Κυριακή 25 Μαΐου 2014

Η ΑΛΙΚΗ ΣΤΗ ΧΩΡΑ ΤΩΝ ΤΡΟΪΚΑΝΩΝ



Η ΑΛΙΚΗ ΣΤΗ ΧΩΡΑ ΤΩΝ ΤΡΟΪΚΑΝΩΝ
Έι, εσείς που σουλατσέρνετε,
βγάλτε τα χέρια από τις τσέπες.
Πάρτε μαχαίρι, πέτρα, μπόμπα,
κι αν είναι κανείς σας δίχως χέρια
ναρθεί να χτυπηθεί με κουτουλιές


ΚΕΙΜΕΝΑ ΤΑΚΗΣ ΠΟΛΙΤΗΣ
Παγκόσμια μέρα ποίησης. Δύσκολοι καιροί για την Αλίκη. Νιώθει αδύναμη να ανταπεξέλθει στους σημερινούς ρόλους. Θα μπορούσε να μεταμορφωθεί σε φοιτήτρια που αγωνίζεται κατά του σχεδίου Αθηνά, σε μετανάστρια που ψάχνει για μια θέση στον ήλιο, σε άνεργη μητέρα που η οικονομική κρίση δεν της επιτρέπει να φροντίσει τα παιδιά της. Το μόνο που μπορεί να κάνει είναι να παρακολουθεί τις εξελίξεις από μακριά.
-Δεν ζω, απλά επιβιώνω. Νιώθω σαν ένα ντεπόζιτο αυτοκινήτου, που το γεμίζουν για να κινηθεί …

Πάει. Αυτό ήταν.
Χάθηκε η ζωή μου φίλε
μέσα σε κίτρινους ανθρώπους
βρώμικα τζάμια
κι ανιστόρητους συμβιβασμούς.

Άρχισα να γέρνω
σαν εκείνη την ιτιούλα
που σού ’χα δείξει στη στροφή του δρόμου.
Και δεν είναι που θέλω να ζήσω.
Είναι το γαμώτο που δεν έζησα.

Καθαρά Δευτέρα. Άπλωναν τα χέρια στα συνεργεία του δήμου.
Η ζωή τραβάει την ανηφόρα στο λόφο του Φιλοπάππου για μια λαγάνα.
Καμιά Δευτέρα δεν είναι καθαρή……
Οι λαγάνες τέλειωσαν, οι νηστικοί δεν πρόφτασαν ……
-Ανέβηκα τζάμπα την ανηφόρα κι έχω έξι παιδιά να ταΐσω. Τι να τους πω;…
Δεν έχω έμπνευση. Δεν υπάρχει λογοτεχνικός οίστρος. Στην τηλεόραση τα είδα όλα.

Το ξέρω πως καθένας μοναχός πορεύεται στον έρωτα,
μοναχός στη δόξα και στο θάνατο.
Το ξέρω. Το δοκίμασα. Δεν ωφελεί.
Άφησε με να έρθω μαζί σου.

Υπάρχει τόση μοναξιά, τόση μελαγχολία, νέες μορφές κατάθλιψης, που τις γεννάει το σύγχρονο οικονομικό καπιταλιστικό σύστημα. Αυτοκτονίες, αλλά και νέοι άνθρωποι που έφυγαν απ’ τη ζωή σκασμένοι από το άγχος και τα προβλήματα.


Ένα καράβι της φυγής, ένα γλυκό καράβι,
στα όνειρά μου έρχεται και μπαίνει κάθε βράδυ...
Στην πλώρη γράφει λεύτερος στην πρύμνη δεν αντέχω
κι έχει στα άλμπουρα ψηλά, ό,τι εγώ δεν έχω...
Κι ο καπετάνιος με ρωτά κι ο καπετάνιος λέει,
μήπως πεινάς, μήπως διψάς,  κι είσαι σκοτεινιασμένος ; 
«Μήτε πεινώ, μήτε διψώ, μα ψάχνω μια πατρίδα
γιατί δεν έχω μια μεριά, να γύρω το κορμί μου,
αν με προδώσει η θάλασσα, ο σκύλος κι η καλή μου...»
Ένα καράβι της φυγής ένα γλυκό καράβι,
στα όνειρά μου έρχεται και φεύγει κάθε βράδυ....

Παρακολουθεί με μάτια γκρίζα τις εξελίξεις στο νησί της Αφροδίτης. Τα παπαγαλάκια της τηλεόρασης, τα φερέφωνα, γίνονται πιο σκληρά κι από τους θύτες. Οι διαπραγματευτές προφυλάσσουν τα νώτα τους. Το έχουν κάνει και στο παρελθόν. Αυτοί που γράφουν την ιστορία χορεύουν μεθυσμένοι ευρωπαϊκό ταγκό, κουνιούνται σαν φρεγάτες, προετοιμάζονται για να γράψουν ξανά την ιστορία του αίσχους.

Ατσίγγανε κι αφέντη μου με τι να σε στολίσω;
Φέρτε το μαυριτάνικο σκουτί το πορφυρό
στον τοίχο της Καισαριανής μας φέραν από πίσω
κι ίσα ένα αντρίκειο ανάστημα ψηλώσαν το σωρό.
Κοπέλες απ’ το Δίστομο, φέρτε νερό και ξύδι
Κι απάνω στη φοράδα σου δεμένος σταυρωτά
σύρε για κείνο το στερνό στην Κόρδοβα ταξίδι
μέσα απ’ τα διψασμένα της χωράφια τα ανοιχτά

Για τις ανάγκες του κειμένου χρησιμοποίησα αποσπάσματα από ποιήματα των : Βλαδίμηρου Μαγιακόφσκι, Κατερίνας Γώγου, Γιάννη Ρίτσου, Νίκου Ζούδιαρη και Νίκου Καββαδία