Τρίτη 7 Οκτωβρίου 2014

Η ΑΛΙΚΗ ΣΤΗ ΧΩΡΑ ΤΩΝ ΠΟΙΗΜΑΤΩΝ


                                      Η ΑΛΙΚΗ
                    ΣΤΗ ΧΩΡΑ ΤΩΝ ΠΟΙΗΜΑΤΩΝ
Αλίκη πάρ’ το παραμύθι και με χεράκι τρυφερό 
δεσ’ το με τ’ άλλα όνειρά σου, στης μνήμης σου το θησαυρό 
σαν ανθοδέσμη μαζεμένη, από ένα μακρινό αγρό
                                                                     ΛΙΟΥΙΣ ΚΑΡΡΟΛ
ΚΕΙΜΕΝΑ-ΕΠΙΛΟΓΗ ΠΟΙΗΜΑΤΩΝ ΤΑΚΗΣ ΠΟΛΙΤΗΣ
Και η Αλίκη κύλησε στον μαγικό κόσμο της ποίησης. Μόνο που εδώ δεν κύλησε στο παραμύθι αλλά σε πολιτισμούς αιώνων. Από τα Ορφικά και τον Όμηρο, τους ψαλμούς του Δαβίδ και του Ρωμανού του Μελωδού, στους ύμνους του Σολομώντος, τον Ερωτόκριτο του Βιτσέντσου Κορνάρου, την Οδύσσεια του Καζαντζάκη και τα δημοτικά μας τραγούδια. Από ένα μοιρολόι της Μάνης και της Ηπείρου, ένα κλέφτικο, ένα ριζίτικο, ένα τζιβαέρι, ένα αντάρτικο ως και ένα σημερινό ΗΙΡ-ΗΟΡ τραγούδι. Από τους μεγάλους ποιητές μας κι από τη χώρα που γεννάει ποιητές. Αλλά και τον Μποντλαίρ, το Ρεμπώ, τον Έλιοτ, τον Πόε, το Λόρκα, το Νερούντα, τον Μπρεχτ, τον Γκίνσμπεργκ και τόσους άλλους από την παγκόσμια ποίηση. Η επιλογή των ποιημάτων που ακολουθούν έγινε από καθαρά συναισθηματικούς λόγους.Τα περισσότερα απ’ αυτά είναι μελοποιημένα, έχουν γίνει τραγούδια, τραγουδηθήκαν και αγαπηθήκαν από χιλιάδες κόσμο στον πλανήτη. Και είναι ο «ΜΙΚΡΟΚΟΣΜΟΣ» του Τούρκου ΝΑΖΙΜ ΧΙΚΜΕΤ, η στέρηση της ελευθερίας, ο αγώνας για τα ανθρώπινα δικαιώματα, η τρομολαγνία, οι τρομονόμοι και η λογική της υπερίσχυσης του ισχυροτέρου. «ΑΥΡΙΟ ΜΠΟΡΕΙ ΝΑ ΜΑΣ ΣΚΟΤΩΣΟΥΝ» του ποιητή του ΕΠΙΤΑΦΙΟΥ και της ΡΩΜΙΟΣΥΝΗΣ, του ποιητή που μελοποίησαν οι μεγάλοι μας συνθέτες και τραγουδήθηκε από εκατοντάδες χιλιάδες στις διαδηλώσεις, στις πορείες, στις ταβέρνες, στα γιαπιά, στα Πανεπιστήμια, στον αντιδικτατορικό αγώνα, όχι όμως στις Ακαδημίες και στα Νόμπελ. «ΠΕΣΑΤΕ ΘΥΜΑΤΑ» του ΦΩΤΗ ΑΓΓΟΥΛΕ, ο επικήδειος για τα θύματα της αντίστασης και η υπόσχεση πως ο αγώνας συνεχίζεται. Απόσπασμα από το «ΓΕΡΜΑΝΙΚΟ ΕΓΧΕΙΡΙΔΙΟ ΠΟΛΕΜΟΥ» του αγωνιστή της ειρήνης ΜΠΕΡΤΟΛΤ ΜΠΡΕΧΤ. «Ο ΠΟΝΟΣ ΤΗΣ ΜΑΝΑΣ» του ΗΛΙΑ ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΥ, η μάνα που χάνει το παιδί της στον πόλεμο και δεν υπάρχει πια νόημα ζωής για εκείνη. Το « ΑΝΤΙΣΤΑΘΕΙΤΕ»του ιδιόρρυθμου φίλου ΜΙΧΑΛΗ ΚΑΤΣΑΡΟΥ που είχα την τιμή να γνωρίσω και που μας προτρέπει να αντισταθούμε στα πάντα. «ΔΡΟΜΟΙ ΠΑΛΙΟΙ» του ποιητή της νίκης και της ήττας ΜΑΝΟΛΗ ΑΓΑΓΝΩΣΤΑΚΗ. Το τρυφερό «ΜΙΚΡΗ και ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΕΝΙΑ» του ΝΕΡΟΥΝΤΑ και η χιουμοριστική εξοικείωση με το θάνατο στο «ΤΡΑΓΟΥΔΙ ΤΗΣ ΦΥΓΗΣ» του ΚΩΣΤΑ ΒΑΡΝΑΛΗ.
Η αιώνια πίστη στο «ΟΥΛΑΛΟΥΜ» του ΓΙΑΝΝΗ ΣΚΑΡΙΜΠΑ, που μελοποιήθηκε από τον αξέχαστο ΝΙΚΟΛΑ ΑΣΙΜΟ. Ο ύμνος στον έρωτα με την «ΕΧΕΜΥΘΕΙΑ» του ΑΝΤΡΕΑ ΕΜΠΕΙΡΙΚΟΥ. Η γυναικεία εκπροσώπηση και το «ΥΠΟΓΕΙΟ» από τη ΡΙΤΑ ΜΠΟΥΜΗ-ΠΑΠΑ κι ένας ατέλειωτος μαραθώνιος λέξεων χωρίς ανάσα με το «ΟΥΡΛΙΑΧΤΟ» του ΑΛΛΕΝ ΓΚΙΝΣΜΠΕΡΓΚ, και το «ΛΙΚΝΙΣΤΕΙΤΕ ΜΑΖΙ ΜΟΥ» του ΤΣΑΡΛΣ ΜΠΟΥΚΟΦΣΚΙ. Μεγαλώνουμε και χάνεται το αυθόρμητο και το ανέμελο «ΓΕΡΝΑΣ ΚΑΙ ΣΚΟΤΕΙΝΙΑΖΕΙ» από τον ΤΑΣΟ ΛΕΙΒΑΔΙΤΗ.
Ο «ΕΛΕΓΚΤΗΣ» του ΜΙΛΤΟΥ ΣΑΧΤΟΥΡΗ και το «ΚΑΛΟ ΤΑΞΙΔΙ» του ΚΩΣΤΑ ΚΑΡΥΩΤΑΚΗ. Και για πριν το τέλος άφησα τα δυο ποιήματα του ΚΩΣΤΑ ΤΡΙΠΟΛΙΤΗ: Η «ΑΛΙΚΗ», σύγχρονο ποίημα που περιγράφει τα προβλήματα της σημερινής κοινωνίας. Η Αλίκη γίνεται «μηχανή θανάτου» μεταφέροντας με τον έρωτα το θάνατο που κυλάει στις φλέβες της και σκορπίζει τη μάστιγα του αιώνα, το AIDS. Το «ΠΡΟΕΔΡΕ….» ένα ποίημα οργής και διαμαρτυρίας.Τελευταίο ο «ΑΜΛΕΤ ΤΗΣ ΣΕΛΗΝΗΣ » του ΜΑΝΟΥ ΕΛΕΥΘΕΡΙΟΥ τραγουδήθηκε στα πρόσφατα γεγονότα με τη δολοφονία του μαθητή Αλέξανδρου από αστυνομικό, στα σχολεία, στα πανεπιστήμια, στις συγκεντρώσεις, στους δρόμους. Και με αυτό κλείνει το ταξίδι της Αλίκης, αυτή τη φορά όχι σαν παραμύθι μα σαν όνειρο, σαν ταξίδι, αλλά και σαν περιγραφή της σκληρής πραγματικότητας.

Καλή ανάγνωση.




Ήταν ατέλειωτη η μέρα
κι ως νύχτωνε σε μια γωνια
μ’ ένα τσιγάρο του πατέρα
τους άντρες παίζαμε κρυφά
Τώρα η μέρα σε τρομάζει
γύρω αποτσίγαρα σωρός
και πια δεν είναι γυρισμός
Γερνάς και σκοτεινιάζει
Γέλια παιδιών έξω απ’ το σπίτι
πέτρες στην τσέπη της ποδιάς
μα έφτανε ένα νεκρό σπουργίτι
για να σε κάνει να πονάς
Τώρα η μέρα σε τρομάζει
γύρω αποτσίγαρα σωρός
και πια δεν είναι γυρισμός
Γερνάς και σκοτεινιάζει

ΤΑΣΟΣ ΛΕΙΒΑΔΙΤΗΣ


Και, να, τι θέλω τώρα να σας πω:
μες τις Ινδίες, μέσα στην πόλη της Καλκούτας
φράξαν το δρόμο σ’ έναν άνθρωπο
αλυσοδέσαν έναν άνθρωπο κει που εβάδιζε
Να το λοιπόν γιατί δεν καταδέχομαι
να υψώσω το κεφάλι στ’ αστροφώτιστα διαστήματα
θα πείτε: τ’ άστρα είναι μακριά
κι γη μας τόσο δα μικρή
Ε, το λοιπόν ότι και να είναι τ’ άστρα εγώ τη γλώσσα μου τους βγάζω
Για μένα το λοιπόν το πιο εκπληκτικό
πιο επιβλητικό πιο μυστηριακό και πιο μεγάλο
Είναι ένας άνθρωπος που τον μποδίζουν να βαδίζει
Είναι ένας άνθρωπος που τον αλυσοδένουνε.
                                                                       
 ΝΑΖΙΜ ΧΙΚΜΕΤ

Με τη ριπή του ανέμου στα μαλλιά                                        
της γυναικός που στροβιλίζεται μεσ’ το σαλόνι
Και παίρνει τη ζωή όπως της έρχεται
Και με στολίδια και παιδιά
Που τη λατρεύουν κι όλο λέγουν τ’ όνομά της
Και με τους άντρες που σηκώνουν
Όρθιο το χέρι τους στον ουρανό
Μεσ’ την εξαίσια λειτουργία των παλμών τους
Στο στρόβιλο του βαλς που πλησιάζει
Τα στήθη του στα στήθη της γυναίκας.

ΑΝΔΡΕΑΣ ΕΜΠΕΙΡΙΚΟΣ


Καλό ταξίδι, αλαργινό καράβι μου στου απείρου
και στης νυχτός την αγκαλιά, με τα χρυσά σου φώτα!
Να ’μουν στην πλώρη σου ήθελα, για να κοιτάζω πίσω
για να κοιτάζω να περνούν τα όνειρα τα πρώτα.
Η τρικυμία στο πέλαγος και στη ζωή να παύει,
μακριά μαζί σου φεύγοντας πέτρα να ρίχνω πίσω,
να μου λικνίζεις την αιώνια θλίψη μου, καράβι,
δίχως να ξέρω που με πας και δίχως να γυρίσω!
                                               
ΚΩΣΤΑΣ ΚΑΡΥΩΤΑΚΗΣ


Δρόμοι παλιοί π’ αγάπησα και μίσησα ατέλειωτα
κάτω απ’ τους ίσκιους των σπιτιών να περπατώ,
νύχτες των γυρισμών αναπότρεπτες κι η πόλη νεκρή
Την ασήμαντη παρουσία μου βρίσκω σε κάθε γωνιά,
κάμε με να σ’ ανταμώσω κάποτε φάσμα χαμένο του πόθου μου
Κι εγώ ξεχασμένος κι ατίθασος περπατώ κρατώντας μια σπίθα
τρεμόσβηστη στις υγρές μου παλάμες.
Και περπατούσα μέσα στη νύχτα χωρίς να γνωρίζω κανένα
κι ούτε κανένας με γνώριζε.

ΜΑΝΟΛΗΣ ΑΝΑΓΝΩΣΤΑΚΗΣ


Είσαι μικρή και τριανταφυλλένια
Μικρή τριανταφυλλένια
Κι άλλες φορές μικρούλα και γυμνή
Νομίζω πως χωράς μες την παλάμη μου
Κι έτσι δα να κάνω
Σε σφίγγω και σε φέρνω
Μπροστά στο στόμα μου
Είσαι μικρή και τριανταφυλλένια
Μικρή τριανταφυλλένια
Του έρωτά σου η ορμή
Μοιάζει πελάγου κύμα
Τα μάτια σου πλατύτερα απ’ τον ουρανό
Που μόλις τα μετράω
Και σκύβω μες το στόμα σου
Τη γη για να φιλήσω

PABLO NERUDA

Χαμογελάμε κατά μέσα 
Αυτό το χαμόγελο το κρύβουμε τώρα
Παράνομο χαμόγελο
Όπως παράνομος έγινε κι ο ήλιος
Παράνομη και η αλήθεια
Κρύβουμε το χαμόγελο
όπως κρύβουμε στην τσέπη μας
τη φωτογραφία της αγαπημένης μας
Όπως κρύβουμε την ιδέα της λευτεριάς
ανάμεσα στα δυο φύλλα της καρδιάς μας
Όλοι εδώ πέρα έχουμε έναν ουρανό
και το ίδιο χαμόγελο
Αύριο μπορεί να μας σκοτώσουν…….
Αυτό το χαμόγελο κι αυτόν τον ουρανό
Δεν μπορούν να μας τα πάρουν.

ΓΙΑΝΝΗΣ ΡΙΤΣΟΣ


Όλη τη μέρα που ’λειπες το σπίτι μας ρημάδι
Κι όμως πως ήταν όμορφο σαν γύριζες το βράδυ
κι ας τρώγαμε ξερό ψωμί κι ας έλειπε το λάδι
κι ας έλειπαν τα κάρβουνα φτάνει που ήσουν κοντά μου.
Αχ, πως στο κάθε χτύπημα της πόρτας η καρδιά μου
ραγίζονταν, αγόρι μου, και μου ’φευγε η λαλιά μου.
Θυμάσαι τις τριανταφυλλιές μπροστά στο περιβόλι
που ανθίζανε την άνοιξη και πια στην κάθε σκόλη
γιομίζαμε τριαντάφυλλα την αγκαλιά μας όλη
κι ο γέρος ο πατέρας σου καμάρωνε κι αντάμα
καμάρωνα κι η δόλια εγώ, κι αν έκλαιγα-τι θάμα!
περισσότερο ξαλάφρωνε η καρδιά μου με το κλάμα.
Μεγάλωσες. Δε μ’ άκουγες. Έφευγες όλη μέρα.
Κι όταν τα βράδια μου έλεγες «Η λευτεριά μητέρα
θα ρθεί», μ’ αγγίζαν την καρδιά τα λόγια σαν φοβέρα.
Μ’ αν μου ’φευγες πρωί-πρωί, προτού να φέξει, μόνος
κι αργοκυλούσαν οι ώρες μου, κάθε στιγμή ένας χρόνος
το ’ξερα πως θα γύριζες κι ήταν γλυκός ο πόνος.
Τώρα στο παραγώνι μας κουβαριασμένη ρέβω
σαν αστραποκαμένη ελιά, και πια δεν σε γυρεύω
κι ’ναι ψηλός ο ανήφορος και δεν μπορώ ν’ ανέβω.
Γιατί δεν άκουες, γιόκα μου, τη μάνα που σ’ εγέννα;
Κι αν έρθει τώρα η Λευτεριά που’ ν’ όλα ρημαγμένα
Τι να την κάνω αγόρι μου γλυκό, χωρίς εσένα;

ΗΛΙΑΣ ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ


Ήταν σα να σε πρόσμενα, Κερά,
απόψε που δεν έπνεε όξω ανάσα,
κ’ έλεγα:  θα’ ρθει απόψε απ’ τα νερά
κι από τα δάσα!
Θα’ ρθει αφού φλετ’ράει μου η ψυχή,
αφού σπαρά το μάτι μου σαν ψάρι,
και θα μυρίζει φώτα και βροχή
το νιο φεγγάρι!...
Και να, το κάθισμα σου συγυρνώ,
στολνώ την κάμαρά μου αγριομέντα,
και να, μαζί σου κιόλας αρχινώ
χρυσή κουβέντα:
Πως, να, θα μείνει ο κόσμος με το «μπα»
που μ’ έλεγε τρελόν πως είχες γίνει
καπνός και –τάχας- σύγνεφα θαμπά
προς τη σελήνη…
Νύχτωσε και δε φάνηκες εσύ…
Κίνησα να σε βρω στο δρόμο -ωϊμένα!-
μα σκούνταφτες (όπου εσκούνταφτα), χρυσή,
κ’ εσύ με μένα……..
Τόσο πολύ μ’ αγάπησες, Κερά,
που άκουγα διπλά τα βήματά μου!
Πάταγα γω –στραβός- μες τα νερά;
Κ’ εσύ κοντά μου!...

ΓΙΑΝΝΗΣ ΣΚΑΡΙΜΠΑΣ


Τους ήλιους δεν εμέτρησες που σε ζητήσαν τόσα χρόνια
Πού ’σαι γυναίκα με γαλάζια τσίνορα
Σ’ έκρυψε στο φουστάνι της, η μαραμένη κοπέλα
Πέντε χειμώνες σ’ έθαψαν σε χιόνι λασπερό.
Μεγάλη νυχτερίδα τρέφεται απ’ τη νιότη σου
Γι’ αυτό νωρίς βραδιάζει πριν χορτάσεις
Το μεσημέρι καίει στα ψηλά δώματα
Το κύμα του το ξανθό λούζει τους δρόμους
Πεθαίνεις με τους ποιητές κάθε ηλιοβασίλεμα
Τα χέρια σου μυρίζουν απ’ τα μαλλιά τους
Χτυπάει η καμπάνα που δεν πιστεύεις πια
Σε ξένη αυλή συνομιλείς με το φεγγάρι
Σού ’φερε ο Μυλόζ φέτος την άνοιξη
Την πείνα σου ποιος άλλος μπορούσε να νοιαστεί
Φουρτούνιασε τη γειτονιά το φιλντισένιο αμάξι του
Γίνου όμορφη, γίνου όμορφη, στα περιβόλια θα σε δείξει.
Έχεις ένα χαμόγελο από μαργαριτάρια
Ψαράδες σικελοί στο ταίριασαν να το φοράς
Ψάξε και βρες το πριν σε κλείσει η νύχτα
Σ’ ένα υπόγειο βαθύτερα από τούτο.

ΡΙΤΑ ΜΠΟΥΜΗ-ΠΑΠΑ



Ξεγέλασες τους ουρανούς με ξόρκια -μαύρη φλόγα-
πως η ζωή χαρίζεται χωρίς να ανατραπεί.
Κι όλα τα λόγια των τρελών που ήταν δικά μας λόγια
τα μάγευες με φάρμακα στην άσωτη σιωπή.
Πενθούσες με τους Έρωτες γυμνός και μεθυσμένος
γιατί με τους αθάνατους είχες λογαριασμούς.
Τις άριες μιας όπερας τραύλιζες νικημένος
μιας επαρχίας μαθητής μπροστά σε δυο χρησμούς.
Τι ζήλεψες τι τα ’θελες τα ένδοξα Παρίσια;
Έτσι κι αλλιώς ο κόσμος πια παντού είναι τεκές.
Διεκδικούσες θαύματα που δίνουν τα χασίσια
και παραισθήσεις όσων ζουν μέσα στις φυλακές.
Και μια βραδιά που ντύθηκες ο Άμλετ της Σελήνης
έσβησες μ’ ένα φύσημα τα φώτα της σκηνής.
Και μονολόγους άρχισες κι αινίγματα να λύνεις
μιας τέχνης και μιας εποχής παλιάς και σκοτεινής.
  
ΜΑΝΟΣ ΕΛΕΥΘΕΡΙΟΥ
( ΣΤΗ ΜΝΗΜΗ ΤΟΥ ΓΙΩΡΓΟΥ ΧΕΙΜΩΝΑ)


Κάμερες κρυμμένες καταγράφουν άδειες φάτσες, η ζωή στο φωτοαντιγραφικό
Λούμπεν και πληβείοι αναλώνονται στις πιάτσες, η απόγνωση σε πρώτο Ενικό
Άμβωνες ουρλιάζουν το μεγάφωνο του μίσους, λεκιασμένες των Αγίων οι μορφές
Έδρανα και Νόμοι προστατεύουνε τους Κροίσους, χειροπέδες και πεντάπικρος καφές
Φέρνουν σκυλοπνίχτες λαοθάλασσες της φρίκης, στα αμπάρια φτώχεια και Αρμαγεδών
Πρόεδρε σου ανήκουν, είναι λάφυρα της Νίκης , που ζητούν στον ήλιο μοίρα κι εμβαδόν
Γέφυρες δακρύων άνθρωποι και κατσαρίδες, ονειρεύονται υπόγειους ουρανούς
Πρόεδρε σου λέω: Της καρέκλας σου οι βίδες μια-μια σπάζουν, με ύπουλους τριγμούς
Ισοβίως βρέχει στις ψυχές των ηττημένων, γκρίζα λάσπη, κάθε ψίθυρος βροχή
Ροζ πολυεστέρας τ’ άστρο των προσκυνημένων, που δοξάζει αίσχος και συνενοχή
Μαύρο οξειδωμένο το παγκάρι του σαράφη, πληθυσμοί στα νύχια των χρηματιστών
Μέλλον, μέλλον, μέλλον, στην εξώπορτά σου γράφει «Το κατάστημα προσωρινώς κλειστόν»
Νάυλον η σάρκα χύμα σταφ οι ζαρντινιέρες, τα αισθήματα στην πούδρα και το τζελ
Πρόεδρε η σιωπή σου σαβανώνει στους αιθέρες της οργής τα βέβηλά μου ντεσιμπέλ
Έδεμ των εμπόρων η ανθρώπινη οδύνη, οι οθόνες καπηλεύονται το φως
Πρόεδρε της πατρίδας έχεις όλη την ευθύνη, αλλ’ εσύ ποτέ δεν περπατάς σκυφτός.

 ΚΩΣΤΑΣ ΤΡΙΠΟΛΙΤΗΣ

Ένας μπαξές
γεμάτος αίμα
είν’ ο ουρανός
και λίγο χιόνι
Έσφιξα τα σχοινιά μου
πρέπει
και πάλι
να ελέγξω τα αστέρια.
Εγώ
κληρονόμος πουλιών
πρέπει
έστω και με σπασμένα φτερά
να πετάω…….

ΜΙΛΤΟΣ ΣΑΧΤΟΥΡΗΣ


Πάνω στου πελάου το σπιθάτο αφρό
έστησα χορό φεύγω αναχωρώ
Έκανα φτερά κι έγινα  πουλί
Γεια χαρά καλή και μην κλαις πολύ
Θάνατος εδώ και ανθρωποσφαγή
τούτη η μαύρη γη κόκκινη πληγή
Μέσα στην καρδιά κόβω κάθε τι
που με συγκρατεί  απ’ τη λάσπη αυτή
Βούλωσα τ’ αυτιά και μνημονικό
για να μην ακώ τίποτα κακό
Ντύθηκα γαμπρός από καινουργείς
Άστρο της αυγής έβγα να με δεις
Φεύγω για Θεός σε νησί τρανό
μες το γαλανό τον ωκεανό
Άνεμος φυσά παίρνει με και πα
κι η καρδιά χτυπά όλα χαρωπά
Παίρνει με και πα πούλουδο αλαφρό
Πάντα με χορό φεύγω αναχωρώ

ΚΩΣΤΑΣ ΒΑΡΝΑΛΗΣ

Στρατηγέ, το τανκ σου είναι δυνατό μηχάνημα
θερίζει δάση ολόκληρα, κι  εκατοντάδες άντρες αφανίζει
Μόνο που έχει ένα ελάττωμα: Χρειάζεται οδηγό.
Στρατηγέ, το βομβαρδιστικό σου είναι πολυδύναμο
πετάει πιο γρήγορα απ’ τον άνεμο,
κι απ’ τον ελέφαντα σηκώνει βαρος πιο πολύ
Μόνο που έχει ένα ελάττωμα: Χρειάζεται πιλότο.
Στρατηγέ, ο άνθρωπος είναι χρήσιμος πολύ
ξέρει να πετάει, ξέρει και να σκοτώνει.
Μόνο που έχει ένα ελάττωμα: Ξέρει να σκέφτεται.

ΜΠΕΡΤΟΛΤ  ΜΠΡΕΧΤ

Πέσατε θύματα αδέλφια εσείς
σε άνιση μάχη κι αγώνα
Ψωμί λευτεριά και τιμή του λαού,
γυρεύοντας βρήκατε μνήμα
Συχνά σε υγρές σκοτεινές φυλακές
σκληρές επεράσατε μέρες
και μ’ ένα του δήμιου λόγο, ευθύς
σας φέραν μπροστά στην κρεμάλα
Μεθούν οι τυράννοι και μες το πιοτό
τη λήθη γυρεύουν να βρούνε
μα οι μέρες τους τώρα, μετρήθηκαν πια
και τέλος φρικτό τους προσμένει.
Θεριεύει ο γίγαντας τώρα λαός
και σπάει τα δεσμά κι αλυσίδες
Αιώνια η μνήμη σε σας αδελφοί
στον τίμιο που πέσατε αγώνα.
  
ΦΩΤΗΣ ΑΓΓΟΥΛΕΣ

Αντισταθείτε, σ’ αυτόν που έχει ένα μικρό σπιτάκι
και λέει καλά είμαι εδώ
Αντισταθείτε, σ’ αυτόν που πάλι γύριζε στο σπίτι
και λέει Δόξα σοι ο Θεός
Στον Περσικό τάπητα των πολυκατοικιών
τον κοντό άνθρωπο του γραφείου
στην εταιρεία εισαγωγαί  εξαγωγαί
στην κρατική εκπαίδευση και στο φόρο
αντισταθείτε σε μένα ακόμα που ιστορώ
Αντισταθείτε, σ’ αυτόν που χαιρετά απ’ την εξέδρα
ώρες ατέλειωτες τις παρελάσεις
Στον πρόεδρο του Εφετείου αντισταθείτε,
στις μουσικές, τα τούμπανα και τις παράτες,
σ’ όλα τα ανώτερα συνέδρια που φλυαρούνε
πίνουν καφέδες σύνεδροι συμβουλατόροι
σ’ αυτή την αγνή κυρία που μοιράζει έντυπα αγίων,
λίβανον και σμύρναν.
Αντισταθείτε, σ’ όλους αυτούς που λέγονται μεγάλοι
και γράφουν λόγους πλάι στην θερμάστρα
Στις φοβερές σημαίες των κρατών και τη διπλωματία,
στα εργοστάσια πολεμικών υλών,
σ’ αυτούς που λένε λυρισμό τα ωραία λόγια
στα γλυκερά τραγούδια με τους θρήνους
στους θεατές, στον άνεμο…
Αντισταθείτε

ΜΙΧΑΛΗΣ ΚΑΤΣΑΡΟΣ

Λικνιστείτε μαζί μου όλα τα θλιμμένα
τρελοί σε πέτρινα κτήρια χωρίς πόρτες
λεπροί που αναβλύζετε αγάπη και τραγούδι
βάτραχοι που προσπαθείτε να σκιαγραφήσετε τον ουρανό
Λικνιστείτε μαζί μου θλιμμένα πράγματα
δάχτυλα σκισμένα σε κάποιο σιδεράδικο
γεράματα σα φλούδια προγεύματος
Μεταχειρισμένα βιβλία μεταχειρισμένοι άνθρωποι
Μεταχειρισμένα λουλούδια μεταχειρισμένη αγάπη
σας χρειάζομαι.
Αυτό έχει φύγει σαν άλογο ή σκυλί
νεκρό ή χαμένο ή αδυσώπητο
σας χρειάζομαι.             

ΤΣΑΡΛΣ ΜΠΟΥΚΟΦΣΚΙ

Η Αλίκη στη χώρα των θαυμάτων
Με το ζόρι στριμωγμένη, απ’ το γέρο της δαρμένη
Από μπάτσους καρφωμένη, για σωρεία εγκλημάτων
Η Αλίκη φωτισμένη φέρει ίχνη εγκαυμάτων
Η Αλίκη αποκλεισμένη του παραμυθιού η Αλίκη
σε ένα άσυλο ανιάτων
Η Αλίκη στη χώρα των θαυμάτων
Με μια φλέβα βαρεμένη, σε μια ζάλη ναρκωμένη
Από λόγια χτυπημένη, των δικών της συνθημάτων
Η Αλίκη ερεθισμένη είναι μηχανή θανάτου
Η Αλίκη αποκλεισμένη του παραμυθιού η Αλίκη
Σ’ ένα άσυλο ανιάτων.

ΚΩΣΤΑΣ ΤΡΙΠΟΛΙΤΗΣ

Είδα τα καλυτέρα μυαλά της γενιάς μου χαλασμένα απ’ την τρέλα,
Λιμασμένα υστερικά γυμνά, να σέρνονται μες απ’ τους νέγρικους δρόμους την αυγή
γυρεύοντας μια φλογισμένη δόση φτωχοί και κουρελήδες με βαθουλωμένα μάτια,
που φτιαγμένοι ξενυχτούσαν στο υπερφυσικό σκοτάδι παγωμένων διαμερισμάτων,
αρμενίζοντας πάνω απ’ τις κορφές των πόλεων αφοσιωμένοι στη τζαζ,
που άνοιγαν το μυαλό τους στα Ουράνια κάτω απ’ τον εναέριο σιδηρόδρομο
και βλέπανε αγγέλους μουσουλμάνους τρεκλίζοντας
φωτισμένοι σε ταράτσες λαϊκών πολυκατοικιών
που αποβλήθηκαν απ’ τις Ακαδημίες γιατ’ ήσαν λέει τρελοί
κι εξέδιδαν άσεμνες ωδές στα παράθυρα της νεκροκεφαλής
που τρέμανε σ’ αξύριστα δωμάτια με τα εσώρουχα,
καίγοντας τα λεφτά τους σε καλάθια αχρήστων
και στήνοντας τ’ αυτί στον Τρόμο μεσ’ απ’ τον τοίχο
μπουρδολογώντας ουρλιάζοντας ξερνοβολώντας ψιθυρίζοντας
γεγονότα και μνήμες κι’ ανέκδοτα και πλάκες που σπάσανε
και σοκ νοσοκομείων και φυλακών και πολέμων
ολόκληρες διάνοιες που ξεράστηκαν με απόλυτη ακρίβεια
επτά μέρες και νύχτες με μάτια που άστραφταν,
κρέας για τη Συναγωγή πεταμένο στο πεζοδρόμιο
που έκαναν τρύπες από τσιγάρο στα μπράτσα τους
διαμαρτυρόμενοι για τη ναρκωτική καταχνιά του ταμπάκου
του καπιταλισμού
που έσπασαν κλαίγοντας σε λευκά γυμναστήρια γυμνοί
και τρέμοντας μπροστά στις μηχανές άλλων σκελετών
που βήχανε στον έκτο όροφο στεφανωμένοι με φλόγα
κάτω απ’ το φυματικό ουρανό
πλαισιωμένοι από πορτοκαλιά σαράβαλα θεολογίας
που ορνιθοσκαλίζανε όλη νύχτα ροκεντρολλάροντας
ανυπέρβλητες επωδές
που στο κίτρινο πρωινό ήταν στροφές ασυναρτησιών
που μαγείρεψαν σάπια ζώα πνευμόνια καρδιές πόδια ουρές
κάνοντας όνειρα για το αγνό βασίλειο των φυτών
που χωθήκανε κάτω από φορτηγά –ψυγεία κρεάτων
ψάχνοντας για ένα αυγό
που πέταξαν τα ρολόγια τους από την ταράτσα
για να ρίξουν την ψήφο τους υπέρ της αιωνιότητας
έξω απ’ τον Χρόνο, και ξυπνητήρια πέφταν στα κεφάλια τους,
καθ’ όλη την επόμενη δεκαετία,
που κόψανε τις φλέβες τους τρεις φορές συνέχεια ανεπιτυχώς
το πήρανε απόφαση και αναγκάστηκαν να ανοίξουν μαγαζιά με αντίκες
όπου νιώθαν πως γερνούν και κλαίγανεκαι
γύρισαν μετά από χρόνια στ’ αλήθεια φαλακροί
αλλά μ’ ένα ματωμένο κεφάλι και τα δάκρυα
και τα δάχτυλα, στην ολοφάνερη καταδίκη της τρέλας
των θαλάμων των τρελών πόλεων
που στα δυσώδη δωμάτια λογομαχώντας με τους αντίλαλους της ψυχής
χορεύοντας ροκ στις μεσονύχτιες παντέρημες εκτάσεις της αγάπης,
ένα όνειρο ζωής ένας βραχνάς σώματα που γινήκαν πέτρα
Βαριά σαν το φεγγάρι.

 ΑΛΛΕΝ ΓΚΙΝΣΜΠΕΡΓΚ

 





Δευτέρα 6 Οκτωβρίου 2014

ΓΙΑΝΝΗΣ ΡΙΤΣΟΣ


       ΕΚΑΤΟ ΧΡΟΝΙΑ ΑΠΟ ΤΗ ΓΕΝΝΗΣΗ
                     ΤΟΥ ΓΙΑΝΝΗ  ΡΙΤΣΟΥ             


ΤΗΝ ΕΠΙΛΟΓΗ ΤΩΝ ΠΟΙΗΜΑΤΩΝ ΚΑΙ ΤΩΝ ΕΙΚΑΣΤΙΚΩΝ ΕΡΓΩΝ 
ΤΟΥ ΓΙΑΝΝΗ ΡΙΤΣΟΥ ΕΠΙΜΕΛΗΘΗΚΕ Ο ΤΑΚΗΣ ΠΟΛΙΤΗΣ

Ο ποιητής της Σονάτας  του Σεληνόφωτος και της Εαρινής συμφωνίας, του Επιτάφιου και της Ρωμιοσύνης, αγωνιστής της εθνικής αντίστασης και οραματιστής ενός καλυτέρου κόσμου περνώντας πολλά χρόνια από τη ζωή του σε φυλακές και εξορίες, εκτός από τα ποιήματά του που έγιναν τραγούδια και τραγουδηθήκαν απ’ όλο τον κόσμο δημιούργησε και έργα τέχνης με υλικά που έβρισκε στους τόπους της εξορίας, ζωγράφιζε επάνω σε πέτρες, σε ρίζες από καλάμια, σε πακέτα από τσιγάρα Ήταν ένα μέρος της πολυσύνθετης προσφοράς του στο σύγχρονο παγκόσμιο πολιτισμό. Επίσης και ένα μήνυμα δύναμης δράσης  προς τον έξω  κόσμο για την υπεράσπιση  του ωραίου, της ανθρώπινης αξίας και των παγκόσμιων  ιδανικών.



Το φως κελαηδάει άιντε κελαηδάει
στις φλέβες του χόρτου και της πέτρας
Άξιζε να υπάρξουμε για να συναντηθούμε
Απλώνουμε τα χέρια στον ήλιο και τραγουδάμε

Μπορεί να αποκτήσουμε μια νέα επαφή με τη φύση
κοιτώντας πίσω απ’ το σύρμα ένα κομμάτι θάλασσα
τις πέτρες, τα χορτάρια ή κάποιο σύγνεφο στο λιόγερμα
βαθύ, βιολετί, συγκινημένο

Άφησέ με να ρθω μαζί σου
Όταν έχει φεγγάρι μεγαλώνουν οι σκιές,
μες το σπίτι αόρατα χέρια τραβούν τις κουρτίνες,
ένα δάχτυλο αχνό γράφει στη σκόνη του πιάνου
λησμονημένα λόγια

Άφησέ με να ρθω μαζί σου
Α, φεύγεις; Καληνύχτα
Όχι δε θαρθω. Καληνύχτα
Εγώ θα βγω σε λίγο….
Ευχαριστώ γιατί επιτέλους πρέπει να βγω
απ’ αυτό το τσακισμένο σπίτι.
Πρέπει να δω λιγάκι πολιτεία
όχι όχι το φεγγάρι
την πολιτεία με τα ροζιασμένα χέρια
την πολιτεία του μεροκάματου
την πολιτεία που ορκίζεται στο ψωμί
και στην γροθιά της
την πολιτεία που όλους μας αντέχει στη ράχη της
με τις μικρότητές μας με τις κακίες
τις  έχτρες μας με τις φιλοδοξίες
την άγνοιά μας τα γερατειά μας

Να ακούσω τα μεγάλα βήματα της πολιτείας
να μην ακούω πια τα βήματά σου
μήτε τα βήματα του θεού
μήτε και τα δικά μου βήματα
Καληνύχτα.

«Σκέψου η ζωή να τραβάει το δρόμο της
Και συ να λείπεις
Να ’ρχονται οι άνοιξες με τα διάπλατα παράθυρα
Και συ να λείπεις
Να ’ρχονται τα κορίτσια στα παγκάκια του κήπου
με τα χρωματιστά φορέματα
και συ να λείπεις»

Όταν κατά το μεσημέρι βρέθηκε στο κέντρο του αρχαίου θεάτρου Νέος, 
Έλληνας αυτός, ανύποπτος, ωστόσο ωραίος όπως και εκείνοι.
Έβαλε μια κραυγή. Όχι θαυμασμού, τον θαυμασμό δεν τον ένοιωσε διόλου 
κι αν τον ένοιωθε σίγουρα δεν θα τον εκδήλωνε
Μια απλή κραυγή ίσως απ’ την αδάμαστη χαρά της νεότητάς του
ή για να δοκιμάσει την ηχητική του χώρου
Απέναντι πάνω απ’ τα κάθετα βουνά η ηχώ αποκρίθηκε
η Ελληνική ηχώ, που δεν μιμείται  ούτε επαναλαμβάνει
μα συνεχίζει απλώς, σ’ ένα ύψος απροσμέτρητο 
την αιώνια ιαχή του Διθυράμβου

Η πέτρα σταυρωμένη από τον άνεμο-
Ο άνεμος, η σιγαλιά-
Δεν ακούγεται τίποτα
μόνο το καρδιοχτύπι της πέτρας
Κι η πέτρα της καρδιάς που δουλεύεται
με το θυμό και τον πόνο
βαριά, σιγά και σταθερά

Τούτοι  οι γερόντοι δε μιλάνε.
Τα παιδιά τους βγήκαν στο κλαρί.
Ετούτοι χώσαν την καρδιά τους στο βουνό
σαν ένα βαρέλι με μπαρούτι.
Δίπλα στα μάτια τους έχουν ένα δεντράκι καλοσύνη,
ανάμεσα στα φρύδια τους ένα γεράκι δύναμη,
κι ένα μουλάρι από θυμό μες την καρδιά τους
που δε σηκώνει  τ’ άδικο.

Κρύβουμε το χαμόγελο
όπως κρύβουμε στην τσέπη μας
τη φωτογραφία της αγαπημένης μας
Όπως κρύβουμε την ιδέα της λευτεριάς
ανάμεσα στα δυο φύλλα της καρδιάς μας.
Όλοι εδώ πέρα έχουμε έναν ουρανό
και το ίδιο χαμόγελο.
Αύριο μπορεί να μας σκοτώσουν…….
Αυτό το χαμόγελο κι αυτόν τον ουρανό
Δεν μπορούν να μας τα πάρουν.
  

Σάββατο 4 Οκτωβρίου 2014

Η ΑΛΙΚΗ ΣΤΙΣ ΧΩΡΕΣ ΤΟΥ ΠΟΛΕΜΟΥ


   Η ΑΛΙΚΗ ΣΤΙΣ ΧΩΡΕΣ ΤΟΥ ΠΟΛΕΜΟΥ

ΚΕΙΜΕΝΑ ΤΑΚΗΣ ΠΟΛΙΤΗΣ
Να την πάλι η Αλίκη στην «ΑΥΓΗ ΤΗΣ ΟΔΥΣΣΕΙΑΣ» συναισθηματικά φορτισμένη και φοβισμένη από τους κρότους και τις φωτιές του πολέμου. Δεν τους συνήθισε ακόμα κι ας ήταν εκεί: στο Βιετνάμ, στη Χιροσίμα, στη Γιουγκοσλαβία, στον πόλεμο του Κόλπου, στο Αφγανιστάν, στη λωρίδα της Γάζας.
Δεν συνηθίζεται  ο ανθρώπινος πόνος. Ήταν εκεί όταν οι σωτήρες της ειρήνης σκόρπησαν  ραδιενέργεια, όταν βομβάρδισαν νοσοκομεία. Αντίκρισε τον πόλεμο στο βλέμμα τραυματισμένων και ορφανών παιδιών. Τώρα είναι εκεί, στον πόλεμο του φύλαρχου με τους αποικιοκράτες,  που επιβάλουν την ειρήνη εξοντώνοντας λαούς, σκορπώντας το θάνατο σε άμαχο πληθυσμό.
 Κι όσοι απέμειναν γίνονται  μετανάστες σε ξένους τόπους,  σε συνθήκες πείνας, εξαθλίωσης και παντελούς  έλλειψης ανθρώπινης αξιοπρέπειας.
Όμως σε συνθήκες πολέμου, δεν ζούμε και μείς; Δεν ζούμε τον ψυχολογικό πόλεμο της αβεβαιότητας, του φόβου και της ανασφάλειας;
Στην πλατεία Εξαρχείων τα παγκάκια είναι άδεια. Τα φώτα σβηστά. Μόνο μια μελωδία σιγοτρίζει, που έρχεται από απροσδιόριστο τόπο και χρόνο και διασκορπίζεται  
«Πλέκω στιχάκια κι έχω ένα φόβο να μη χτυπήσει το τηλέφωνο
και  ειν' ο τύπος απ' το κράτος που ελέγχει αν υπακούει το φερέφωνο»
Πού πας φερέφωνο; Τα κοράκια κι οι νεκροθάφτες περιμένουν το φαγοπότι για να γιορτάσουν πάνω απ’ τα πτώματα. Στον τοίχο γραμμένο με κόκκινο σπρέι «Δε θα πεθάνουμε ποτέ κουφάλα νεκροθάφτη!»
Θέλω να κλαίω. Θέλω να γελάω. Αλλά θέλω και να διαλέγω τη στιγμή  μόνη μου, ψιθύρισε η Άλικη. Δεν  χρειάζομαι προστάτες.
Κι η ιστορία αρχίζει…….
Ας αφήσουμε τη δύναμη του λόγου και της εικόνας για τη συνέχεια…..

Τρεκλίζω στον άνεμο χωρίς άλλο ρούχο,
διπλωμένος με το ντουφέκι μου, παγωμένος και ασταθής.
(Σαν ήμουνα μικρός καθρεφτιζόμουνα στα ρυάκια της πατρίδας μου
δεν ήμουν πλασμένος για τον πόλεμο)!
                                      ΝΙΚΗΦΟΡΟΣ ΒΡΕΤΤΑΚΟΣ
                                 

                                 Ι
Αυτοί που βρίσκονται ψηλά λένε: Πόλεμος και ειρήνη
είναι δυο πράγματα ολότελα διαφορετικά
Όμως η ειρήνη τους και ο πόλεμός τους
μοιάζουν όπως ο άνεμος κι η θύελλα
Ο πόλεμος γεννιέται απ’ την ειρήνη τους
καθώς ο γιος από την μάνα
Έχει τα δικά της απαίσια χαρακτηριστικά
Ο πόλεμός τους σκοτώνει
ό, τι άφησε όρθιο η ειρήνη τους

                                

                            ΙΙ
Όταν αυτοί που είναι ψηλά μιλάνε για ειρήνη
ο απλός λαός ξέρει πως έρχεται ο πόλεμος
Όταν αυτοί που είναι ψηλά καταριούνται τον πόλεμο
οι Διαταγές για επιστράτευση έχουν υπογραφεί

                         
                         ΙΙΙ
Τούτος ο πόλεμος που έρχεται
δεν είναι ο πρώτος
Πριν απ’ αυτόν γίνανε κι άλλοι πόλεμοι
Όταν ετέλειωσε ο τελευταίος
υπήρχαν νικητές και νικημένοι
Στους νικημένους ο φτωχός λαός
πέθαινε απ’ την πείνα
Στους νικητές ο φτωχός λαός
πέθαινε το ίδιο
                  
                        
                       ΙV
Σαν θα’ ρθει η ώρα της πορείας
πολλοί δεν ξέρουν
πως επικεφαλής βαδίζει ο εχθρός τους
Η φωνή που διαταγές τους δίνει
είναι του εχθρού τους η φωνή
Κι εκείνος που για τον εχθρό μιλάει
είναι ο ίδιος τους ο εχθρός

                   ΜΠΕΡΤΟΛΤ ΜΠΡΕΧΤ


Σε δυο λεφτά θ’ ακουστεί το παράγγελμα «Εμπρός»
Απόψε θα χτυπήσεις ανελέητα και θα χτυπηθείς
Θα τραβήξεις μπροστά τραγουδώντας ρυθμικά εμβατήρια
Σ’ ένα λεφτό πρέπει πια να μας δώσουν το σύνθημα…
(Κι εγώ που’ χω μια ψυχή παιδική και δειλή
που δεν θέλει τίποτα άλλο να ξέρει απ’ την αγάπη
κι εγώ πολεμώ τόσα χρόνια χωρίς, Θεέ μου να μάθω γιατί;
Και δε βλέπω μπροστά τόσα χρόνια παρά μόνο το δίδυμο αδερφό μου).

“Ποιήματα που μας διάβασε ένα βράδυ ο λοχίας Ότο V”
                                                            ΜΑΝΟΛΗΣ  ΑΝΑΓΝΩΣΤΑΚΗΣ


Πολεμούσαμε απ' το βράδυ ως το πρωί –
τατζούμ παπατζούμ
Από 'δω εμείς από κει και οι εχθροί
Κι ούτε νερό - εν δυο
Ούτε ψωμί - τρία τέσσερα
Κι ούτε νερό, ούτε ψωμί ούτε φαΐ
Βασιλιάς πατρίς θρησκεία μας οδηγεί
Πλημμύρισε από αίμα όλη η γη
Να όμως που το άλλο βράδυ φτάνει
Αρκετοί είναι οι εχθροί
Μας σφίγγει μια σωματική ανάγκη
Δεν παίρνει αναβολή
Τα όπλα παρατάμε
Και πίσω από τα δέντρα πάμε
Το ίδιο κι οι εχθροί
Κι ακολουθούν κι οι αξιωματικοί
Τώρα όλα πήγανε στο βρόντο
Πατρίς θρησκεία βασιλιάς
Κι έμεινε ο κυρ Πόλεμος στον τόπο
Σαν απόπληκτος μπαμπάς
Έγινε ειρήνη για λόγους "ανωτέρας βίας"
Ας κράταγε, αλήθεια, για όλη τη μικρή ζωή μας
                                    ΔΙΟΝΥΣΗΣ ΣΑΒΒΟΠΟΥΛΟΣ


Οι νικητές σκουπίσανε τα ματωμένα τους σπαθιά
στ' άσπρα δίχως ραφές πουκάμισα των νικημένων.
Κι η γη π' όλοι μαζί την είχαν τραγουδήσει
Κι η γη που την οργώσανε τ' αδερφικά τους χέρια
ποδοπατήθηκε απ' τα πέταλα των αλόγων
που φτάσαν το πρωί μπρος το παλάτι της Αδριανούπολης
Νικήθηκαν!
                                                           ΝΑΖΙΜ ΧΙΚΜΕΤ   


Ολαρί - α, ο λα ρά, χιόνι πέφτει από ψηλά
χιόνι πέφτει και σκεπάζει την αυλή μας, το μυαλό μου φτερουγίζει μακριά
χιόνι πέφτει και σκεπάζει τη σκεπή μας και το άρρωστο σκυλί μας ξεψυχά
Ολαρία - ολαρά, μαύρο τύμπανο χτυπά
τα παιδιά που αγαπούν τα στρατιωτάκια, τ’ αλογάκια και τα ξύλινα σπαθιά
βρικολάκιασαν σε τούτα τα στιχάκια, έλα μέσα και μίλα πιο σιγά
Ολαρία - ολαρά, δάγκωσε με πιο βαθιά
Αχ, ο Όλιβερ Τουίστ χαμογελάει και ο Χίτλερ του χαϊδεύει τα μαλλιά
διαμαντένιο δαχτυλίδι του φοράει και πετούν αγκαλιασμένοι μακριά
Ολαρία - ολαρά, με σουραύλια και βιολιά
θα βρεθούμε όλοι μαζί στο πανηγύρι, θα ’ναι όλη η παλιά μας συντροφιά
και θα πιούμε από το ίδιο το ποτήρι και την πιο πικρή γουλιά
Ολαρία - ολαρά, γύρω - γύρω τα παιδιά
ο μαρκήσιος Ντε Σαντ μ’ ένα χίπη, ο φονιάς με το θύμα αγκαλιά
ο γραμματέας μαζί με τον αλήτη κι η παρθένα με τον σατανά
Όλα είναι μακρινά κι ευτυχισμένα
και το χιόνι πέφτει από ψηλά
τα ζευγάρια στροβιλίζονται πιο πέρα
κι η κοπέλα μου αστράφτει από χαρά.
                                               ΔΙΟΝΥΣΗΣ ΣΑΒΒΟΠΟΥΛΟΣ



Πόσους δρόμους πρέπει ένας άντρας να διαβεί,
πριν ο άλλος ΑΝΘΡΩΠΟ τον πει;
Πόσες θάλασσες πρέπει το αγριοπερίστερο να περάσει,
πριν η αμμουδιά της θάλασσας το σώμα του σκεπάσει;
Πόσες ακόμα βολές τα κανόνια πρέπει  να  ρίξουν
πριν για πάντα  σωπάσουν;
Η απάντηση, φίλε μου, υπάρχει σαν πνοή του αγέρα,
η απάντηση είναι  πνοή στον αέρα.
Πόσα χρόνια μπορεί το βουνό να υπάρξει
πριν η θάλασσα τ’ αρπάξει;
Πόσα χρόνια μπορεί ο άνθρωπος να ζει
πριν  ελευθερωθεί;
Πόσα αυτιά ένας άνθρωπος πρέπει να  έχει
για να ακούσει τον πόνο και τα βάσανα των άλλων;
Πόσους θανάτους θα πρέπει να ζήσει,
πόσα τα μάτια του να δουν  για να χορτάσουν
μέχρι να φανεί πως πέθαναν χιλιάδες;
Η απάντηση, φίλε μου, υπάρχει σαν πνοή στον αγέρα.
η απάντηση είναι  πνοή στον αέρα.
                                                  ΜΠΟΜΠ ΝΤΥΛΑΝ


ΦΩΝΑΞΕ
η ζωή μας χάνεται πάει
ΔΙΑΛΥΣΕ
τη σκόνη που σκεπάζει το φως
Ο ΘΑΝΑΤΟΣ
διακοπές στο Σαράγιεβο πάει
ΞΥΠΝΗΣΕ
στις ειδήσεις τα βλέπεις και τρως.
Απόψε τα βλέπω διπλά
ήλιος λάμπει κι ας είναι μεσάνυχτα
δυο τσιγάρα πολύ δυνατά
κι εκτοξεύομαι μες το διάστημα .
Μια οθόνη μου δείχνει μηδέν
εποχές που δεν γίνονται θαύματα
ένα στόμα φωνάζει πως
δεν θα με πείσεις με χίλια τεχνάσματα
                             MAGIC DE SPELL.


Τ ’ όνειρο του παιδιού –  τ’ όνειρο της μάνας
είναι η Ειρήνη.
Τα λόγια της αγάπης κάτω από τα δέντρα
είναι η Ειρήνη.
Ο πατέρας που γυρνάει τ’ απόβραδο
μ’ ένα φαρδύ χαμόγελο στα μάτια
είναι η Ειρήνη.
Ειρήνη είναι ένα ποτήρι,
ένα ποτήρι με γάλα ζεστό
κι ένα βιβλίο μπροστά στο παιδί,
στο παιδί που ξυπνάει.
Αδέρφια μου,
μες στην ειρήνη διάπλατα ανασαίνει
όλος ο κόσμος με όλα τα όνειρά του,
δώστε τα χέρια αδέρφια μου
αυτό είναι Ειρήνη.
                          ΓΙΑΝΝΗΣ ΡΙΤΣΟΣ

Λευτεριά, Λευτεριά σχίζει, δαγκάνει
τους ουρανούς το στέμμα σου. Το φως σου,
χωρίς να καίει, τυφλώνει το λαό σου.
Πεταλούδες χρυσές οι Αμερικάνοι,
λογαριάζουν, πόσα δολάρια κάνει
σήμερα το υπερούσιο μέταλλό σου.
Λευτεριά, Λευτεριά, θα σ' αγοράσουν
έμποροι και κονσόρτσια κι εβραίοι.
Είναι πολλά του αιώνα μας τα χρέη,
πολλές οι αμαρτίες, που θα διαβάσουν
οι γενεές, όταν σε παρομοιάσουν
με το πορτρέτο του Dorian Gray.
Λευτεριά, Λευτεριά, σε νοσταλγούνε,
μακρινά δάση, ρημαγμένοι κήποι,
όσοι άνθρωποι προσδέχονται τη λύπη
σαν έπαθλο του αγώνα, και μοχθούνε,
και τη ζωή τους εξακολουθούνε,
νεκροί που η καθιέρωσις τους λείπει.
               ΚΩΣΤΑΣ ΚΑΡΥΩΤΑΚΗΣ


Σιγά σιγά αδειάσανε οι δρόμοι και τα σπίτια,
όμως ακόμη κάποιος έμεινε και τρέχει να προφτάσει
Και ρυθμικά χτυπήσανε μια-μια οι ώρες
κι ανοίξανε πόρτες και παράθυρα μ' εξαίσιες αποκεφαλισμένες μορφές
Ύστερα ήρθανε τα λάβαρα, οι σημαίες κι οι φανφάρες
κι οι τοίχοι γκρεμιστήκανε απ' τις άναρθρες κραυγές
Πτώματα ακέφαλα χορεύανε τρελά και τρέχανε σα μεθυσμένα
όταν βαρούσανε οι καμπάνες
Τότε, θυμάσαι, που μου λες: Ετέλειωσεν ο πόλεμος!
Όμως ο Πόλεμος δεν τέλειωσεν ακόμα.
Γιατί κανένας πόλεμος δεν τέλειωσε ποτέ!
                            ΜΑΝΟΛΗΣ ΑΝΑΓΝΩΣΤΑΚΗΣ

Παρασκευή 3 Οκτωβρίου 2014

ΟΙ ΚΑΡΥΑΤΙΔΕΣ ΤΗΣ ΑΜΦΙΠΟΛΗΣ


         ΟΙ ΚΑΡΥΑΤΙΔΕΣ ΤΗΣ ΑΜΦΙΠΟΛΗΣ

Έχω μια τίγρη μέσα μου, άγρια λιμασμένη
που όλο με περιμένει κι όλο την καρτερώ
τηνε μισώ και με μισεί, θέλει να με σκοτώσει
μα ελπίζω να φιλιώσει καιρό με τον καιρό

Έχει τα δόντια στην καρδιά, τα νύχια στο μυαλό μου
κι εγώ για το καλό μου για 'κείνη πολεμώ
κι όλου του κόσμου τα καλά με κάνει να μισήσω
για να της τραγουδήσω το πιο βαρύ καημό

Όρη, λαγκάδια και γκρεμνά με σπρώχνει να περάσω
για να την αγκαλιάσω στον πιο τρελό χορό
κι όταν τις κρύες τις βραδιές θυμάται τα κλουβιά της
μου δίνει την προβιά της για να τηνε φορώ

Καμιά φορά που απ' το πιοτό πέφτουμε μεθυσμένοι
σχεδόν αγαπημένοι καθείς να κοιμηθεί
και μοιάζει ετούτη η σιωπή με λίγο πριν τη μπόρα
σαν τη στερνή την ώρα που θα επιτεθεί
                                                            
                                                                ΧΑΪΝΗΔΕΣ

ΚΕΙΜΕΝΑ ΤΑΚΗΣ ΠΟΛΙΤΗΣ
Ο τάφος είναι Μακεδονικός, Αθηναϊκός, Ρωμαϊκός, Αιγυπτιακός ή ήταν καβάτζα
κάποιου αρχαιοκάπηλου στα χρόνια της Γερμανικής κατοχής, που δεν κατάφερε να τα μεταφέρει στη χώρα του πρώτον λόγω βάρους και δεύτερον γιατί έφυγε
«άρον-άρον».
Ο Ολυμπιακός έχασε στη Σουηδία δεχόμενος δυο γκολ σε «slow motion».
Είναι φανερό ότι έχει ελλείψεις. Τέσσερεις παίχτες στην άμυνα, ένα λίμπερο και δυο επιθετικούς. Η δίκη Κασιδιάρη, για την επίθεσή του σε τηλεοπτική εκπομπή κατά των βουλευτών Κανέλη και Δούρου, αναβλήθηκε λόγω στάσης εργασίας της γραμματείας του δικαστηρίου. Η βουλευτής Μακρή έστειλε εξώδικο στον Καμμένο. Η βουλευτής Ζωή Κωνσταντοπούλου παντρεύτηκε με θρησκευτικό γάμο, ενώ εμείς ασχολούμαστε  με την έξυπνη βόμβα, το έξυπνο λάστιχο κι από κει και πέρα με το έξυπνο σουτιέν, το έξυπνο πινέλο, το έξυπνο χάπι, το έξυπνο μαχαίρι, το έξυπνο κινητό, το έξυπνο προφυλαχτικό, τον έξυπνο δήμαρχο, τον έξυπνο υπουργό, τον έξυπνο πρωθυπουργό. Τον θυμάστε το Γιώργο, τι διαύγεια πνεύματος είχε;
Κι ο Σαμαράς, έχετε προσέξει το βλέμμα του; Σαν συναγρίδα κοιτάει.
Γιορτάσανε τα 40χρονα από την ίδρυση της νεοδεξιάς. «Ζωή σε λόγου μας»
Και ο άλλος, ο σύγχρονος Τσε Γκεβάρα, ο ακτιβιστής περιπλανιέται από παλαιοημερολογίτες σε μασόνους και καταλήγει σε καρδινάλιους και ποντίφικες.
Οι συνεργάτες του μιλάνε για επιμήκυνση του χρέους, δηλαδή ακριβώς το ίδιο που λέει και Σόϊμπλε για να είμαστε υποταχτικοί και υπό επιτήρηση για τα επόμενα εκατό χρόνια. Και αν χρεωθούν οι επόμενες γενιές «δεν τρέχει και τίποτα» αρκεί εμείς να κυβερνήσουμε.
Και εμείς οι «πρώτοι στα μαθήματα, οι πρώτοι στο αγώνα» τι στο διάβολο κάνουμε;
Τι ακριβώς θα φέρει η ψήφος εμπιστοσύνης που θα ζητήσει από τη βουλή η κυβέρνηση Σαμαρά-Βενιζέλου; Είναι απαραίτητη λίγο καιρό πριν από την κατάθεση
του οικονομικού προϋπολογισμού ή είναι ένα τεστ για να δουν πώς θα αντιδράσουν οι ανεξάρτητοι βουλευτές ενόψει των προεδρικών εκλογών; Και πώς θα αντιδράσουν
οι Ανεξάρτητοι Έλληνες; Μήπως υπάρχουν μυστικές συμφωνίες κάτω απ’ το τραπέζι; Όσα κι αν προαποφασίσουν, όσα τεχνάσματα κι αν επινοήσουν, δεν θα καταφέρουν nothing.
«Έφτασες αργά, σου πήρε άλλος τη θέση, έφτασες αργά »* Ο κόσμος είναι τόσο αγανακτισμένος και τόσο απογοητευμένος που θα ψηφίσει ΣΥΡΙΖΑ, γιατί «Ο πνιγμένος από τα μαλλιά του πιάνεται» όπως λέει και η λαϊκή ρήση.

*ΜΑΝΟΛΗΣ ΑΝΑΓΝΩΣΤΑΚΗΣ

Τετάρτη 1 Οκτωβρίου 2014

ΜΙΑ ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΙΑΤΙΚΗ ΙΣΤΟΡΙΑ


          ΜΙΑ ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΙΑΤΙΚΗ ΙΣΤΟΡΙΑ
                           Πάντα γι’ άλλους μιλάμε. Έτσι δεν πονάμε κι έτσι ξεχνάμε.
Μεγάλωσα θα πει. Να ’ρχεται ανατροπή.
Οι καιροί να στη φέρνουν. Τα μυαλά σου να γδέρνουν.
Να ζητάς να κουρνιάσεις. Και να βρίσκεις οάσεις.
Στις ψυχώσεις των άλλων. Που έχουν για περιβάλλον.
Ίδιες φάτσες με σένα. Γόνατα λυγισμένα. Όνειρα ξεχασμένα.
                                                                       ΧΑΡΙΣ ΑΛΕΞΙΟΥ
ΚΕΙΜΕΝΑ ΤΑΚΗΣ ΠΟΛΙΤΗΣ
Σαν σίφουνας έσκασε το νέο στα βραδινά δελτία ειδήσεων πως «αυτός που έδειχνε τον ήλιο με το δάχτυλο δεν ήταν ο Θεός». Οι πληροφορίες του δημοσιογράφου ήταν έγκυρες ή τουλάχιστον αυτό έδειχνε μέχρι τώρα με τα μεγάλα και πολύπλοκα  ρεπορτάζ του ακόμα και για δύσκολα εθνικά θέματα.
Το επαγγελματικό του κύρος και η εμπειρία του δεν θα του επέτρεπαν να πέσει σε λάθος πληροφορίες, που σημαίνει πως τις είχε διασταυρώσει από πολλές άλλες πηγές. Και για να βγάλει τέτοιο θέμα στον αέρα ήταν εντελώς σίγουρος.
Ένας κρύος ιδρώτας έλουσε τους κατοίκους της μικρής χώρας, ένας φόβος για το αύριο, μια ανασφάλεια για την αλλαγή των δεδομένων, μια αβεβαιότητα για το μέλλον. Είναι σαν να λες σε έναν Γαλάτη πως ο ουρανός δεν θα πέσει στο κεφάλι του, είναι σαν να λες σε έναν Παναθηναϊκό πως θα πάρει το πρωτάθλημα, είναι σα να λες σε έναν Σκωτσέζο να πιει JACK DANIELS.
Κάπως έτσι ένοιωσαν οι φοβισμένοι πολίτες.
Τα πράγματα θα άλλαζαν τραγικά. Τίποτα δεν θα θύμιζε τα συνηθισμένα, την ανία μας, την πλήξη μας, την μιζέρια μας. Η κυρά Κατίνα δεν θα ’φτιαχνε πια ντολμαδάκια, οι Κνίτες θα χάνανε τον ρόλο τους κι ο Καμίνης δεν θα ήταν ο δήμαρχος Αθηναίων. Ο Αστερίξ και ο Οβελίξ δεν θα κυνηγούσαν αγριογούρουνα αλλά Στρουμφάκια κι ο Τιμόν κι ο Πούμπα θα ήταν ειδικοί συνεργάτες του Σαμαρά.
Η αριστερά θα ένωνε τις δυνάμεις της και θα πρότεινε «πρόγραμμα εξουσίας». 
Πλησίαζε το βράδι. Η ρουτίνα δεν θα επαναλαμβανόταν με τις προληπτικές προσαγωγές, τα σκουπίδια θα στόλιζαν τα Χριστουγεννιάτικα δέντρα της πόλης, η γρίπη δεν θα αύξανε τα θύματά της, κι ο Κυριάκος Μητσοτάκης θα πρότεινε αύξηση των συντάξεων.
Ήταν κι ένα σουξέ στο σκυλάδικο «τα πάντα ρει» που φόβιζε τις αρχές.
Τα «καινούργια συνθήματα» θα επηρέαζαν τις συνειδήσεις ενώ αυτοί επιδίωκαν πάντα τα σταθερά, τα στάσιμα, τα σίγουρα. Μην ξεφύγουμε και απ’ τα συνηθισμένα.
Δεν υπάρχει όμως στάνταρ στο ΠΡΟ-ΠΟ κι όλοι έχαναν τα σίγουρα….
Από την άλλη ήταν και η δυσφήμιση από τις άλλες χώρες με τα ομόλογα, η πράσινη οικονομία που δεν τους ήταν κατανοητή, ο μαλάκας που θέλει να γίνει δήμαρχος, ο Ολυμπιακός που θα περάσει στους δεκάξι του champions league, η Ντόρα που πήρε τα βουνά και κουφάθηκε, η σύνοδος κορυφής για την ένταξη της Τουρκίας στην Ευρωπαϊκή Ένωση, όλα αυτά και πολλά άλλα που δεν μπορούν να βοηθήσουν, να συνθέσουν μια απόφαση κι ένα αποτέλεσμα
Κάπου εκεί έμπλεξαν και κάτι πολυκατοικίες, κάτι κοινόβια, κάτι έμποροι ναρκωτικών, κάτι αλλοδαποί αναρχικοί, η Παπαρήγα με σορτς, μερικές νέες γεύσεις Jacobs με άνηθο, με σέλερι και θυμάρι, ήταν και κάτι αυθαίρετα οικόπεδα γύφτων σε δασικές εκτάσεις και μπερδεύτηκαν περισσότερο. 
Τελικά ο δημοσιογράφος βγήκε σαστισμένος στο μεταμεσονύχτιο δελτίο ειδήσεων να αποκαταστήσει την αλήθεια. Όλα οφείλονταν σε μια μύγα που παρενέβη στον κομπιούτερ και άλλαξε τα στοιχεία, όπως στη γνωστή κινηματογραφική ταινία «Brazil». 
Η αλήθεια είναι πως «O Θεός είναι αυτός που δείχνει τον ήλιο με το δάχτυλο»
«Μην φοβάστε, τίποτα δεν θα αλλάξει…»                                         

ΟΙ ΑΦΙΣΕΣ ΤΟΥ ΛΩΤΡΕΚ


ΟΙ ΑΦΙΣΕΣ ΤΟΥ ΛΩΤΡΕΚ

                                                  Τα κανονικά παιδιά
                                                   Γεννιούνται κανονικά
                                                   Μεγαλώνουν κανονικά
                                                   Ονειρεύονται κανονικά
                                                   Ερωτεύονται κανονικά
                                                   Και πεθαίνουν κανονικά
                                                   Ω! πες μου μαμά
                                                   Πες μου τι γίνεται μ’ εκείνα τα παιδιά
                                                   Που αν και γεννιούνται κανονικά
                                                   Δε μεγαλώνουν κανονικά
                                                   Δεν ονειρεύονται κανονικά
                                                   Ουτε ερωτεύονται κανονικά
                                                   Πες μου αν πεθαίνουν
                                                   Πες μου πώς πεθαίνουν;
                                                   Πες μου αν πεθαίνουν κανονικά
                                                                                    
                                                                           ΓΙΑΝΝΗΣ ΑΓΓΕΛΑΚΑΣ





ΕΠΙΜΕΛΕΙΑ ΚΕΙΜΕΝΩΝ ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΗ ΤΑΚΗΣ ΠΟΛΙΤΗΣ
Είναι καιρός που ασχολούμαι με τη ζωή και το έργο του Λωτρέκ με απορίες αλλά και τεράστιο ενδιαφέρον. Οι ώρες μαζί του ήταν ξεκούραστες και κάθε μικρό στοιχείο, που ανακάλυπτα συμπλήρωνε το παζλ. Η όλη πορεία του, ο τρόπος ζωής του και το έργο του προϋποθέτουν τεράστια δύναμη ψυχής. Ο Λωτρέκ ήταν υπεράνθρωπος! Ξεπερνώντας τον πόνο και τη διαφορετικότητα λειτούργησε παραγωγικά, προσφέροντας στους μεταγενεστέρους πάνω από τριακόσια έργα σε πίνακες ζωγραφικής, αφίσες, γελοιογραφίες, εξώφυλλα βιβλίων, περιοδικών και σκηνικών, φωτίζοντας με τα χρώματά του τη μαυρίλα του κορεσμού και της στατικότητας, προσφέροντας με τη δύναμη του έργου του ένα αισιόδοξο μήνυμα ζωής!
Επηρεασμένος από τους Μανέ και Ντεγκά και από την Ιαπωνική χαρακτική αλλά και με κύριο το προσωπικό του στοιχείο, δηλαδή τον έρωτά του με την πραγματικότητα και την ίδια τη ζωή, έγινε εξερευνητής στην αναζήτηση «του παρόντος καιρού».
Μετά τον θάνατό του ο νεαρός τότε Ισπανός ζωγράφος Πάμπλο Πικάσο αφιέρωσε την πρώτη του έκθεση στο Παρίσι στον κοντορεβιθούλη αριστοκράτη Τουλουζ Λωτρέκ.
Το Παρίσι του Λωτρέκ δεν είναι εκείνο με τα μεγάλα μπουλβάρ και το Σαμπ-Ελυζέ, με τις άμαξες και τις κυρίες στις ιπποδρομίες αλλά μια νυχτερινή και φτωχή συνοικία, πλούσια όμως σε ταμπέλες, μουσική και γάμπες που κινούνται στο ρυθμό του καν-καν. Το βλέμμα του δεν είναι βλέμμα ενός ηδονοβλεψία, ενός θεατή αποκομμένου από τη σκηνή και τους πρωταγωνιστές. Σ’ αυτό το μεγάλο θέατρο που λέγεται Παρίσι ο Ανρί ερμηνεύει με ακρίβεια το ρόλο του, σε απόλυτη αρμονία με τους άλλους ηθοποιούς. Εκεί θα γνωρίσει τα κορίτσια, και ανάμεσά τους κάποια γενναιόδωρη χορεύτρια και θα βρει λίγη από την αγάπη ή μάλλον στοργή. Όμως την αληθινή αγάπη, αυτή που ο καθένας ονειρεύεται ο Λωτρέκ δεν θα την γνωρίσει ποτέ.
Η μεγαλύτερη ατραξιόν στη Μονμάρτη ήταν το Μουλέν Ρουζ όπου χορεύτριες όπως η Γκουλύ (καλοφαγού) χόρευαν έξαλα τις καντρίγιες που αργότερα θα επονομάζονταν «καν-καν». Για το Μουλέν Ρουζ θα έφτιαχνε ο Λωτρέκ την πρώτη του αφίσα με την τεχνική της λιθογραφίας.
Ο αριστοκρατικής καταγωγής Ανρί Μαρί Ραϋμόν ντε τουλούζ Λωτρέκ Μονφά ήταν αυτός που από τα χέρια του δημιουργήθηκαν σπουδαίες αφίσες που τον έκαναν παγκόσμια γνωστό με την καινούργια τεχνική της λιθογραφίας. Μ’ αυτόν τον τρόπο δινόταν στον καλλιτέχνη η δυνατότητα να σχεδιάσει επάνω στην πέτρα από την οποία θα εκτυπωνόταν η απεικόνιση. Ο Λωτρέκ δεν είναι o πρωτεργάτης της τέχνης της αφίσας ούτε της λιθογραφικής τεχνικής. Είναι όμως ο πιο τολμηρός, ο νεωτεριστής, είναι ο μεγάλος δημιουργός αφισών και λιθογραφιών, ο πιο παραγωγικός. Είναι αυτός που άλλαξε το ρόλο της αφίσας και την έκανε έργο τέχνης.
Στα πρώτα, αδιαμφισβήτητα μεγάλα, έργα του ο Λωτρέκ κατέγραψε τη ζωή του τσίρκου, του χορευτικού κέντρου, του καμπαρέ και του μιούζικ χολ, απεικονίζοντας συχνά τους ίδιους τους καλλιτέχνες. Τον τραβούσαν και οι πιο άσχημες πλευρές της νυχτερινής ζωής του Παρισιού. Για μεγάλα χρονικά διαστήματα άφηνε το σπίτι του και έμενε σε οίκους ανοχής, απεικονίζοντας εκείνες τις γυναίκες μ’ έναν προσγειωμένο τρόπο, οτιδήποτε άλλο παρά πορνογραφικό.
Ο Ανρί Μαρί Ραϋμόν ντε τουλούζ Λωτρέκ Μονφά γεννήθηκε στις 24 Νοεμβρίου 1864 στο Αλμπί της νοτιοδυτικής Γαλλίας. Προερχόταν από μια παλιά αριστοκρατική και εύπορη οικογένεια. Η σκοτεινή πλευρά των προγόνων του Λωτρέκ ήταν οι διαδοχικές ανά γενιές αιμομιξίες, που κατέληξαν στο γάμο των γονιών του, πρώτων εξαδέλφων.
Σαν αποτέλεσμα ο Λωτρέκ έπασχε, κατά πάσα πιθανότητα, από μια εκφυλιστική ασθένεια των οστών, υπεύθυνη για τα σοβαρά κατάγματα που έπαθε στους μηρούς από δυο ελαφρά πεσίματα το 1878 και το 1879. Τα κατάγματα έκαναν πολύ καιρό να θρέψουν και τελικά έγινε φανερό ότι τα πόδια του αγοριού, που βρισκόταν τότε στην εφηβεία, δε θα αναπτύσσονταν κανονικά.
Ο Λωτρέκ ήταν καταδικασμένος να γίνει ένας κοντόχοντρος, δύσμορφος άντρας, που θα κούτσαινε στηριζόμενος σ’ ένα μπαστούνι. Κι αυτή ακριβώς τη φιγούρα θα τη γελοιογραφούσε συχνά, προτιμώντας πάντα να λοιδορεί τον εαυτό του, παρά να τον οικτίρει.

Ποιος ήταν όμως ήταν πραγματικά ο Λωτρέκ;
Ήταν ο αριστοκράτης, ο μποέμ αλκοολικός, ο μεγάλος καλλιτέχνης. Εκεί που η μοίρα τον σημάδεψε με βαριές αναπηρίες, εκείνος ανακάλυψε έναν κόσμο διασκεδαστικό και συναρπαστικό και τον ιστόρησε με τη μεγαλύτερη ζωντάνια. Οι ηδονές και τα βίτσια της νυχτερινής ζωής του Παρισιού, φημισμένοι καλλιτέχνες και τα άσημα κορίτσια του δρόμου θα ζουν για πάντα μέσα από τα έργα του. Γιατί εκτός από ζωγράφος καθιερώθηκε και σαν μεγάλος λαϊκός καλλιτέχνης, ανοίγοντας το δρόμο σ’ ένα τολμηρό και χυδαίο για την εποχή μέσο την αφίσα. Εξαιρετικά δημιουργικός, αλλά και ταυτόχρονα αυτοκαταστροφικός, έζησε μ’ έναν τρόπο που τον οδήγησε στο θάνατο σε ηλικία μόλις τριάντα έξι χρονών.
Από το 1897 η σύφιλη και ο αλκοολισμός επηρέασαν αρνητικά τη συμπεριφορά του και το 1899 κλείστηκε σ’ ένα σανατόριο για αποτοξίνωση από το αλκοόλ. Σύντομα ξανάρχισε να πίνει πολύ αψηφώντας μια σειρά παραλυτικών επεισοδίων. 
Όταν προσβλήθηκε οριστικά από παράλυση, κατέφυγε στο σπίτι της μητέρας του, όπου πέθανε στις 9 Σεπτεμβρίου του 1901.
Το τεράστιο έργο του θα βελτιώνει την αισθητική όλων μας μιας και οι πίνακες του εκτίθενται σε μουσεία σε όλο τον κόσμο. Η μεγαλύτερη συλλογή βρίσκεται στο μουσείο Τουλούζ Λωτρέκ στη γενέτειρά του. Άφησε όμως και κληρονομιά πρωτοποριακές τεχνικές στη ζωγραφική και την αφίσα που επηρέασαν και επηρεάζουν νεότερους καλλιτέχνες.