Παρασκευή 10 Οκτωβρίου 2014

ΑΚΡΑ ΤΟΥ ΤΑΦΟΥ ΣΙΩΠΗ


           ΑΚΡΑ ΤΟΥ ΤΑΦΟΥ ΣΙΩΠΗ
                                                     Φίλοι που φεύγουν
που χάνονται μια μέρα
Φωνές τη νύχτα, μακρινές φωνές
μάνας τρελής στους έρημους δρόμους
Κλάμα παιδιού χωρίς απάντηση
Ερείπια
Σαν τρυπημένες σάπιες σημαίες
Εφιάλτες, στα σιδερένια κρεβάτια
Όταν το φως λιγοστεύει τα ξημερώματα.
(Μα ποιος με πόνο θα μιλήσει για όλα αυτά;)

                                ΜΑΝΟΛΗΣ ΑΝΑΓΝΩΣΤΑΚΗΣ
ΚΕΙΜΕΝΑ ΤΑΚΗΣ ΠΟΛΙΤΗΣ
«Άκρα του τάφου σιωπή».Υπάρχει νεκρός; Υπάρχει πτώμα; Γιατί δεν το βρίσκουν;
Είμαι στημένος στην κρατική τηλεόραση περιμένοντας με ανυπομονησία και περιέργεια την ταυτότητα του νεκρού. Τις ώρες και τις μέρες της αναμονής έμαθα την ταυτότητα του ληστή-τρομοκράτη (η λέξη τρομοκράτης είναι συνθέτη και αποτελείται από τις λέξεις τρόμος και κράτος). Είδα κατ’ επανάληψη ποδοσφαιρικούς αγώνες και αγώνες μπάσκετ από το 2006, 
τη συνέντευξη του Καραγκούνη για 61η φορά, τα 40χρονα της Ν.Δ. (ζωή σε λόγου μας).
Άκουσα την ομιλία του Παναγιώταρου στη Βουλή για το παρελθόν του Βορίδη.
Είπε πως ο βουλευτής της Ν.Δ, «το παιδί με το τσεκούρι» ήταν παρασυρμένος στα νιάτα του, όταν ήταν ακροδεξιός. Στην ίδια ηλικία όμως ο Μέγας Αλέξανδρος είχε καταχτήσει όλο τον κόσμο και ο Χριστός στα 33 του είχε σταυρωθεί και αναστηθεί.
Είδα τον πρωθυπουργό Αντώνη Σαμαρά στην Έκθεση Θεσσαλονίκης να μιλάει για ανάπτυξη. 
Δεν διευκρινίσαν αν είναι από τη φετινή του ομιλία ή την περσινή, γιατί και πέρυσι τα ίδια έλεγε.
Αλήθεια πώς μπορεί να υπάρξει ανάπτυξη με 1.500.000 ανέργους, με 2.000.000 κάτω από το όριο της φτώχειας και άλλα 2.000.000 που το πλησιάζουν.
Ποιο είναι το καράβι που έστριψε στο δρόμο της ανάπτυξης; Το υποβρύχιο που γέρνει;  
Τι έγινε με το πτώμα επιτέλους; Τον βρήκαν τον νεκρό; Ποιος είναι; Είναι άντρας ή γυναίκα; 
Θα αναπτυχθεί η περιοχή τουριστικά, θα ανοίξουν ίντερνετ καφέ, θα δημιουργήσουν τεχνητά ποτάμια να φέρουν κι έναν Σήφη και έναν κροταλία να ’ρχεται κι ο κόσμος από το εξωτερικό να φωτογραφίζεται;
Η Μακρή τσακώνεται με τον Τατσόπουλο στα facebook και στα twitter, ο Βενιζέλος με το Χρυσοχοίδη στη συνεδρίαση της κοινοβουλευτικής ομάδας του ΠΑΣΟΚ.
Ο Νικήτας Κακλαμάνης επιστρέφει στη Ν.Δ. Η κακή σήμανση σκοτώνει πέντε αθώους ανθρώπους στην Εγνατία οδό. Φαντάροι χάνονται άδικα σε καιρό ειρήνης και οι παρθένες στη Βουλή θίγονται από την καταγγελία του Δραγασάκη για διαπλοκή. Ζητούν ονόματα, τηλέφωνα και διευθύνσεις, λες και δεν τα γνωρίζουν.
Οι Κούρδοι σφάζονται από τους Τζιχαντιστές κάτω από το αδιάφορο βλέμμα του Ερντογάν. 
Ο έμπολα επισκέφτηκε την Ευρώπη και την Αμερική, την Τουρκία και την Κύπρο κι εγώ εξακολουθώ σα μαλάκας να παρακολουθώ επαναλήψεις ποδοσφαιρικών αγώνων και μπάσκετ στο κρατικό κανάλι και να πληρώνω.
Η μαλακία στη χώρα μου, στην πόλη μου, σε όλο της το μεγαλείο.                        
Τα σούργελα τσακώνονται στις τοπικές εφημερίδες, αν στα καφενεία παράγγειλαν τσίπουρα ή ούζα 
κι οι απορίες μου δε λύθηκαν.
Σπατάλησα ατελείωτες ώρες και νεκρός δε βρέθηκε.

Πέμπτη 9 Οκτωβρίου 2014

ΤΟ ΜΕΝ ΠΝΕΥΜΑ ΠΡΟΘΥΜΟΝ Ο ΔΕ ΜΑΡΞ ΑΣΘΕΝΗΣ


      ΤΟ ΜΕΝ ΠΝΕΥΜΑ ΠΡΟΘΥΜΟΝ
             Ο ΔΕ ΜΑΡΞ ΑΣΘΕΝΗΣ
Χαμήλωσε 
Από ψηλά δεν ζωγραφίζονται τα όνειρα
Δεν διακρίνεται η αλήθεια
Χαμήλωσε
Μην σφίγγεις
Τα χρώματα πολύ μη σφίγγεις μες τη χούφτα σου
Δε βλέπεις που το κόκκινο θέλει να δραπετεύσει
Ξεκρέμασε
Τις φλόγες απ’ τις υψικάμινους ξεκρέμασε
Και τη σκουριά των καραβιών από το λαιμό σου
Και πήγαινε
Και πήγαινε ανάμεσα τους, πήγαινε
Με το πουκάμισο σου ανοιγμένο
                                                                                      ΑΝΤΩΝΗΣ ΚΟΛΥΒΑΣ

ΚΕΙΜΕΝΑ ΤΑΚΗΣ ΠΟΛΙΤΗΣ
Ανοιχτή επιστολή προς τον Πρωθυπουργό των Ελλήνων
Κύριε πρωθυπουργέ, συγκινητική ήταν η ομιλία σας για την αντιμετώπιση της οικονομικής  κρίσης. Ιδιαιτέρα, όταν αναφερθήκατε στους μισθωτούς που σας συναντούν στο δρόμο και σας προσφέρουν το μισθό τους.
Μου θυμίζει παλιές ένδοξες στιγμές του έθνους μας: Τεπελένι, Κορυτσά, Άγιοι Σαράντα και το πανευρωπαϊκό στην Πορτογαλία.
Αισθάνομαι όμως ενοχές και τύψεις γιατί δεν μπορώ να ανταποκριθώ με τη θυσία του μισθού μου. Είμαι ελεύθερος  επαγγελματίας… Εμείς οι ελεύθεροι επαγγελματίες  αντιμετωπίζουμε τo ΦΠΑ, 
τα λουκέτα, τα χρέη στο ασφαλιστικό ταμείο και στις τράπεζες. Ξέρετε, οι περισσότεροι είμαστε ανασφάλιστοι (χωρίς γιατρούς και φάρμακα) λόγω οικονομικών εκκρεμοτήτων με τα ταμεία. 
Επίσης αντιμετωπίζουμε  το πάγωμα των μισθών και των συντάξεων των πελατών, τους  έμμεσους φόρους, τη λιτότητα, τους ελέγχους από τους ισχυρούς της Ε.Ε. και νιώθουμε έντονα στο πετσί μας την οικονομική κρίση, που θα επιδεινώσει την ακινησία της αγοράς.
Αλλά καλύτερα! Να κλείσουν επιτέλους τα μικρομάγαζα που δεν έχουν καλά-καλά ταμειακή μηχανή ώστε να τους ελέγχετε από τη φοροδιαφυγή και στη θέση τους επιτέλους να έρθουνε οργανωμένα πολυκαταστήματα των πολυεθνικών, που θα πουλάνε από προφυλακτικά με γεύση φράουλα μέχρι αυτοκίνητα και κότερα.
Έτσι θα κάνουμε οικονομία και στη βενζίνη. Δεν θα παίρνουμε αλλού εφημερίδα και τσιγάρα 
και αλλού ψωμί και κουλούρια, αλλού ρούχα και παπούτσια. Σ’ ένα μέρος όλα. 
Και έτσι θα είναι ικανοποιημένη και η Μέρκελ.
Επιτρέψτε μου όμως να προσφέρω από το υστέρημά μου για τη σωτηρία της χώρας  μας μια  
Αγγλική λίρα παλαιάς κοπής, που μου έκανε δώρο η γιαγιά μου στα βαφτίσια μου, μια φλοκάτη πράσινη ελαφρώς μεταχειρισμένη, ένα γιαούρτι ληγμένο από την εποχή της υπογραφή της απογραφής από τον υπουργό Οικονομικών Αλογοσκούφη, το δίσκο του Τζίμη Πανούση, Vivere Pericolosamente, ένα κουτί Friskies (μου έμειναν από το σκύλο μου που αυτοκτόνησε για αισθηματικούς λόγους), ένα αγαλματίδιο από το μουσείο  Περγάμου στο Βερολίνο, την ταινία 
σε μορφή DVD  «Το παλαμάρι του βαρκάρη», ένα αυτόγραφο του Τσαλίκη, ένα κουτί Μακεδονικού χαλβά με γεύση πορτοκάλι και σοκολάτα, δυο προφυλακτικά ληγμένα (δεν πρόλαβα να τα αξιοποιήσω),  ένα κασκόλ του Θρύλου καθώς και μια αφίσα του Ομπάμα. Επίσης την εθελοντική μου κατάταξη στον ελληνικό στρατό για το Αφγανιστάν. Αν δε με χρειάζεστε για το στρατό να με ενημερώσετε έγκαιρα  μήπως και προλάβω να ζητήσω πολιτικό άσυλο στη Ρωσία. 
«Στη Μόσχα Αδελφές μου, στη Μόσχα!»                                                     
                                                        
                                                        Μετά τιμής, εκτιμήσεως, 
                                                       συμπάθειας και θαυμασμού
                                                       Ο ίδιος

Τι όμορφα που θα ’τανε ό,τι επιθυμείς να απλώνεις το χέρι και να το παίρνεις. 
Να, όπως ένα μήλο, ένα πορτοκάλι. Να μη χρειάζεται να στερηθείς ή να διεκδικήσεις. 
Απλά να απλώνεις το χέρι σου 
και να το παίρνεις……….
Να μη δουλεύεις και όλη μέρα να λιάζεσαι, να απολαμβάνεις τη φύση και τα αγαθά της. 
Μακριά από τα κομπιούτερ, τις τηλεοράσεις, τα αυτοκίνητα, τις ηλεκτρικές σκούπες και τα κομπρεσέρ. 
Να μην περιμένεις να φτάσεις στα 67 σου (αν δεν τα ’χεις τινάξει μέχρι τότε…) για μια σύνταξη πείνας, που δεν θα σε φτάνει καλά-καλά για να πληρώσεις τα πάγια και τα φάρμακά σου, που κι αυτά καταλήξανε να γίνουν πάγια….
Κάπως έτσι έπλασε ο Θεός τις προνομιούχες μαϊμούδες που απλώνουν το χέρι και παίρνουν 
τις μπανάνες, σκύβουν στην πηγή και πίνουν νερό, ζουν στα δέντρα και δεν πληρώνουν ενοίκιο, χαίρονται τον έρωτα και τη ζωή. Ενώ εμείς πληρώνουμε ενοίκιο, φως, νερό, τηλέφωνο, λογιστές, εφορίες, ασφάλειες, σούπερ μάρκετ, ρούχα, αξεσουάρ και τα γαμησιάτικα των πολιτικών.
Το μεν πνεύμα πρόθυμο ο δε Μαρξ ασθενής, όπως θα έλεγε και ο γλωσσοπλάστης και φιλόσοφος Φατσέας.
Κάποια όμως κατάρα μας βαραίνει να ζούμε τόσο άδικα.
Φταίει το προπατορικό αμάρτημα; Φταίει ο καπιταλισμός; «Φταίει το ζαβό το ριζικό μας; Φταίει ο Θεός που μας μισεί; Φταίει το κεφάλι το κακό μας; Φταίει πρώτα από όλα το κρασί; Ποιος φταίει; Ποιος φταίει; Κανένα στόμα δεν το βρε και δεν τόπε ακόμα.»*
Τι να φταίει όμως που από καθαρές ευθύνες πολιτικών και κυβερνήσεων καλείται
ο ελληνικός λαός να αποπληρώσει το χρέος; Θυμάστε το θεατρικό του Ντάριο Φο
«Δεν πληρώνω δεν πληρώνω…»; Αυτή είναι  η σωστότερη  λύση.
Αφού πρώτα κατασχεθούν οι περιουσίες των πολιτικών που διαχειρίστηκαν τα οικονομικά του κράτους και αύξησαν το χρέος, αφού πληρώσουν τις κομπίνες, τις ρεμούλες, τις μίζες και τα σκάνδαλα, αφού καταλήξουν εκεί που τους αξίζει….
Αφού τους φορέσουν οριζόντιες ρίγες σαν τους Νταλτον, για να μην πω και «πίσσα με πούπουλα».
Μόνο τότε έχουν δικαίωμα να ζητούν από τον ελληνικό λαό τη συμμετοχή του.
Αρκετά έχει περάσει τούτος ο λαός με «παραμύθι την ελπίδα» για την αλλαγή.
Μια ζωή, όσο θυμάμαι τον εαυτό μου «μονόπλευρη λιτότητα» και θυσίες ζητούν.
Βάλτε και σεις καμιά φωνή να φοβηθούνε οι άνανδροι. Είναι δειλοί, απατεώνες και καρεκλοκένταυροι. Και σεις πρέπει να ξέρετε πως τίποτα δεν αλλάζει με την παθητικότητα 
και την τηλεόραση.
Αν δεν αντιδράσετε  «ΕΙΣΤΕ ΑΞΙΟΙ ΤΗΣ ΜΟΙΡΑΣ ΣΑΣ!»

*Απόσπασμα από τους «Μοιραίους» του Κώστα Βάρναλη

Τρίτη 7 Οκτωβρίου 2014

ΜΑΣΚΑ



                                                                  ΜΑΣΚΑ


Σε Διονυσιακή γιορτή το πρόσωπο του Διόνυσου έκλεψε, 
και ο ίδιος θεός φώναζε πως ήταν.
Ο ιερέας θεός εγένετο κι ήταν θεός.
Ο άντρας γυναίκα παρίστανε και ήταν γυναίκα, θεά, μέδουσα
Το προσωπείο πρόσωπο γίνεται κι έτσι με κάνει να γελώ,
να ονειρεύομαι, να κλαίω, να κρύβομαι, η να φαίνομαι.
Να δείχνω με τόλμη ό,τι η ιστορία δεν θέλησε να καταγράψει.
Και με τη δύναμη που ένα έργο τέχνης αποκτάει,
καταγράφει πολιτισμό.
Από την απλή μουτσούνα στο καρναβάλι της Θράκης
ως τη μάσκα θανάτου του Αγαμέμνονα
Κι έτσι αλλάζοντας πρόσωπα
θα δυναμώσω τα κείμενα των τραγικών ποιητών
στην κωμωδία και στο δράμα.
Μορφή θα δίνω στο καλό και στο κακό!
Θα γίνω τέρας, μάγισσα και ξωτικό,
Αζτεκος,Ίνκα, Μάγια, ινδιάνος της Αλάσκα.
Θα γίνω μασκαράς στην πλατεία του Σαν Μάρκο,
στο καρναβάλι του Ρίο και στα βουνά των Άλπεων.
Δύτης και σφουγγαράς στην Κάλυμνο.
Με μάγους και Παπούα στη Νέα Γουινέα
Γιατρός, Ζορό και ηθοποιός της παντομίμα.
Σε μαγικούς χορούς και τελετές στη Σπάρτη
τιμώντας την Αρτέμιδα.
Και σε γιορτές κρασιού με Σάτυρους και με μαινάδες.
Στην Ιαπωνία με το θέατρο του Νο και τα Καμπούκι
Και με τις μάσκες ομορφιάς στα ινστιτούτα.

                                                                       ΤΑΚΗΣ ΠΟΛΙΤΗΣ

Η ΑΛΙΚΗ ΣΤΗ ΧΩΡΑ ΤΩΝ ΠΟΙΗΜΑΤΩΝ


                                      Η ΑΛΙΚΗ
                    ΣΤΗ ΧΩΡΑ ΤΩΝ ΠΟΙΗΜΑΤΩΝ
Αλίκη πάρ’ το παραμύθι και με χεράκι τρυφερό 
δεσ’ το με τ’ άλλα όνειρά σου, στης μνήμης σου το θησαυρό 
σαν ανθοδέσμη μαζεμένη, από ένα μακρινό αγρό
                                                                     ΛΙΟΥΙΣ ΚΑΡΡΟΛ
ΚΕΙΜΕΝΑ-ΕΠΙΛΟΓΗ ΠΟΙΗΜΑΤΩΝ ΤΑΚΗΣ ΠΟΛΙΤΗΣ
Και η Αλίκη κύλησε στον μαγικό κόσμο της ποίησης. Μόνο που εδώ δεν κύλησε στο παραμύθι αλλά σε πολιτισμούς αιώνων. Από τα Ορφικά και τον Όμηρο, τους ψαλμούς του Δαβίδ και του Ρωμανού του Μελωδού, στους ύμνους του Σολομώντος, τον Ερωτόκριτο του Βιτσέντσου Κορνάρου, την Οδύσσεια του Καζαντζάκη και τα δημοτικά μας τραγούδια. Από ένα μοιρολόι της Μάνης και της Ηπείρου, ένα κλέφτικο, ένα ριζίτικο, ένα τζιβαέρι, ένα αντάρτικο ως και ένα σημερινό ΗΙΡ-ΗΟΡ τραγούδι. Από τους μεγάλους ποιητές μας κι από τη χώρα που γεννάει ποιητές. Αλλά και τον Μποντλαίρ, το Ρεμπώ, τον Έλιοτ, τον Πόε, το Λόρκα, το Νερούντα, τον Μπρεχτ, τον Γκίνσμπεργκ και τόσους άλλους από την παγκόσμια ποίηση. Η επιλογή των ποιημάτων που ακολουθούν έγινε από καθαρά συναισθηματικούς λόγους.Τα περισσότερα απ’ αυτά είναι μελοποιημένα, έχουν γίνει τραγούδια, τραγουδηθήκαν και αγαπηθήκαν από χιλιάδες κόσμο στον πλανήτη. Και είναι ο «ΜΙΚΡΟΚΟΣΜΟΣ» του Τούρκου ΝΑΖΙΜ ΧΙΚΜΕΤ, η στέρηση της ελευθερίας, ο αγώνας για τα ανθρώπινα δικαιώματα, η τρομολαγνία, οι τρομονόμοι και η λογική της υπερίσχυσης του ισχυροτέρου. «ΑΥΡΙΟ ΜΠΟΡΕΙ ΝΑ ΜΑΣ ΣΚΟΤΩΣΟΥΝ» του ποιητή του ΕΠΙΤΑΦΙΟΥ και της ΡΩΜΙΟΣΥΝΗΣ, του ποιητή που μελοποίησαν οι μεγάλοι μας συνθέτες και τραγουδήθηκε από εκατοντάδες χιλιάδες στις διαδηλώσεις, στις πορείες, στις ταβέρνες, στα γιαπιά, στα Πανεπιστήμια, στον αντιδικτατορικό αγώνα, όχι όμως στις Ακαδημίες και στα Νόμπελ. «ΠΕΣΑΤΕ ΘΥΜΑΤΑ» του ΦΩΤΗ ΑΓΓΟΥΛΕ, ο επικήδειος για τα θύματα της αντίστασης και η υπόσχεση πως ο αγώνας συνεχίζεται. Απόσπασμα από το «ΓΕΡΜΑΝΙΚΟ ΕΓΧΕΙΡΙΔΙΟ ΠΟΛΕΜΟΥ» του αγωνιστή της ειρήνης ΜΠΕΡΤΟΛΤ ΜΠΡΕΧΤ. «Ο ΠΟΝΟΣ ΤΗΣ ΜΑΝΑΣ» του ΗΛΙΑ ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΥ, η μάνα που χάνει το παιδί της στον πόλεμο και δεν υπάρχει πια νόημα ζωής για εκείνη. Το « ΑΝΤΙΣΤΑΘΕΙΤΕ»του ιδιόρρυθμου φίλου ΜΙΧΑΛΗ ΚΑΤΣΑΡΟΥ που είχα την τιμή να γνωρίσω και που μας προτρέπει να αντισταθούμε στα πάντα. «ΔΡΟΜΟΙ ΠΑΛΙΟΙ» του ποιητή της νίκης και της ήττας ΜΑΝΟΛΗ ΑΓΑΓΝΩΣΤΑΚΗ. Το τρυφερό «ΜΙΚΡΗ και ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΕΝΙΑ» του ΝΕΡΟΥΝΤΑ και η χιουμοριστική εξοικείωση με το θάνατο στο «ΤΡΑΓΟΥΔΙ ΤΗΣ ΦΥΓΗΣ» του ΚΩΣΤΑ ΒΑΡΝΑΛΗ.
Η αιώνια πίστη στο «ΟΥΛΑΛΟΥΜ» του ΓΙΑΝΝΗ ΣΚΑΡΙΜΠΑ, που μελοποιήθηκε από τον αξέχαστο ΝΙΚΟΛΑ ΑΣΙΜΟ. Ο ύμνος στον έρωτα με την «ΕΧΕΜΥΘΕΙΑ» του ΑΝΤΡΕΑ ΕΜΠΕΙΡΙΚΟΥ. Η γυναικεία εκπροσώπηση και το «ΥΠΟΓΕΙΟ» από τη ΡΙΤΑ ΜΠΟΥΜΗ-ΠΑΠΑ κι ένας ατέλειωτος μαραθώνιος λέξεων χωρίς ανάσα με το «ΟΥΡΛΙΑΧΤΟ» του ΑΛΛΕΝ ΓΚΙΝΣΜΠΕΡΓΚ, και το «ΛΙΚΝΙΣΤΕΙΤΕ ΜΑΖΙ ΜΟΥ» του ΤΣΑΡΛΣ ΜΠΟΥΚΟΦΣΚΙ. Μεγαλώνουμε και χάνεται το αυθόρμητο και το ανέμελο «ΓΕΡΝΑΣ ΚΑΙ ΣΚΟΤΕΙΝΙΑΖΕΙ» από τον ΤΑΣΟ ΛΕΙΒΑΔΙΤΗ.
Ο «ΕΛΕΓΚΤΗΣ» του ΜΙΛΤΟΥ ΣΑΧΤΟΥΡΗ και το «ΚΑΛΟ ΤΑΞΙΔΙ» του ΚΩΣΤΑ ΚΑΡΥΩΤΑΚΗ. Και για πριν το τέλος άφησα τα δυο ποιήματα του ΚΩΣΤΑ ΤΡΙΠΟΛΙΤΗ: Η «ΑΛΙΚΗ», σύγχρονο ποίημα που περιγράφει τα προβλήματα της σημερινής κοινωνίας. Η Αλίκη γίνεται «μηχανή θανάτου» μεταφέροντας με τον έρωτα το θάνατο που κυλάει στις φλέβες της και σκορπίζει τη μάστιγα του αιώνα, το AIDS. Το «ΠΡΟΕΔΡΕ….» ένα ποίημα οργής και διαμαρτυρίας.Τελευταίο ο «ΑΜΛΕΤ ΤΗΣ ΣΕΛΗΝΗΣ » του ΜΑΝΟΥ ΕΛΕΥΘΕΡΙΟΥ τραγουδήθηκε στα πρόσφατα γεγονότα με τη δολοφονία του μαθητή Αλέξανδρου από αστυνομικό, στα σχολεία, στα πανεπιστήμια, στις συγκεντρώσεις, στους δρόμους. Και με αυτό κλείνει το ταξίδι της Αλίκης, αυτή τη φορά όχι σαν παραμύθι μα σαν όνειρο, σαν ταξίδι, αλλά και σαν περιγραφή της σκληρής πραγματικότητας.

Καλή ανάγνωση.




Ήταν ατέλειωτη η μέρα
κι ως νύχτωνε σε μια γωνια
μ’ ένα τσιγάρο του πατέρα
τους άντρες παίζαμε κρυφά
Τώρα η μέρα σε τρομάζει
γύρω αποτσίγαρα σωρός
και πια δεν είναι γυρισμός
Γερνάς και σκοτεινιάζει
Γέλια παιδιών έξω απ’ το σπίτι
πέτρες στην τσέπη της ποδιάς
μα έφτανε ένα νεκρό σπουργίτι
για να σε κάνει να πονάς
Τώρα η μέρα σε τρομάζει
γύρω αποτσίγαρα σωρός
και πια δεν είναι γυρισμός
Γερνάς και σκοτεινιάζει

ΤΑΣΟΣ ΛΕΙΒΑΔΙΤΗΣ


Και, να, τι θέλω τώρα να σας πω:
μες τις Ινδίες, μέσα στην πόλη της Καλκούτας
φράξαν το δρόμο σ’ έναν άνθρωπο
αλυσοδέσαν έναν άνθρωπο κει που εβάδιζε
Να το λοιπόν γιατί δεν καταδέχομαι
να υψώσω το κεφάλι στ’ αστροφώτιστα διαστήματα
θα πείτε: τ’ άστρα είναι μακριά
κι γη μας τόσο δα μικρή
Ε, το λοιπόν ότι και να είναι τ’ άστρα εγώ τη γλώσσα μου τους βγάζω
Για μένα το λοιπόν το πιο εκπληκτικό
πιο επιβλητικό πιο μυστηριακό και πιο μεγάλο
Είναι ένας άνθρωπος που τον μποδίζουν να βαδίζει
Είναι ένας άνθρωπος που τον αλυσοδένουνε.
                                                                       
 ΝΑΖΙΜ ΧΙΚΜΕΤ

Με τη ριπή του ανέμου στα μαλλιά                                        
της γυναικός που στροβιλίζεται μεσ’ το σαλόνι
Και παίρνει τη ζωή όπως της έρχεται
Και με στολίδια και παιδιά
Που τη λατρεύουν κι όλο λέγουν τ’ όνομά της
Και με τους άντρες που σηκώνουν
Όρθιο το χέρι τους στον ουρανό
Μεσ’ την εξαίσια λειτουργία των παλμών τους
Στο στρόβιλο του βαλς που πλησιάζει
Τα στήθη του στα στήθη της γυναίκας.

ΑΝΔΡΕΑΣ ΕΜΠΕΙΡΙΚΟΣ


Καλό ταξίδι, αλαργινό καράβι μου στου απείρου
και στης νυχτός την αγκαλιά, με τα χρυσά σου φώτα!
Να ’μουν στην πλώρη σου ήθελα, για να κοιτάζω πίσω
για να κοιτάζω να περνούν τα όνειρα τα πρώτα.
Η τρικυμία στο πέλαγος και στη ζωή να παύει,
μακριά μαζί σου φεύγοντας πέτρα να ρίχνω πίσω,
να μου λικνίζεις την αιώνια θλίψη μου, καράβι,
δίχως να ξέρω που με πας και δίχως να γυρίσω!
                                               
ΚΩΣΤΑΣ ΚΑΡΥΩΤΑΚΗΣ


Δρόμοι παλιοί π’ αγάπησα και μίσησα ατέλειωτα
κάτω απ’ τους ίσκιους των σπιτιών να περπατώ,
νύχτες των γυρισμών αναπότρεπτες κι η πόλη νεκρή
Την ασήμαντη παρουσία μου βρίσκω σε κάθε γωνιά,
κάμε με να σ’ ανταμώσω κάποτε φάσμα χαμένο του πόθου μου
Κι εγώ ξεχασμένος κι ατίθασος περπατώ κρατώντας μια σπίθα
τρεμόσβηστη στις υγρές μου παλάμες.
Και περπατούσα μέσα στη νύχτα χωρίς να γνωρίζω κανένα
κι ούτε κανένας με γνώριζε.

ΜΑΝΟΛΗΣ ΑΝΑΓΝΩΣΤΑΚΗΣ


Είσαι μικρή και τριανταφυλλένια
Μικρή τριανταφυλλένια
Κι άλλες φορές μικρούλα και γυμνή
Νομίζω πως χωράς μες την παλάμη μου
Κι έτσι δα να κάνω
Σε σφίγγω και σε φέρνω
Μπροστά στο στόμα μου
Είσαι μικρή και τριανταφυλλένια
Μικρή τριανταφυλλένια
Του έρωτά σου η ορμή
Μοιάζει πελάγου κύμα
Τα μάτια σου πλατύτερα απ’ τον ουρανό
Που μόλις τα μετράω
Και σκύβω μες το στόμα σου
Τη γη για να φιλήσω

PABLO NERUDA

Χαμογελάμε κατά μέσα 
Αυτό το χαμόγελο το κρύβουμε τώρα
Παράνομο χαμόγελο
Όπως παράνομος έγινε κι ο ήλιος
Παράνομη και η αλήθεια
Κρύβουμε το χαμόγελο
όπως κρύβουμε στην τσέπη μας
τη φωτογραφία της αγαπημένης μας
Όπως κρύβουμε την ιδέα της λευτεριάς
ανάμεσα στα δυο φύλλα της καρδιάς μας
Όλοι εδώ πέρα έχουμε έναν ουρανό
και το ίδιο χαμόγελο
Αύριο μπορεί να μας σκοτώσουν…….
Αυτό το χαμόγελο κι αυτόν τον ουρανό
Δεν μπορούν να μας τα πάρουν.

ΓΙΑΝΝΗΣ ΡΙΤΣΟΣ


Όλη τη μέρα που ’λειπες το σπίτι μας ρημάδι
Κι όμως πως ήταν όμορφο σαν γύριζες το βράδυ
κι ας τρώγαμε ξερό ψωμί κι ας έλειπε το λάδι
κι ας έλειπαν τα κάρβουνα φτάνει που ήσουν κοντά μου.
Αχ, πως στο κάθε χτύπημα της πόρτας η καρδιά μου
ραγίζονταν, αγόρι μου, και μου ’φευγε η λαλιά μου.
Θυμάσαι τις τριανταφυλλιές μπροστά στο περιβόλι
που ανθίζανε την άνοιξη και πια στην κάθε σκόλη
γιομίζαμε τριαντάφυλλα την αγκαλιά μας όλη
κι ο γέρος ο πατέρας σου καμάρωνε κι αντάμα
καμάρωνα κι η δόλια εγώ, κι αν έκλαιγα-τι θάμα!
περισσότερο ξαλάφρωνε η καρδιά μου με το κλάμα.
Μεγάλωσες. Δε μ’ άκουγες. Έφευγες όλη μέρα.
Κι όταν τα βράδια μου έλεγες «Η λευτεριά μητέρα
θα ρθεί», μ’ αγγίζαν την καρδιά τα λόγια σαν φοβέρα.
Μ’ αν μου ’φευγες πρωί-πρωί, προτού να φέξει, μόνος
κι αργοκυλούσαν οι ώρες μου, κάθε στιγμή ένας χρόνος
το ’ξερα πως θα γύριζες κι ήταν γλυκός ο πόνος.
Τώρα στο παραγώνι μας κουβαριασμένη ρέβω
σαν αστραποκαμένη ελιά, και πια δεν σε γυρεύω
κι ’ναι ψηλός ο ανήφορος και δεν μπορώ ν’ ανέβω.
Γιατί δεν άκουες, γιόκα μου, τη μάνα που σ’ εγέννα;
Κι αν έρθει τώρα η Λευτεριά που’ ν’ όλα ρημαγμένα
Τι να την κάνω αγόρι μου γλυκό, χωρίς εσένα;

ΗΛΙΑΣ ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ


Ήταν σα να σε πρόσμενα, Κερά,
απόψε που δεν έπνεε όξω ανάσα,
κ’ έλεγα:  θα’ ρθει απόψε απ’ τα νερά
κι από τα δάσα!
Θα’ ρθει αφού φλετ’ράει μου η ψυχή,
αφού σπαρά το μάτι μου σαν ψάρι,
και θα μυρίζει φώτα και βροχή
το νιο φεγγάρι!...
Και να, το κάθισμα σου συγυρνώ,
στολνώ την κάμαρά μου αγριομέντα,
και να, μαζί σου κιόλας αρχινώ
χρυσή κουβέντα:
Πως, να, θα μείνει ο κόσμος με το «μπα»
που μ’ έλεγε τρελόν πως είχες γίνει
καπνός και –τάχας- σύγνεφα θαμπά
προς τη σελήνη…
Νύχτωσε και δε φάνηκες εσύ…
Κίνησα να σε βρω στο δρόμο -ωϊμένα!-
μα σκούνταφτες (όπου εσκούνταφτα), χρυσή,
κ’ εσύ με μένα……..
Τόσο πολύ μ’ αγάπησες, Κερά,
που άκουγα διπλά τα βήματά μου!
Πάταγα γω –στραβός- μες τα νερά;
Κ’ εσύ κοντά μου!...

ΓΙΑΝΝΗΣ ΣΚΑΡΙΜΠΑΣ


Τους ήλιους δεν εμέτρησες που σε ζητήσαν τόσα χρόνια
Πού ’σαι γυναίκα με γαλάζια τσίνορα
Σ’ έκρυψε στο φουστάνι της, η μαραμένη κοπέλα
Πέντε χειμώνες σ’ έθαψαν σε χιόνι λασπερό.
Μεγάλη νυχτερίδα τρέφεται απ’ τη νιότη σου
Γι’ αυτό νωρίς βραδιάζει πριν χορτάσεις
Το μεσημέρι καίει στα ψηλά δώματα
Το κύμα του το ξανθό λούζει τους δρόμους
Πεθαίνεις με τους ποιητές κάθε ηλιοβασίλεμα
Τα χέρια σου μυρίζουν απ’ τα μαλλιά τους
Χτυπάει η καμπάνα που δεν πιστεύεις πια
Σε ξένη αυλή συνομιλείς με το φεγγάρι
Σού ’φερε ο Μυλόζ φέτος την άνοιξη
Την πείνα σου ποιος άλλος μπορούσε να νοιαστεί
Φουρτούνιασε τη γειτονιά το φιλντισένιο αμάξι του
Γίνου όμορφη, γίνου όμορφη, στα περιβόλια θα σε δείξει.
Έχεις ένα χαμόγελο από μαργαριτάρια
Ψαράδες σικελοί στο ταίριασαν να το φοράς
Ψάξε και βρες το πριν σε κλείσει η νύχτα
Σ’ ένα υπόγειο βαθύτερα από τούτο.

ΡΙΤΑ ΜΠΟΥΜΗ-ΠΑΠΑ



Ξεγέλασες τους ουρανούς με ξόρκια -μαύρη φλόγα-
πως η ζωή χαρίζεται χωρίς να ανατραπεί.
Κι όλα τα λόγια των τρελών που ήταν δικά μας λόγια
τα μάγευες με φάρμακα στην άσωτη σιωπή.
Πενθούσες με τους Έρωτες γυμνός και μεθυσμένος
γιατί με τους αθάνατους είχες λογαριασμούς.
Τις άριες μιας όπερας τραύλιζες νικημένος
μιας επαρχίας μαθητής μπροστά σε δυο χρησμούς.
Τι ζήλεψες τι τα ’θελες τα ένδοξα Παρίσια;
Έτσι κι αλλιώς ο κόσμος πια παντού είναι τεκές.
Διεκδικούσες θαύματα που δίνουν τα χασίσια
και παραισθήσεις όσων ζουν μέσα στις φυλακές.
Και μια βραδιά που ντύθηκες ο Άμλετ της Σελήνης
έσβησες μ’ ένα φύσημα τα φώτα της σκηνής.
Και μονολόγους άρχισες κι αινίγματα να λύνεις
μιας τέχνης και μιας εποχής παλιάς και σκοτεινής.
  
ΜΑΝΟΣ ΕΛΕΥΘΕΡΙΟΥ
( ΣΤΗ ΜΝΗΜΗ ΤΟΥ ΓΙΩΡΓΟΥ ΧΕΙΜΩΝΑ)


Κάμερες κρυμμένες καταγράφουν άδειες φάτσες, η ζωή στο φωτοαντιγραφικό
Λούμπεν και πληβείοι αναλώνονται στις πιάτσες, η απόγνωση σε πρώτο Ενικό
Άμβωνες ουρλιάζουν το μεγάφωνο του μίσους, λεκιασμένες των Αγίων οι μορφές
Έδρανα και Νόμοι προστατεύουνε τους Κροίσους, χειροπέδες και πεντάπικρος καφές
Φέρνουν σκυλοπνίχτες λαοθάλασσες της φρίκης, στα αμπάρια φτώχεια και Αρμαγεδών
Πρόεδρε σου ανήκουν, είναι λάφυρα της Νίκης , που ζητούν στον ήλιο μοίρα κι εμβαδόν
Γέφυρες δακρύων άνθρωποι και κατσαρίδες, ονειρεύονται υπόγειους ουρανούς
Πρόεδρε σου λέω: Της καρέκλας σου οι βίδες μια-μια σπάζουν, με ύπουλους τριγμούς
Ισοβίως βρέχει στις ψυχές των ηττημένων, γκρίζα λάσπη, κάθε ψίθυρος βροχή
Ροζ πολυεστέρας τ’ άστρο των προσκυνημένων, που δοξάζει αίσχος και συνενοχή
Μαύρο οξειδωμένο το παγκάρι του σαράφη, πληθυσμοί στα νύχια των χρηματιστών
Μέλλον, μέλλον, μέλλον, στην εξώπορτά σου γράφει «Το κατάστημα προσωρινώς κλειστόν»
Νάυλον η σάρκα χύμα σταφ οι ζαρντινιέρες, τα αισθήματα στην πούδρα και το τζελ
Πρόεδρε η σιωπή σου σαβανώνει στους αιθέρες της οργής τα βέβηλά μου ντεσιμπέλ
Έδεμ των εμπόρων η ανθρώπινη οδύνη, οι οθόνες καπηλεύονται το φως
Πρόεδρε της πατρίδας έχεις όλη την ευθύνη, αλλ’ εσύ ποτέ δεν περπατάς σκυφτός.

 ΚΩΣΤΑΣ ΤΡΙΠΟΛΙΤΗΣ

Ένας μπαξές
γεμάτος αίμα
είν’ ο ουρανός
και λίγο χιόνι
Έσφιξα τα σχοινιά μου
πρέπει
και πάλι
να ελέγξω τα αστέρια.
Εγώ
κληρονόμος πουλιών
πρέπει
έστω και με σπασμένα φτερά
να πετάω…….

ΜΙΛΤΟΣ ΣΑΧΤΟΥΡΗΣ


Πάνω στου πελάου το σπιθάτο αφρό
έστησα χορό φεύγω αναχωρώ
Έκανα φτερά κι έγινα  πουλί
Γεια χαρά καλή και μην κλαις πολύ
Θάνατος εδώ και ανθρωποσφαγή
τούτη η μαύρη γη κόκκινη πληγή
Μέσα στην καρδιά κόβω κάθε τι
που με συγκρατεί  απ’ τη λάσπη αυτή
Βούλωσα τ’ αυτιά και μνημονικό
για να μην ακώ τίποτα κακό
Ντύθηκα γαμπρός από καινουργείς
Άστρο της αυγής έβγα να με δεις
Φεύγω για Θεός σε νησί τρανό
μες το γαλανό τον ωκεανό
Άνεμος φυσά παίρνει με και πα
κι η καρδιά χτυπά όλα χαρωπά
Παίρνει με και πα πούλουδο αλαφρό
Πάντα με χορό φεύγω αναχωρώ

ΚΩΣΤΑΣ ΒΑΡΝΑΛΗΣ

Στρατηγέ, το τανκ σου είναι δυνατό μηχάνημα
θερίζει δάση ολόκληρα, κι  εκατοντάδες άντρες αφανίζει
Μόνο που έχει ένα ελάττωμα: Χρειάζεται οδηγό.
Στρατηγέ, το βομβαρδιστικό σου είναι πολυδύναμο
πετάει πιο γρήγορα απ’ τον άνεμο,
κι απ’ τον ελέφαντα σηκώνει βαρος πιο πολύ
Μόνο που έχει ένα ελάττωμα: Χρειάζεται πιλότο.
Στρατηγέ, ο άνθρωπος είναι χρήσιμος πολύ
ξέρει να πετάει, ξέρει και να σκοτώνει.
Μόνο που έχει ένα ελάττωμα: Ξέρει να σκέφτεται.

ΜΠΕΡΤΟΛΤ  ΜΠΡΕΧΤ

Πέσατε θύματα αδέλφια εσείς
σε άνιση μάχη κι αγώνα
Ψωμί λευτεριά και τιμή του λαού,
γυρεύοντας βρήκατε μνήμα
Συχνά σε υγρές σκοτεινές φυλακές
σκληρές επεράσατε μέρες
και μ’ ένα του δήμιου λόγο, ευθύς
σας φέραν μπροστά στην κρεμάλα
Μεθούν οι τυράννοι και μες το πιοτό
τη λήθη γυρεύουν να βρούνε
μα οι μέρες τους τώρα, μετρήθηκαν πια
και τέλος φρικτό τους προσμένει.
Θεριεύει ο γίγαντας τώρα λαός
και σπάει τα δεσμά κι αλυσίδες
Αιώνια η μνήμη σε σας αδελφοί
στον τίμιο που πέσατε αγώνα.
  
ΦΩΤΗΣ ΑΓΓΟΥΛΕΣ

Αντισταθείτε, σ’ αυτόν που έχει ένα μικρό σπιτάκι
και λέει καλά είμαι εδώ
Αντισταθείτε, σ’ αυτόν που πάλι γύριζε στο σπίτι
και λέει Δόξα σοι ο Θεός
Στον Περσικό τάπητα των πολυκατοικιών
τον κοντό άνθρωπο του γραφείου
στην εταιρεία εισαγωγαί  εξαγωγαί
στην κρατική εκπαίδευση και στο φόρο
αντισταθείτε σε μένα ακόμα που ιστορώ
Αντισταθείτε, σ’ αυτόν που χαιρετά απ’ την εξέδρα
ώρες ατέλειωτες τις παρελάσεις
Στον πρόεδρο του Εφετείου αντισταθείτε,
στις μουσικές, τα τούμπανα και τις παράτες,
σ’ όλα τα ανώτερα συνέδρια που φλυαρούνε
πίνουν καφέδες σύνεδροι συμβουλατόροι
σ’ αυτή την αγνή κυρία που μοιράζει έντυπα αγίων,
λίβανον και σμύρναν.
Αντισταθείτε, σ’ όλους αυτούς που λέγονται μεγάλοι
και γράφουν λόγους πλάι στην θερμάστρα
Στις φοβερές σημαίες των κρατών και τη διπλωματία,
στα εργοστάσια πολεμικών υλών,
σ’ αυτούς που λένε λυρισμό τα ωραία λόγια
στα γλυκερά τραγούδια με τους θρήνους
στους θεατές, στον άνεμο…
Αντισταθείτε

ΜΙΧΑΛΗΣ ΚΑΤΣΑΡΟΣ

Λικνιστείτε μαζί μου όλα τα θλιμμένα
τρελοί σε πέτρινα κτήρια χωρίς πόρτες
λεπροί που αναβλύζετε αγάπη και τραγούδι
βάτραχοι που προσπαθείτε να σκιαγραφήσετε τον ουρανό
Λικνιστείτε μαζί μου θλιμμένα πράγματα
δάχτυλα σκισμένα σε κάποιο σιδεράδικο
γεράματα σα φλούδια προγεύματος
Μεταχειρισμένα βιβλία μεταχειρισμένοι άνθρωποι
Μεταχειρισμένα λουλούδια μεταχειρισμένη αγάπη
σας χρειάζομαι.
Αυτό έχει φύγει σαν άλογο ή σκυλί
νεκρό ή χαμένο ή αδυσώπητο
σας χρειάζομαι.             

ΤΣΑΡΛΣ ΜΠΟΥΚΟΦΣΚΙ

Η Αλίκη στη χώρα των θαυμάτων
Με το ζόρι στριμωγμένη, απ’ το γέρο της δαρμένη
Από μπάτσους καρφωμένη, για σωρεία εγκλημάτων
Η Αλίκη φωτισμένη φέρει ίχνη εγκαυμάτων
Η Αλίκη αποκλεισμένη του παραμυθιού η Αλίκη
σε ένα άσυλο ανιάτων
Η Αλίκη στη χώρα των θαυμάτων
Με μια φλέβα βαρεμένη, σε μια ζάλη ναρκωμένη
Από λόγια χτυπημένη, των δικών της συνθημάτων
Η Αλίκη ερεθισμένη είναι μηχανή θανάτου
Η Αλίκη αποκλεισμένη του παραμυθιού η Αλίκη
Σ’ ένα άσυλο ανιάτων.

ΚΩΣΤΑΣ ΤΡΙΠΟΛΙΤΗΣ

Είδα τα καλυτέρα μυαλά της γενιάς μου χαλασμένα απ’ την τρέλα,
Λιμασμένα υστερικά γυμνά, να σέρνονται μες απ’ τους νέγρικους δρόμους την αυγή
γυρεύοντας μια φλογισμένη δόση φτωχοί και κουρελήδες με βαθουλωμένα μάτια,
που φτιαγμένοι ξενυχτούσαν στο υπερφυσικό σκοτάδι παγωμένων διαμερισμάτων,
αρμενίζοντας πάνω απ’ τις κορφές των πόλεων αφοσιωμένοι στη τζαζ,
που άνοιγαν το μυαλό τους στα Ουράνια κάτω απ’ τον εναέριο σιδηρόδρομο
και βλέπανε αγγέλους μουσουλμάνους τρεκλίζοντας
φωτισμένοι σε ταράτσες λαϊκών πολυκατοικιών
που αποβλήθηκαν απ’ τις Ακαδημίες γιατ’ ήσαν λέει τρελοί
κι εξέδιδαν άσεμνες ωδές στα παράθυρα της νεκροκεφαλής
που τρέμανε σ’ αξύριστα δωμάτια με τα εσώρουχα,
καίγοντας τα λεφτά τους σε καλάθια αχρήστων
και στήνοντας τ’ αυτί στον Τρόμο μεσ’ απ’ τον τοίχο
μπουρδολογώντας ουρλιάζοντας ξερνοβολώντας ψιθυρίζοντας
γεγονότα και μνήμες κι’ ανέκδοτα και πλάκες που σπάσανε
και σοκ νοσοκομείων και φυλακών και πολέμων
ολόκληρες διάνοιες που ξεράστηκαν με απόλυτη ακρίβεια
επτά μέρες και νύχτες με μάτια που άστραφταν,
κρέας για τη Συναγωγή πεταμένο στο πεζοδρόμιο
που έκαναν τρύπες από τσιγάρο στα μπράτσα τους
διαμαρτυρόμενοι για τη ναρκωτική καταχνιά του ταμπάκου
του καπιταλισμού
που έσπασαν κλαίγοντας σε λευκά γυμναστήρια γυμνοί
και τρέμοντας μπροστά στις μηχανές άλλων σκελετών
που βήχανε στον έκτο όροφο στεφανωμένοι με φλόγα
κάτω απ’ το φυματικό ουρανό
πλαισιωμένοι από πορτοκαλιά σαράβαλα θεολογίας
που ορνιθοσκαλίζανε όλη νύχτα ροκεντρολλάροντας
ανυπέρβλητες επωδές
που στο κίτρινο πρωινό ήταν στροφές ασυναρτησιών
που μαγείρεψαν σάπια ζώα πνευμόνια καρδιές πόδια ουρές
κάνοντας όνειρα για το αγνό βασίλειο των φυτών
που χωθήκανε κάτω από φορτηγά –ψυγεία κρεάτων
ψάχνοντας για ένα αυγό
που πέταξαν τα ρολόγια τους από την ταράτσα
για να ρίξουν την ψήφο τους υπέρ της αιωνιότητας
έξω απ’ τον Χρόνο, και ξυπνητήρια πέφταν στα κεφάλια τους,
καθ’ όλη την επόμενη δεκαετία,
που κόψανε τις φλέβες τους τρεις φορές συνέχεια ανεπιτυχώς
το πήρανε απόφαση και αναγκάστηκαν να ανοίξουν μαγαζιά με αντίκες
όπου νιώθαν πως γερνούν και κλαίγανεκαι
γύρισαν μετά από χρόνια στ’ αλήθεια φαλακροί
αλλά μ’ ένα ματωμένο κεφάλι και τα δάκρυα
και τα δάχτυλα, στην ολοφάνερη καταδίκη της τρέλας
των θαλάμων των τρελών πόλεων
που στα δυσώδη δωμάτια λογομαχώντας με τους αντίλαλους της ψυχής
χορεύοντας ροκ στις μεσονύχτιες παντέρημες εκτάσεις της αγάπης,
ένα όνειρο ζωής ένας βραχνάς σώματα που γινήκαν πέτρα
Βαριά σαν το φεγγάρι.

 ΑΛΛΕΝ ΓΚΙΝΣΜΠΕΡΓΚ

 





Δευτέρα 6 Οκτωβρίου 2014

ΓΙΑΝΝΗΣ ΡΙΤΣΟΣ


       ΕΚΑΤΟ ΧΡΟΝΙΑ ΑΠΟ ΤΗ ΓΕΝΝΗΣΗ
                     ΤΟΥ ΓΙΑΝΝΗ  ΡΙΤΣΟΥ             


ΤΗΝ ΕΠΙΛΟΓΗ ΤΩΝ ΠΟΙΗΜΑΤΩΝ ΚΑΙ ΤΩΝ ΕΙΚΑΣΤΙΚΩΝ ΕΡΓΩΝ 
ΤΟΥ ΓΙΑΝΝΗ ΡΙΤΣΟΥ ΕΠΙΜΕΛΗΘΗΚΕ Ο ΤΑΚΗΣ ΠΟΛΙΤΗΣ

Ο ποιητής της Σονάτας  του Σεληνόφωτος και της Εαρινής συμφωνίας, του Επιτάφιου και της Ρωμιοσύνης, αγωνιστής της εθνικής αντίστασης και οραματιστής ενός καλυτέρου κόσμου περνώντας πολλά χρόνια από τη ζωή του σε φυλακές και εξορίες, εκτός από τα ποιήματά του που έγιναν τραγούδια και τραγουδηθήκαν απ’ όλο τον κόσμο δημιούργησε και έργα τέχνης με υλικά που έβρισκε στους τόπους της εξορίας, ζωγράφιζε επάνω σε πέτρες, σε ρίζες από καλάμια, σε πακέτα από τσιγάρα Ήταν ένα μέρος της πολυσύνθετης προσφοράς του στο σύγχρονο παγκόσμιο πολιτισμό. Επίσης και ένα μήνυμα δύναμης δράσης  προς τον έξω  κόσμο για την υπεράσπιση  του ωραίου, της ανθρώπινης αξίας και των παγκόσμιων  ιδανικών.



Το φως κελαηδάει άιντε κελαηδάει
στις φλέβες του χόρτου και της πέτρας
Άξιζε να υπάρξουμε για να συναντηθούμε
Απλώνουμε τα χέρια στον ήλιο και τραγουδάμε

Μπορεί να αποκτήσουμε μια νέα επαφή με τη φύση
κοιτώντας πίσω απ’ το σύρμα ένα κομμάτι θάλασσα
τις πέτρες, τα χορτάρια ή κάποιο σύγνεφο στο λιόγερμα
βαθύ, βιολετί, συγκινημένο

Άφησέ με να ρθω μαζί σου
Όταν έχει φεγγάρι μεγαλώνουν οι σκιές,
μες το σπίτι αόρατα χέρια τραβούν τις κουρτίνες,
ένα δάχτυλο αχνό γράφει στη σκόνη του πιάνου
λησμονημένα λόγια

Άφησέ με να ρθω μαζί σου
Α, φεύγεις; Καληνύχτα
Όχι δε θαρθω. Καληνύχτα
Εγώ θα βγω σε λίγο….
Ευχαριστώ γιατί επιτέλους πρέπει να βγω
απ’ αυτό το τσακισμένο σπίτι.
Πρέπει να δω λιγάκι πολιτεία
όχι όχι το φεγγάρι
την πολιτεία με τα ροζιασμένα χέρια
την πολιτεία του μεροκάματου
την πολιτεία που ορκίζεται στο ψωμί
και στην γροθιά της
την πολιτεία που όλους μας αντέχει στη ράχη της
με τις μικρότητές μας με τις κακίες
τις  έχτρες μας με τις φιλοδοξίες
την άγνοιά μας τα γερατειά μας

Να ακούσω τα μεγάλα βήματα της πολιτείας
να μην ακούω πια τα βήματά σου
μήτε τα βήματα του θεού
μήτε και τα δικά μου βήματα
Καληνύχτα.

«Σκέψου η ζωή να τραβάει το δρόμο της
Και συ να λείπεις
Να ’ρχονται οι άνοιξες με τα διάπλατα παράθυρα
Και συ να λείπεις
Να ’ρχονται τα κορίτσια στα παγκάκια του κήπου
με τα χρωματιστά φορέματα
και συ να λείπεις»

Όταν κατά το μεσημέρι βρέθηκε στο κέντρο του αρχαίου θεάτρου Νέος, 
Έλληνας αυτός, ανύποπτος, ωστόσο ωραίος όπως και εκείνοι.
Έβαλε μια κραυγή. Όχι θαυμασμού, τον θαυμασμό δεν τον ένοιωσε διόλου 
κι αν τον ένοιωθε σίγουρα δεν θα τον εκδήλωνε
Μια απλή κραυγή ίσως απ’ την αδάμαστη χαρά της νεότητάς του
ή για να δοκιμάσει την ηχητική του χώρου
Απέναντι πάνω απ’ τα κάθετα βουνά η ηχώ αποκρίθηκε
η Ελληνική ηχώ, που δεν μιμείται  ούτε επαναλαμβάνει
μα συνεχίζει απλώς, σ’ ένα ύψος απροσμέτρητο 
την αιώνια ιαχή του Διθυράμβου

Η πέτρα σταυρωμένη από τον άνεμο-
Ο άνεμος, η σιγαλιά-
Δεν ακούγεται τίποτα
μόνο το καρδιοχτύπι της πέτρας
Κι η πέτρα της καρδιάς που δουλεύεται
με το θυμό και τον πόνο
βαριά, σιγά και σταθερά

Τούτοι  οι γερόντοι δε μιλάνε.
Τα παιδιά τους βγήκαν στο κλαρί.
Ετούτοι χώσαν την καρδιά τους στο βουνό
σαν ένα βαρέλι με μπαρούτι.
Δίπλα στα μάτια τους έχουν ένα δεντράκι καλοσύνη,
ανάμεσα στα φρύδια τους ένα γεράκι δύναμη,
κι ένα μουλάρι από θυμό μες την καρδιά τους
που δε σηκώνει  τ’ άδικο.

Κρύβουμε το χαμόγελο
όπως κρύβουμε στην τσέπη μας
τη φωτογραφία της αγαπημένης μας
Όπως κρύβουμε την ιδέα της λευτεριάς
ανάμεσα στα δυο φύλλα της καρδιάς μας.
Όλοι εδώ πέρα έχουμε έναν ουρανό
και το ίδιο χαμόγελο.
Αύριο μπορεί να μας σκοτώσουν…….
Αυτό το χαμόγελο κι αυτόν τον ουρανό
Δεν μπορούν να μας τα πάρουν.
  

Σάββατο 4 Οκτωβρίου 2014

Η ΑΛΙΚΗ ΣΤΙΣ ΧΩΡΕΣ ΤΟΥ ΠΟΛΕΜΟΥ


   Η ΑΛΙΚΗ ΣΤΙΣ ΧΩΡΕΣ ΤΟΥ ΠΟΛΕΜΟΥ

ΚΕΙΜΕΝΑ ΤΑΚΗΣ ΠΟΛΙΤΗΣ
Να την πάλι η Αλίκη στην «ΑΥΓΗ ΤΗΣ ΟΔΥΣΣΕΙΑΣ» συναισθηματικά φορτισμένη και φοβισμένη από τους κρότους και τις φωτιές του πολέμου. Δεν τους συνήθισε ακόμα κι ας ήταν εκεί: στο Βιετνάμ, στη Χιροσίμα, στη Γιουγκοσλαβία, στον πόλεμο του Κόλπου, στο Αφγανιστάν, στη λωρίδα της Γάζας.
Δεν συνηθίζεται  ο ανθρώπινος πόνος. Ήταν εκεί όταν οι σωτήρες της ειρήνης σκόρπησαν  ραδιενέργεια, όταν βομβάρδισαν νοσοκομεία. Αντίκρισε τον πόλεμο στο βλέμμα τραυματισμένων και ορφανών παιδιών. Τώρα είναι εκεί, στον πόλεμο του φύλαρχου με τους αποικιοκράτες,  που επιβάλουν την ειρήνη εξοντώνοντας λαούς, σκορπώντας το θάνατο σε άμαχο πληθυσμό.
 Κι όσοι απέμειναν γίνονται  μετανάστες σε ξένους τόπους,  σε συνθήκες πείνας, εξαθλίωσης και παντελούς  έλλειψης ανθρώπινης αξιοπρέπειας.
Όμως σε συνθήκες πολέμου, δεν ζούμε και μείς; Δεν ζούμε τον ψυχολογικό πόλεμο της αβεβαιότητας, του φόβου και της ανασφάλειας;
Στην πλατεία Εξαρχείων τα παγκάκια είναι άδεια. Τα φώτα σβηστά. Μόνο μια μελωδία σιγοτρίζει, που έρχεται από απροσδιόριστο τόπο και χρόνο και διασκορπίζεται  
«Πλέκω στιχάκια κι έχω ένα φόβο να μη χτυπήσει το τηλέφωνο
και  ειν' ο τύπος απ' το κράτος που ελέγχει αν υπακούει το φερέφωνο»
Πού πας φερέφωνο; Τα κοράκια κι οι νεκροθάφτες περιμένουν το φαγοπότι για να γιορτάσουν πάνω απ’ τα πτώματα. Στον τοίχο γραμμένο με κόκκινο σπρέι «Δε θα πεθάνουμε ποτέ κουφάλα νεκροθάφτη!»
Θέλω να κλαίω. Θέλω να γελάω. Αλλά θέλω και να διαλέγω τη στιγμή  μόνη μου, ψιθύρισε η Άλικη. Δεν  χρειάζομαι προστάτες.
Κι η ιστορία αρχίζει…….
Ας αφήσουμε τη δύναμη του λόγου και της εικόνας για τη συνέχεια…..

Τρεκλίζω στον άνεμο χωρίς άλλο ρούχο,
διπλωμένος με το ντουφέκι μου, παγωμένος και ασταθής.
(Σαν ήμουνα μικρός καθρεφτιζόμουνα στα ρυάκια της πατρίδας μου
δεν ήμουν πλασμένος για τον πόλεμο)!
                                      ΝΙΚΗΦΟΡΟΣ ΒΡΕΤΤΑΚΟΣ
                                 

                                 Ι
Αυτοί που βρίσκονται ψηλά λένε: Πόλεμος και ειρήνη
είναι δυο πράγματα ολότελα διαφορετικά
Όμως η ειρήνη τους και ο πόλεμός τους
μοιάζουν όπως ο άνεμος κι η θύελλα
Ο πόλεμος γεννιέται απ’ την ειρήνη τους
καθώς ο γιος από την μάνα
Έχει τα δικά της απαίσια χαρακτηριστικά
Ο πόλεμός τους σκοτώνει
ό, τι άφησε όρθιο η ειρήνη τους

                                

                            ΙΙ
Όταν αυτοί που είναι ψηλά μιλάνε για ειρήνη
ο απλός λαός ξέρει πως έρχεται ο πόλεμος
Όταν αυτοί που είναι ψηλά καταριούνται τον πόλεμο
οι Διαταγές για επιστράτευση έχουν υπογραφεί

                         
                         ΙΙΙ
Τούτος ο πόλεμος που έρχεται
δεν είναι ο πρώτος
Πριν απ’ αυτόν γίνανε κι άλλοι πόλεμοι
Όταν ετέλειωσε ο τελευταίος
υπήρχαν νικητές και νικημένοι
Στους νικημένους ο φτωχός λαός
πέθαινε απ’ την πείνα
Στους νικητές ο φτωχός λαός
πέθαινε το ίδιο
                  
                        
                       ΙV
Σαν θα’ ρθει η ώρα της πορείας
πολλοί δεν ξέρουν
πως επικεφαλής βαδίζει ο εχθρός τους
Η φωνή που διαταγές τους δίνει
είναι του εχθρού τους η φωνή
Κι εκείνος που για τον εχθρό μιλάει
είναι ο ίδιος τους ο εχθρός

                   ΜΠΕΡΤΟΛΤ ΜΠΡΕΧΤ


Σε δυο λεφτά θ’ ακουστεί το παράγγελμα «Εμπρός»
Απόψε θα χτυπήσεις ανελέητα και θα χτυπηθείς
Θα τραβήξεις μπροστά τραγουδώντας ρυθμικά εμβατήρια
Σ’ ένα λεφτό πρέπει πια να μας δώσουν το σύνθημα…
(Κι εγώ που’ χω μια ψυχή παιδική και δειλή
που δεν θέλει τίποτα άλλο να ξέρει απ’ την αγάπη
κι εγώ πολεμώ τόσα χρόνια χωρίς, Θεέ μου να μάθω γιατί;
Και δε βλέπω μπροστά τόσα χρόνια παρά μόνο το δίδυμο αδερφό μου).

“Ποιήματα που μας διάβασε ένα βράδυ ο λοχίας Ότο V”
                                                            ΜΑΝΟΛΗΣ  ΑΝΑΓΝΩΣΤΑΚΗΣ


Πολεμούσαμε απ' το βράδυ ως το πρωί –
τατζούμ παπατζούμ
Από 'δω εμείς από κει και οι εχθροί
Κι ούτε νερό - εν δυο
Ούτε ψωμί - τρία τέσσερα
Κι ούτε νερό, ούτε ψωμί ούτε φαΐ
Βασιλιάς πατρίς θρησκεία μας οδηγεί
Πλημμύρισε από αίμα όλη η γη
Να όμως που το άλλο βράδυ φτάνει
Αρκετοί είναι οι εχθροί
Μας σφίγγει μια σωματική ανάγκη
Δεν παίρνει αναβολή
Τα όπλα παρατάμε
Και πίσω από τα δέντρα πάμε
Το ίδιο κι οι εχθροί
Κι ακολουθούν κι οι αξιωματικοί
Τώρα όλα πήγανε στο βρόντο
Πατρίς θρησκεία βασιλιάς
Κι έμεινε ο κυρ Πόλεμος στον τόπο
Σαν απόπληκτος μπαμπάς
Έγινε ειρήνη για λόγους "ανωτέρας βίας"
Ας κράταγε, αλήθεια, για όλη τη μικρή ζωή μας
                                    ΔΙΟΝΥΣΗΣ ΣΑΒΒΟΠΟΥΛΟΣ


Οι νικητές σκουπίσανε τα ματωμένα τους σπαθιά
στ' άσπρα δίχως ραφές πουκάμισα των νικημένων.
Κι η γη π' όλοι μαζί την είχαν τραγουδήσει
Κι η γη που την οργώσανε τ' αδερφικά τους χέρια
ποδοπατήθηκε απ' τα πέταλα των αλόγων
που φτάσαν το πρωί μπρος το παλάτι της Αδριανούπολης
Νικήθηκαν!
                                                           ΝΑΖΙΜ ΧΙΚΜΕΤ   


Ολαρί - α, ο λα ρά, χιόνι πέφτει από ψηλά
χιόνι πέφτει και σκεπάζει την αυλή μας, το μυαλό μου φτερουγίζει μακριά
χιόνι πέφτει και σκεπάζει τη σκεπή μας και το άρρωστο σκυλί μας ξεψυχά
Ολαρία - ολαρά, μαύρο τύμπανο χτυπά
τα παιδιά που αγαπούν τα στρατιωτάκια, τ’ αλογάκια και τα ξύλινα σπαθιά
βρικολάκιασαν σε τούτα τα στιχάκια, έλα μέσα και μίλα πιο σιγά
Ολαρία - ολαρά, δάγκωσε με πιο βαθιά
Αχ, ο Όλιβερ Τουίστ χαμογελάει και ο Χίτλερ του χαϊδεύει τα μαλλιά
διαμαντένιο δαχτυλίδι του φοράει και πετούν αγκαλιασμένοι μακριά
Ολαρία - ολαρά, με σουραύλια και βιολιά
θα βρεθούμε όλοι μαζί στο πανηγύρι, θα ’ναι όλη η παλιά μας συντροφιά
και θα πιούμε από το ίδιο το ποτήρι και την πιο πικρή γουλιά
Ολαρία - ολαρά, γύρω - γύρω τα παιδιά
ο μαρκήσιος Ντε Σαντ μ’ ένα χίπη, ο φονιάς με το θύμα αγκαλιά
ο γραμματέας μαζί με τον αλήτη κι η παρθένα με τον σατανά
Όλα είναι μακρινά κι ευτυχισμένα
και το χιόνι πέφτει από ψηλά
τα ζευγάρια στροβιλίζονται πιο πέρα
κι η κοπέλα μου αστράφτει από χαρά.
                                               ΔΙΟΝΥΣΗΣ ΣΑΒΒΟΠΟΥΛΟΣ



Πόσους δρόμους πρέπει ένας άντρας να διαβεί,
πριν ο άλλος ΑΝΘΡΩΠΟ τον πει;
Πόσες θάλασσες πρέπει το αγριοπερίστερο να περάσει,
πριν η αμμουδιά της θάλασσας το σώμα του σκεπάσει;
Πόσες ακόμα βολές τα κανόνια πρέπει  να  ρίξουν
πριν για πάντα  σωπάσουν;
Η απάντηση, φίλε μου, υπάρχει σαν πνοή του αγέρα,
η απάντηση είναι  πνοή στον αέρα.
Πόσα χρόνια μπορεί το βουνό να υπάρξει
πριν η θάλασσα τ’ αρπάξει;
Πόσα χρόνια μπορεί ο άνθρωπος να ζει
πριν  ελευθερωθεί;
Πόσα αυτιά ένας άνθρωπος πρέπει να  έχει
για να ακούσει τον πόνο και τα βάσανα των άλλων;
Πόσους θανάτους θα πρέπει να ζήσει,
πόσα τα μάτια του να δουν  για να χορτάσουν
μέχρι να φανεί πως πέθαναν χιλιάδες;
Η απάντηση, φίλε μου, υπάρχει σαν πνοή στον αγέρα.
η απάντηση είναι  πνοή στον αέρα.
                                                  ΜΠΟΜΠ ΝΤΥΛΑΝ


ΦΩΝΑΞΕ
η ζωή μας χάνεται πάει
ΔΙΑΛΥΣΕ
τη σκόνη που σκεπάζει το φως
Ο ΘΑΝΑΤΟΣ
διακοπές στο Σαράγιεβο πάει
ΞΥΠΝΗΣΕ
στις ειδήσεις τα βλέπεις και τρως.
Απόψε τα βλέπω διπλά
ήλιος λάμπει κι ας είναι μεσάνυχτα
δυο τσιγάρα πολύ δυνατά
κι εκτοξεύομαι μες το διάστημα .
Μια οθόνη μου δείχνει μηδέν
εποχές που δεν γίνονται θαύματα
ένα στόμα φωνάζει πως
δεν θα με πείσεις με χίλια τεχνάσματα
                             MAGIC DE SPELL.


Τ ’ όνειρο του παιδιού –  τ’ όνειρο της μάνας
είναι η Ειρήνη.
Τα λόγια της αγάπης κάτω από τα δέντρα
είναι η Ειρήνη.
Ο πατέρας που γυρνάει τ’ απόβραδο
μ’ ένα φαρδύ χαμόγελο στα μάτια
είναι η Ειρήνη.
Ειρήνη είναι ένα ποτήρι,
ένα ποτήρι με γάλα ζεστό
κι ένα βιβλίο μπροστά στο παιδί,
στο παιδί που ξυπνάει.
Αδέρφια μου,
μες στην ειρήνη διάπλατα ανασαίνει
όλος ο κόσμος με όλα τα όνειρά του,
δώστε τα χέρια αδέρφια μου
αυτό είναι Ειρήνη.
                          ΓΙΑΝΝΗΣ ΡΙΤΣΟΣ

Λευτεριά, Λευτεριά σχίζει, δαγκάνει
τους ουρανούς το στέμμα σου. Το φως σου,
χωρίς να καίει, τυφλώνει το λαό σου.
Πεταλούδες χρυσές οι Αμερικάνοι,
λογαριάζουν, πόσα δολάρια κάνει
σήμερα το υπερούσιο μέταλλό σου.
Λευτεριά, Λευτεριά, θα σ' αγοράσουν
έμποροι και κονσόρτσια κι εβραίοι.
Είναι πολλά του αιώνα μας τα χρέη,
πολλές οι αμαρτίες, που θα διαβάσουν
οι γενεές, όταν σε παρομοιάσουν
με το πορτρέτο του Dorian Gray.
Λευτεριά, Λευτεριά, σε νοσταλγούνε,
μακρινά δάση, ρημαγμένοι κήποι,
όσοι άνθρωποι προσδέχονται τη λύπη
σαν έπαθλο του αγώνα, και μοχθούνε,
και τη ζωή τους εξακολουθούνε,
νεκροί που η καθιέρωσις τους λείπει.
               ΚΩΣΤΑΣ ΚΑΡΥΩΤΑΚΗΣ


Σιγά σιγά αδειάσανε οι δρόμοι και τα σπίτια,
όμως ακόμη κάποιος έμεινε και τρέχει να προφτάσει
Και ρυθμικά χτυπήσανε μια-μια οι ώρες
κι ανοίξανε πόρτες και παράθυρα μ' εξαίσιες αποκεφαλισμένες μορφές
Ύστερα ήρθανε τα λάβαρα, οι σημαίες κι οι φανφάρες
κι οι τοίχοι γκρεμιστήκανε απ' τις άναρθρες κραυγές
Πτώματα ακέφαλα χορεύανε τρελά και τρέχανε σα μεθυσμένα
όταν βαρούσανε οι καμπάνες
Τότε, θυμάσαι, που μου λες: Ετέλειωσεν ο πόλεμος!
Όμως ο Πόλεμος δεν τέλειωσεν ακόμα.
Γιατί κανένας πόλεμος δεν τέλειωσε ποτέ!
                            ΜΑΝΟΛΗΣ ΑΝΑΓΝΩΣΤΑΚΗΣ