοράσουν
έμποροι και κονσόρτσια κι εβραίοι.
Είναι πολλά του αιώνα μας τα χρέη,
πολλές οι αμαρτίες, που θα διαβάσουν
οι γενεές, όταν σε παρομοιάσουν
με το πορτρέτο του Dorian Gray.
Λευτεριά, Λευτεριά, σε νοσταλγούνε,
μακρινά δάση, ρημαγμένοι κήποι,
όσοι άνθρωποι προσδέχονται τη λύπη
σαν έπαθλο του αγώνα, και μοχθούνε,
και τη ζωή τους εξακολουθούνε,
νεκροί που η καθιέρωσις τους λείπει.
               ΚΩΣΤΑΣ ΚΑΡΥΩΤΑΚΗΣ


Σιγά σιγά αδειάσανε οι δρόμοι και τα σπίτια,
όμως ακόμη κάποιος έμεινε και τρέχει να προφτάσει
Και ρυθμικά χτυπήσανε μια-μια οι ώρες
κι ανοίξανε πόρτες και παράθυρα μ' εξαίσιες αποκεφαλισμένες μορφές
Ύστερα ήρθανε τα λάβαρα, οι σημαίες κι οι φανφάρες
κι οι τοίχοι γκρεμιστήκανε απ' τις άναρθρες κραυγές
Πτώματα ακέφαλα χορεύανε τρελά και τρέχανε σα μεθυσμένα
όταν βαρούσανε οι καμπάνες
Τότε, θυμάσαι, που μου λες: Ετέλειωσεν ο πόλεμος!
Όμως ο Πόλεμος δεν τέλειωσεν ακόμα.
Γιατί κανένας πόλεμος δεν τέλειωσε ποτέ!
                            ΜΑΝΟΛΗΣ ΑΝΑΓΝΩΣΤΑΚΗΣ

Παρασκευή 3 Οκτωβρίου 2014

ΟΙ ΚΑΡΥΑΤΙΔΕΣ ΤΗΣ ΑΜΦΙΠΟΛΗΣ


         ΟΙ ΚΑΡΥΑΤΙΔΕΣ ΤΗΣ ΑΜΦΙΠΟΛΗΣ

Έχω μια τίγρη μέσα μου, άγρια λιμασμένη
που όλο με περιμένει κι όλο την καρτερώ
τηνε μισώ και με μισεί, θέλει να με σκοτώσει
μα ελπίζω να φιλιώσει καιρό με τον καιρό

Έχει τα δόντια στην καρδιά, τα νύχια στο μυαλό μου
κι εγώ για το καλό μου για 'κείνη πολεμώ
κι όλου του κόσμου τα καλά με κάνει να μισήσω
για να της τραγουδήσω το πιο βαρύ καημό

Όρη, λαγκάδια και γκρεμνά με σπρώχνει να περάσω
για να την αγκαλιάσω στον πιο τρελό χορό
κι όταν τις κρύες τις βραδιές θυμάται τα κλουβιά της
μου δίνει την προβιά της για να τηνε φορώ

Καμιά φορά που απ' το πιοτό πέφτουμε μεθυσμένοι
σχεδόν αγαπημένοι καθείς να κοιμηθεί
και μοιάζει ετούτη η σιωπή με λίγο πριν τη μπόρα
σαν τη στερνή την ώρα που θα επιτεθεί
                                                            
                                                                ΧΑΪΝΗΔΕΣ

ΚΕΙΜΕΝΑ ΤΑΚΗΣ ΠΟΛΙΤΗΣ
Ο τάφος είναι Μακεδονικός, Αθηναϊκός, Ρωμαϊκός, Αιγυπτιακός ή ήταν καβάτζα
κάποιου αρχαιοκάπηλου στα χρόνια της Γερμανικής κατοχής, που δεν κατάφερε να τα μεταφέρει στη χώρα του πρώτον λόγω βάρους και δεύτερον γιατί έφυγε
«άρον-άρον».
Ο Ολυμπιακός έχασε στη Σουηδία δεχόμενος δυο γκολ σε «slow motion».
Είναι φανερό ότι έχει ελλείψεις. Τέσσερεις παίχτες στην άμυνα, ένα λίμπερο και δυο επιθετικούς. Η δίκη Κασιδιάρη, για την επίθεσή του σε τηλεοπτική εκπομπή κατά των βουλευτών Κανέλη και Δούρου, αναβλήθηκε λόγω στάσης εργασίας της γραμματείας του δικαστηρίου. Η βουλευτής Μακρή έστειλε εξώδικο στον Καμμένο. Η βουλευτής Ζωή Κωνσταντοπούλου παντρεύτηκε με θρησκευτικό γάμο, ενώ εμείς ασχολούμαστε  με την έξυπνη βόμβα, το έξυπνο λάστιχο κι από κει και πέρα με το έξυπνο σουτιέν, το έξυπνο πινέλο, το έξυπνο χάπι, το έξυπνο μαχαίρι, το έξυπνο κινητό, το έξυπνο προφυλαχτικό, τον έξυπνο δήμαρχο, τον έξυπνο υπουργό, τον έξυπνο πρωθυπουργό. Τον θυμάστε το Γιώργο, τι διαύγεια πνεύματος είχε;
Κι ο Σαμαράς, έχετε προσέξει το βλέμμα του; Σαν συναγρίδα κοιτάει.
Γιορτάσανε τα 40χρονα από την ίδρυση της νεοδεξιάς. «Ζωή σε λόγου μας»
Και ο άλλος, ο σύγχρονος Τσε Γκεβάρα, ο ακτιβιστής περιπλανιέται από παλαιοημερολογίτες σε μασόνους και καταλήγει σε καρδινάλιους και ποντίφικες.
Οι συνεργάτες του μιλάνε για επιμήκυνση του χρέους, δηλαδή ακριβώς το ίδιο που λέει και Σόϊμπλε για να είμαστε υποταχτικοί και υπό επιτήρηση για τα επόμενα εκατό χρόνια. Και αν χρεωθούν οι επόμενες γενιές «δεν τρέχει και τίποτα» αρκεί εμείς να κυβερνήσουμε.
Και εμείς οι «πρώτοι στα μαθήματα, οι πρώτοι στο αγώνα» τι στο διάβολο κάνουμε;
Τι ακριβώς θα φέρει η ψήφος εμπιστοσύνης που θα ζητήσει από τη βουλή η κυβέρνηση Σαμαρά-Βενιζέλου; Είναι απαραίτητη λίγο καιρό πριν από την κατάθεση
του οικονομικού προϋπολογισμού ή είναι ένα τεστ για να δουν πώς θα αντιδράσουν οι ανεξάρτητοι βουλευτές ενόψει των προεδρικών εκλογών; Και πώς θα αντιδράσουν
οι Ανεξάρτητοι Έλληνες; Μήπως υπάρχουν μυστικές συμφωνίες κάτω απ’ το τραπέζι; Όσα κι αν προαποφασίσουν, όσα τεχνάσματα κι αν επινοήσουν, δεν θα καταφέρουν nothing.
«Έφτασες αργά, σου πήρε άλλος τη θέση, έφτασες αργά »* Ο κόσμος είναι τόσο αγανακτισμένος και τόσο απογοητευμένος που θα ψηφίσει ΣΥΡΙΖΑ, γιατί «Ο πνιγμένος από τα μαλλιά του πιάνεται» όπως λέει και η λαϊκή ρήση.

*ΜΑΝΟΛΗΣ ΑΝΑΓΝΩΣΤΑΚΗΣ

Τετάρτη 1 Οκτωβρίου 2014

ΜΙΑ ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΙΑΤΙΚΗ ΙΣΤΟΡΙΑ


          ΜΙΑ ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΙΑΤΙΚΗ ΙΣΤΟΡΙΑ
                           Πάντα γι’ άλλους μιλάμε. Έτσι δεν πονάμε κι έτσι ξεχνάμε.
Μεγάλωσα θα πει. Να ’ρχεται ανατροπή.
Οι καιροί να στη φέρνουν. Τα μυαλά σου να γδέρνουν.
Να ζητάς να κουρνιάσεις. Και να βρίσκεις οάσεις.
Στις ψυχώσεις των άλλων. Που έχουν για περιβάλλον.
Ίδιες φάτσες με σένα. Γόνατα λυγισμένα. Όνειρα ξεχασμένα.
                                                                       ΧΑΡΙΣ ΑΛΕΞΙΟΥ
ΚΕΙΜΕΝΑ ΤΑΚΗΣ ΠΟΛΙΤΗΣ
Σαν σίφουνας έσκασε το νέο στα βραδινά δελτία ειδήσεων πως «αυτός που έδειχνε τον ήλιο με το δάχτυλο δεν ήταν ο Θεός». Οι πληροφορίες του δημοσιογράφου ήταν έγκυρες ή τουλάχιστον αυτό έδειχνε μέχρι τώρα με τα μεγάλα και πολύπλοκα  ρεπορτάζ του ακόμα και για δύσκολα εθνικά θέματα.
Το επαγγελματικό του κύρος και η εμπειρία του δεν θα του επέτρεπαν να πέσει σε λάθος πληροφορίες, που σημαίνει πως τις είχε διασταυρώσει από πολλές άλλες πηγές. Και για να βγάλει τέτοιο θέμα στον αέρα ήταν εντελώς σίγουρος.
Ένας κρύος ιδρώτας έλουσε τους κατοίκους της μικρής χώρας, ένας φόβος για το αύριο, μια ανασφάλεια για την αλλαγή των δεδομένων, μια αβεβαιότητα για το μέλλον. Είναι σαν να λες σε έναν Γαλάτη πως ο ουρανός δεν θα πέσει στο κεφάλι του, είναι σαν να λες σε έναν Παναθηναϊκό πως θα πάρει το πρωτάθλημα, είναι σα να λες σε έναν Σκωτσέζο να πιει JACK DANIELS.
Κάπως έτσι ένοιωσαν οι φοβισμένοι πολίτες.
Τα πράγματα θα άλλαζαν τραγικά. Τίποτα δεν θα θύμιζε τα συνηθισμένα, την ανία μας, την πλήξη μας, την μιζέρια μας. Η κυρά Κατίνα δεν θα ’φτιαχνε πια ντολμαδάκια, οι Κνίτες θα χάνανε τον ρόλο τους κι ο Καμίνης δεν θα ήταν ο δήμαρχος Αθηναίων. Ο Αστερίξ και ο Οβελίξ δεν θα κυνηγούσαν αγριογούρουνα αλλά Στρουμφάκια κι ο Τιμόν κι ο Πούμπα θα ήταν ειδικοί συνεργάτες του Σαμαρά.
Η αριστερά θα ένωνε τις δυνάμεις της και θα πρότεινε «πρόγραμμα εξουσίας». 
Πλησίαζε το βράδι. Η ρουτίνα δεν θα επαναλαμβανόταν με τις προληπτικές προσαγωγές, τα σκουπίδια θα στόλιζαν τα Χριστουγεννιάτικα δέντρα της πόλης, η γρίπη δεν θα αύξανε τα θύματά της, κι ο Κυριάκος Μητσοτάκης θα πρότεινε αύξηση των συντάξεων.
Ήταν κι ένα σουξέ στο σκυλάδικο «τα πάντα ρει» που φόβιζε τις αρχές.
Τα «καινούργια συνθήματα» θα επηρέαζαν τις συνειδήσεις ενώ αυτοί επιδίωκαν πάντα τα σταθερά, τα στάσιμα, τα σίγουρα. Μην ξεφύγουμε και απ’ τα συνηθισμένα.
Δεν υπάρχει όμως στάνταρ στο ΠΡΟ-ΠΟ κι όλοι έχαναν τα σίγουρα….
Από την άλλη ήταν και η δυσφήμιση από τις άλλες χώρες με τα ομόλογα, η πράσινη οικονομία που δεν τους ήταν κατανοητή, ο μαλάκας που θέλει να γίνει δήμαρχος, ο Ολυμπιακός που θα περάσει στους δεκάξι του champions league, η Ντόρα που πήρε τα βουνά και κουφάθηκε, η σύνοδος κορυφής για την ένταξη της Τουρκίας στην Ευρωπαϊκή Ένωση, όλα αυτά και πολλά άλλα που δεν μπορούν να βοηθήσουν, να συνθέσουν μια απόφαση κι ένα αποτέλεσμα
Κάπου εκεί έμπλεξαν και κάτι πολυκατοικίες, κάτι κοινόβια, κάτι έμποροι ναρκωτικών, κάτι αλλοδαποί αναρχικοί, η Παπαρήγα με σορτς, μερικές νέες γεύσεις Jacobs με άνηθο, με σέλερι και θυμάρι, ήταν και κάτι αυθαίρετα οικόπεδα γύφτων σε δασικές εκτάσεις και μπερδεύτηκαν περισσότερο. 
Τελικά ο δημοσιογράφος βγήκε σαστισμένος στο μεταμεσονύχτιο δελτίο ειδήσεων να αποκαταστήσει την αλήθεια. Όλα οφείλονταν σε μια μύγα που παρενέβη στον κομπιούτερ και άλλαξε τα στοιχεία, όπως στη γνωστή κινηματογραφική ταινία «Brazil». 
Η αλήθεια είναι πως «O Θεός είναι αυτός που δείχνει τον ήλιο με το δάχτυλο»
«Μην φοβάστε, τίποτα δεν θα αλλάξει…»                                         

ΟΙ ΑΦΙΣΕΣ ΤΟΥ ΛΩΤΡΕΚ


ΟΙ ΑΦΙΣΕΣ ΤΟΥ ΛΩΤΡΕΚ

                                                  Τα κανονικά παιδιά
                                                   Γεννιούνται κανονικά
                                                   Μεγαλώνουν κανονικά
                                                   Ονειρεύονται κανονικά
                                                   Ερωτεύονται κανονικά
                                                   Και πεθαίνουν κανονικά
                                                   Ω! πες μου μαμά
                                                   Πες μου τι γίνεται μ’ εκείνα τα παιδιά
                                                   Που αν και γεννιούνται κανονικά
                                                   Δε μεγαλώνουν κανονικά
                                                   Δεν ονειρεύονται κανονικά
                                                   Ουτε ερωτεύονται κανονικά
                                                   Πες μου αν πεθαίνουν
                                                   Πες μου πώς πεθαίνουν;
                                                   Πες μου αν πεθαίνουν κανονικά
                                                                                    
                                                                           ΓΙΑΝΝΗΣ ΑΓΓΕΛΑΚΑΣ





ΕΠΙΜΕΛΕΙΑ ΚΕΙΜΕΝΩΝ ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΗ ΤΑΚΗΣ ΠΟΛΙΤΗΣ
Είναι καιρός που ασχολούμαι με τη ζωή και το έργο του Λωτρέκ με απορίες αλλά και τεράστιο ενδιαφέρον. Οι ώρες μαζί του ήταν ξεκούραστες και κάθε μικρό στοιχείο, που ανακάλυπτα συμπλήρωνε το παζλ. Η όλη πορεία του, ο τρόπος ζωής του και το έργο του προϋποθέτουν τεράστια δύναμη ψυχής. Ο Λωτρέκ ήταν υπεράνθρωπος! Ξεπερνώντας τον πόνο και τη διαφορετικότητα λειτούργησε παραγωγικά, προσφέροντας στους μεταγενεστέρους πάνω από τριακόσια έργα σε πίνακες ζωγραφικής, αφίσες, γελοιογραφίες, εξώφυλλα βιβλίων, περιοδικών και σκηνικών, φωτίζοντας με τα χρώματά του τη μαυρίλα του κορεσμού και της στατικότητας, προσφέροντας με τη δύναμη του έργου του ένα αισιόδοξο μήνυμα ζωής!
Επηρεασμένος από τους Μανέ και Ντεγκά και από την Ιαπωνική χαρακτική αλλά και με κύριο το προσωπικό του στοιχείο, δηλαδή τον έρωτά του με την πραγματικότητα και την ίδια τη ζωή, έγινε εξερευνητής στην αναζήτηση «του παρόντος καιρού».
Μετά τον θάνατό του ο νεαρός τότε Ισπανός ζωγράφος Πάμπλο Πικάσο αφιέρωσε την πρώτη του έκθεση στο Παρίσι στον κοντορεβιθούλη αριστοκράτη Τουλουζ Λωτρέκ.
Το Παρίσι του Λωτρέκ δεν είναι εκείνο με τα μεγάλα μπουλβάρ και το Σαμπ-Ελυζέ, με τις άμαξες και τις κυρίες στις ιπποδρομίες αλλά μια νυχτερινή και φτωχή συνοικία, πλούσια όμως σε ταμπέλες, μουσική και γάμπες που κινούνται στο ρυθμό του καν-καν. Το βλέμμα του δεν είναι βλέμμα ενός ηδονοβλεψία, ενός θεατή αποκομμένου από τη σκηνή και τους πρωταγωνιστές. Σ’ αυτό το μεγάλο θέατρο που λέγεται Παρίσι ο Ανρί ερμηνεύει με ακρίβεια το ρόλο του, σε απόλυτη αρμονία με τους άλλους ηθοποιούς. Εκεί θα γνωρίσει τα κορίτσια, και ανάμεσά τους κάποια γενναιόδωρη χορεύτρια και θα βρει λίγη από την αγάπη ή μάλλον στοργή. Όμως την αληθινή αγάπη, αυτή που ο καθένας ονειρεύεται ο Λωτρέκ δεν θα την γνωρίσει ποτέ.
Η μεγαλύτερη ατραξιόν στη Μονμάρτη ήταν το Μουλέν Ρουζ όπου χορεύτριες όπως η Γκουλύ (καλοφαγού) χόρευαν έξαλα τις καντρίγιες που αργότερα θα επονομάζονταν «καν-καν». Για το Μουλέν Ρουζ θα έφτιαχνε ο Λωτρέκ την πρώτη του αφίσα με την τεχνική της λιθογραφίας.
Ο αριστοκρατικής καταγωγής Ανρί Μαρί Ραϋμόν ντε τουλούζ Λωτρέκ Μονφά ήταν αυτός που από τα χέρια του δημιουργήθηκαν σπουδαίες αφίσες που τον έκαναν παγκόσμια γνωστό με την καινούργια τεχνική της λιθογραφίας. Μ’ αυτόν τον τρόπο δινόταν στον καλλιτέχνη η δυνατότητα να σχεδιάσει επάνω στην πέτρα από την οποία θα εκτυπωνόταν η απεικόνιση. Ο Λωτρέκ δεν είναι o πρωτεργάτης της τέχνης της αφίσας ούτε της λιθογραφικής τεχνικής. Είναι όμως ο πιο τολμηρός, ο νεωτεριστής, είναι ο μεγάλος δημιουργός αφισών και λιθογραφιών, ο πιο παραγωγικός. Είναι αυτός που άλλαξε το ρόλο της αφίσας και την έκανε έργο τέχνης.
Στα πρώτα, αδιαμφισβήτητα μεγάλα, έργα του ο Λωτρέκ κατέγραψε τη ζωή του τσίρκου, του χορευτικού κέντρου, του καμπαρέ και του μιούζικ χολ, απεικονίζοντας συχνά τους ίδιους τους καλλιτέχνες. Τον τραβούσαν και οι πιο άσχημες πλευρές της νυχτερινής ζωής του Παρισιού. Για μεγάλα χρονικά διαστήματα άφηνε το σπίτι του και έμενε σε οίκους ανοχής, απεικονίζοντας εκείνες τις γυναίκες μ’ έναν προσγειωμένο τρόπο, οτιδήποτε άλλο παρά πορνογραφικό.
Ο Ανρί Μαρί Ραϋμόν ντε τουλούζ Λωτρέκ Μονφά γεννήθηκε στις 24 Νοεμβρίου 1864 στο Αλμπί της νοτιοδυτικής Γαλλίας. Προερχόταν από μια παλιά αριστοκρατική και εύπορη οικογένεια. Η σκοτεινή πλευρά των προγόνων του Λωτρέκ ήταν οι διαδοχικές ανά γενιές αιμομιξίες, που κατέληξαν στο γάμο των γονιών του, πρώτων εξαδέλφων.
Σαν αποτέλεσμα ο Λωτρέκ έπασχε, κατά πάσα πιθανότητα, από μια εκφυλιστική ασθένεια των οστών, υπεύθυνη για τα σοβαρά κατάγματα που έπαθε στους μηρούς από δυο ελαφρά πεσίματα το 1878 και το 1879. Τα κατάγματα έκαναν πολύ καιρό να θρέψουν και τελικά έγινε φανερό ότι τα πόδια του αγοριού, που βρισκόταν τότε στην εφηβεία, δε θα αναπτύσσονταν κανονικά.
Ο Λωτρέκ ήταν καταδικασμένος να γίνει ένας κοντόχοντρος, δύσμορφος άντρας, που θα κούτσαινε στηριζόμενος σ’ ένα μπαστούνι. Κι αυτή ακριβώς τη φιγούρα θα τη γελοιογραφούσε συχνά, προτιμώντας πάντα να λοιδορεί τον εαυτό του, παρά να τον οικτίρει.

Ποιος ήταν όμως ήταν πραγματικά ο Λωτρέκ;
Ήταν ο αριστοκράτης, ο μποέμ αλκοολικός, ο μεγάλος καλλιτέχνης. Εκεί που η μοίρα τον σημάδεψε με βαριές αναπηρίες, εκείνος ανακάλυψε έναν κόσμο διασκεδαστικό και συναρπαστικό και τον ιστόρησε με τη μεγαλύτερη ζωντάνια. Οι ηδονές και τα βίτσια της νυχτερινής ζωής του Παρισιού, φημισμένοι καλλιτέχνες και τα άσημα κορίτσια του δρόμου θα ζουν για πάντα μέσα από τα έργα του. Γιατί εκτός από ζωγράφος καθιερώθηκε και σαν μεγάλος λαϊκός καλλιτέχνης, ανοίγοντας το δρόμο σ’ ένα τολμηρό και χυδαίο για την εποχή μέσο την αφίσα. Εξαιρετικά δημιουργικός, αλλά και ταυτόχρονα αυτοκαταστροφικός, έζησε μ’ έναν τρόπο που τον οδήγησε στο θάνατο σε ηλικία μόλις τριάντα έξι χρονών.
Από το 1897 η σύφιλη και ο αλκοολισμός επηρέασαν αρνητικά τη συμπεριφορά του και το 1899 κλείστηκε σ’ ένα σανατόριο για αποτοξίνωση από το αλκοόλ. Σύντομα ξανάρχισε να πίνει πολύ αψηφώντας μια σειρά παραλυτικών επεισοδίων. 
Όταν προσβλήθηκε οριστικά από παράλυση, κατέφυγε στο σπίτι της μητέρας του, όπου πέθανε στις 9 Σεπτεμβρίου του 1901.
Το τεράστιο έργο του θα βελτιώνει την αισθητική όλων μας μιας και οι πίνακες του εκτίθενται σε μουσεία σε όλο τον κόσμο. Η μεγαλύτερη συλλογή βρίσκεται στο μουσείο Τουλούζ Λωτρέκ στη γενέτειρά του. Άφησε όμως και κληρονομιά πρωτοποριακές τεχνικές στη ζωγραφική και την αφίσα που επηρέασαν και επηρεάζουν νεότερους καλλιτέχνες.









Τρίτη 30 Σεπτεμβρίου 2014

ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ ΠΑΠΑΔΙΑΜΑΝΤΗΣ


       ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ ΠΑΠΑΔΙΑΜΑΝΤΗΣ



Μάνα μου,
εγώ είμαι τ’ άμοιρο
το σκοτεινό τρυγόνι
όπου το δέρνει ο άνεμος
βροχή που το πληγώνει…
Το δόλιο όπου κι αν στραφεί
απ’ όπου κι αν περάσει
δε βρίσκει πέτρα να σταθεί
κλωνάρι να πλαγιάσει…
Εγώ βαρκούλα μοναχή
βαρκούλα αποδαρμένη
μέσα σε πέλαγο ανοιχτό
σε θάλασσα αφρισμένη…
Παλεύω με τα κύματα
χωρίς πανί, τιμόνι
κι άλλη δεν έχω άγκυρα
πλην την ευχή σου μόνη…


ΕΠΙΜΕΛΕΙΑ ΚΕΙΜΕΝΩΝ ΤΑΚΗΣ ΠΟΛΙΤΗΣ

Με ευκαιρία τα εκατό χρόνια από το θάνατο του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη, του μεγάλου συγγραφέα, του ποιητή, του λόγιου, του δάσκαλου, του λιτού, του αγνού, του ηθικού, του πάντα επίκαιρου, κάνω μια απόπειρα όχι για να παρουσιάσω το έργο του μπαρμπα-Αλέξανδρου, αλλά πιο πολύ τη στάση ζωής ενός σεμνού και ντροπαλού ανθρώπου που δεν τον ενδιέφεραν τα υλικά αγαθά αλλά η ανάδειξη του ήθους, της αγνότητας της ψυχής, της τέχνης και του πνεύματος.
O Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης υπήρξε μια τραγική προσωπικότητα της νεότερης Ελλάδας με τόσο πολλές όψεις, που ακόμη τον ανακαλύπτουμε. Έζησε μόνος, απένταρος, πιστός στην τέχνη, αδιάφορος για τα χρήματα και την κοινωνική ένταξη. Μοίρασε τη ζωή του ανάμεσα στα καπηλειά και στις εκκλησίες, σχεδόν ρακένδυτος, υπήρξε πάντα ένας αποσυνάγωγος τεχνίτης της γλώσσας και της αφήγησης. Ένας Έλληνας μποέμ.
Γεννήθηκε στις 4 Μαρτίου 1851 σε ένα νησί που φημίζεται για τη φυσική καλλονή του και τους ψαράδες του, τη Σκιάθο. Ήταν το τέταρτο παιδί του ζεύγους Αδαμάντιου και Γκιουλιώς (Αγγελικής) Εμμανουήλ. Το επώνυμο Παπαδιαμάντης προέρχεται από το όνομα του πατέρα του που ήταν και παπάς.
Τα παιδικά του χρόνια ήταν ανέμελα στο νησί και θα τα ανακαλέσει πολλές φορές νοσταλγικά στα κείμενά του. Ως το 1860 φοίτησε στο δημοτικό σχολείο Σκιάθου, όπου έμαθε τα βασικά -ανάγνωση, γραφή, μαθηματικά. Του άρεσε όμως, από ό,τι λένε, πιο πολύ να ζωγραφίζει. Στα παιχνίδια του είχε συντροφιά ανάμεσα στους άλλους τον ξάδελφό του, μετέπειτα καλό συγγραφέα Αλέξανδρο Μωραϊτίδη και τον Νικόλαο Διανέλλο, μετέπειτα μοναχό Νήφωνα, ο οποίος θα είναι για χρόνια ο «κολλητός» του. Θα πάνε μαζί στο Άγιον Όρος, θα κατοικήσουν (μέχρι παρεξηγήσεως) για λίγο στο ίδιο διαμέρισμα, ώσπου ο Νήφωνας να παντρευτεί και να φύγει για να μείνει στο Χαρβάτι.
Ο πατέρας του θα τον στείλει στην Αθήνα για να σπουδάσει Θεολογία, αλλά αυτός θα κάνει στροφή την τελευταία στιγμή και θα γραφτεί στη Φιλοσοφική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών. 
Θα απογοητευθεί γρήγορα από το στείρο κλίμα και θα τα παρατήσει. Μελετά μόνος του αγγλικά και γαλλικά και παραδίδει μαθήματα. Φυτοζωεί κυριολεκτικά.
Το 1878 γνωρίζεται με τον εκδότη της «Ακρόπολης» Βλάση Γαβριηλίδη που θα τον παρακινήσει να δημοσιεύσει το πρώτο του μυθιστόρημα με τίτλο «Η μετανάστις» στην εφημερίδα «Νεολόγος» Κωνσταντινουπόλεως. Θα ακολουθήσει το 1882 το δεύτερο μυθιστόρημά του με τίτλο «Οι έμποροι των εθνών» δημοσιευμένο στο «Μη χάνεσαι». Δημοσιεύει συνεχώς, γίνεται πια γνωστός στους λογοτεχνικούς κύκλους, αν και αποφεύγει να συγχρωτίζεται με αυτούς. Όσο ζούσε δεν είδε ποτέ δημοσιευμένο δικό του βιβλίο, αλλά αυτό δεν εμπόδισε το έργο του να αποτελεί τη βασικότερη παρακαταθήκη για τους Έλληνες πεζογράφους: Δ. Χατζής, Γ. Ιωάννου, Αλ. Κοτζιάς, Χρ. Μηλιώνης, Η. Χ. Παπαδημητρακόπουλος, Θ. Βαλτινός, Μένης Κουμανταρέας κ.α.
Είναι μια γραφική φιγούρα της Αθήνας. Ο συγκαιρινός του Μιλτιάδης Μαλακάσης τον περιγράφει ως «μια σιλουέτα με ακατάστατα γενάκια, απεριποίητη περιβολή, λασπωμένα ή κατασκονισμένα υποδήματα, ξεθωριασμένο ημίψηλο, με μια παπαδίστικη κάννα με ασημένια λαβή, μαύρο κορδόνι γύρω από μια ασιδέρωτη λουρίδα, ένα είδος κολάρου, συγκρατώντας με τα χέρια του ένα πανωφόρι που του έπεφτε λίγο μεγάλο», το οποίο ήταν γνωστό ότι του το είχε στείλει από το Λονδίνο ο Αλέξανδρος Πάλλης. Ο Δ. Χατζόπουλος τον χαρακτηρίζει ιδιόρρυθμο, εκκεντρικό, μποέμ, άνθρωπο των καπηλειών και των τρωγλών, και τον παρομοιάζει με τον φιλόσοφο Μένιππο, τον πνευματώδη Λουκιανό, τον παρατηρητικό Ντίκενς, τον ψυχολόγο Τουργκένιεφ. Ο ίδιος όταν το μάθει θα πει: «Δεν μοιάζω με κανέναν, είμαι ο εαυτός μου».
Συχνάζει στο μπακάλικο του Καχριμάνη στου Ψυρρή, αλλά και στη μικρή εκκλησία του Αγίου Ελισαίου, όπου ψάλλει μαζί με τον ξάδελφό του Αλέξανδρο Μωραΐτίδη.
Το 1906 αρχίζει να συχνάζει στη Δεξαμενή Κολωνακίου. Κάθεται στο πιο φτηνό από τα δύο καφενεία, αυτό του Μπαρμπα-Γιάννη, όπου ο καφές είχε μία δεκάρα. Αγοραφοβικός, μακριά από όλους τους πελάτες, σταύρωνε τα χέρια στο στήθος, έγερνε το κεφάλι και ονειροπολούσε. Εκεί τον φωτογράφισε ο Παύλος Νιρβάνας, σε αυτή τη φωτογραφία που τον έχουμε ως σήμερα.
Γράφει και μεταφράζει συνέχεια για να μπορεί να ζει. Το 1909 θα γυρίσει στο νησί του. Θα αρρωστήσει και θα πεθάνει το βράδυ της 2ας προς 3η Ιανουαρίου 1911.

Έζησε μοναχικός, ανέραστος, πάσχων.



Η ΜΟΡΦΩΣΗ ΑΝΗΚΕΙ ΣΤΟ ΛΑΟ


    Η ΜΟΡΦΩΣΗ ΑΝΗΚΕΙ ΣΤΟ ΛΑΟ



                                        Αγρίμι της θάλασσας πιασμένο στο δίχτυ
Χρόνια και χρόνια στον τροχό
Πιασμένο στο δόκανο δελφίνι βουνίσιο
Χρόνια και χρόνια στον τροχό
Τρυγόνα στη γλάστρα λουλούδι στην ξόβεργα
Χρόνια και χρόνια στον τροχό
Και εγώ την αρκούδα καρφώνω τις νύχτες
Μονάχος στα πέλαγα με τον αστρολάβο
Στο αμπάρι της ΑΡΓΩΣ
Χρόνια και χρόνια στον τροχό
                                         
                                                                                  Κ. Χ. ΜΥΡΗΣ

ΚΕΙΜΕΝΑ ΤΑΚΗΣ ΠΟΛΙΤΗΣ
Το να προσλαμβάνεις λίγους μήνες πριν από τις εκλογές κοπάδια ανέργων με τη μέθοδο stage στο δημόσιο μέσω χρηματοδοτήσεων ευρωπαϊκών προγραμμάτων, αλλά και επιβαρύνοντας και τον οικονομικό σου προϋπολογισμό δείχνει ότι πρώτον κινητοποιείς τον κομματικό σου μηχανισμό να ρουσφετολογήσει και δεύτερον εξασφαλίζεις έναν μεγάλο αριθμό ομήρων ψηφοφόρων που θα σε στηρίξουν στις ερχόμενες εκλογές με το φόβο μη χάσουν τη δουλειά τους.
Ξεκινάς με τα συν που σου εξασφαλίζει ο κρατικός και κομματικός σου μηχανισμός και  χάνεις με δέκα και μισή μονάδες. Τότες λοιπόν αυτό δείχνει πως έχεις αποτύχει παταγωδώς στα πάντα! Το να φορτώσεις όμως στην επόμενη Κυβέρνηση «Τα θαυμαστά σου έργα» αυτό είναι τουλάχιστον ανήθικο!
Το χειρότερο όμως είναι ότι φορτώνεις αντιπολιτευτικούς διαδηλωτές, που διεκδικούν τα «δίκαια» δικαιώματα τους, ενώ όλοι ξέρουμε πώς προσελήφθηκαν
μέσα  από τα γραφεία των τότε κυβερνητικών βουλευτών με τη μέθοδο μιας γελοίας προφορικής συνέντευξης.
Κάποια στιγμή  έπρεπε να σταματήσουν τα παράλογα της ΝΔ που φτάσανε σε σημείο να αξιολογούν τα απολυτήρια των Κολεγίων ανώτερα από τα μεταπτυχιακά των Πανεπιστημίων. Σε καμιά  χώρα στον κόσμο δεν συμβαίνει αυτό που συμβαίνει στη χώρα μας με τα φροντιστήρια.
Το «Δωρεάν Παιδεία», το «1-1- 4 », το «Ψωμί, Παιδεία, Ελευθερία» είναι διεκδικήσεις και αιτήματα του ελληνικού λαού εδώ και πάρα  πολλά χρόνια.
Έχουν σπουδάσει και έχουν γίνει επιστήμονες χιλιάδες παιδιά από τα χαμηλά στρώματα, παιδιά εργατών, παιδιά αγροτών και εξακολουθούν.
Ο ανταγωνισμός που έχουν  δημιουργήσει τα φροντιστήρια  φτιάχνει μαθητές παπαγάλους  γύρω στο είκοσι. Οι φροντιστές δημιουργούν οικονομικές σχέσεις εξάρτησης με τους γονείς πείθοντάς τους  ότι τους είναι εντελώς απαραίτητοι.  Υποτιμούν τέλος τα δημόσια σχολεία.
 Η πλειοψηφία των γονιών δείχνει ότι δεν μπορεί να ανταποκριθεί στις σημερινές απαιτήσεις. Από τη μια η οικονομική κρίση, από την άλλη το κλείσιμο  των επιχειρήσεων και η ανεργία και τέλος η απειλή των ιδιωτικών πανεπιστημίων.
Όλα δείχνουν πως η μόρφωση θα πέσει στα χέρια των οικονομικά προνομιούχων δηλαδή των πλουσίων. Από τα προνήπια  μέχρι και το τέλος των σπουδών.
Ακούστηκαν όμως ορισμένα αισιόδοξα μηνύματα από την υπουργό παιδείας για τα ολοήμερα σχολεία, τα τμήματα προετοιμασίας για τα πανεπιστήμια και την ενισχυτική διδασκαλία (δηλαδή την προετοιμασία μέσα στα  σχολεία). Έτσι  θα δοθεί και η ευκαιρία στους καθηγητές να παίξουν τον πραγματικό τους ρόλο και όχι του κουρασμένου δημόσιου υπάλληλου.
Δεν είναι απαραίτητο οι μαθητές να είναι παπαγάλοι του είκοσι, ούτε εμείς ήμασταν  τέτοιοι.
Η μόρφωση είναι δημοκρατικό και συνταγματικό  δικαίωμα του καθενός.
Δεν δίνεται με διακρίσεις.  Η μόρφωση ανήκει στο λαό!