Τρίτη 2 Σεπτεμβρίου 2014

Η ΑΣΥΜΒΙΒΑΣΤΗ


                 Η ΑΣΥΜΒΙΒΑΣΤΗ


                                        Πάει. Αυτό ήταν.
Χάθηκε η ζωή μου φίλε
μέσα σε κίτρινους ανθρώπους
βρώμικα τζάμια
κι ανιστόρητους συμβιβασμούς.
Άρχισα να γέρνω
σαν εκείνη την ιτιούλα
που σου ’χα δείξει στη στροφή του δρόμου.
Και δεν είναι που θέλω να ζήσω.
Είναι το γαμώτο που δεν έζησα.


ΕΠΙΜΕΛΕΙΑ ΚΕΙΜΕΝΩΝ  ΤΑΚΗΣ ΠΟΛΙΤΗΣ

-Ποια είναι αυτή που βάζεις στη βιτρίνα του μαγαζιού σου;
Εξορία πήγε; Προκηρύξεις μοίρασε στις απεργίες στα εργοστάσια; Εφημερίδες πούλησε στις λαϊκές συνοικίες; Συμμετείχε στην οικονομική εξόρμηση του κόμματος; Δεν ξέρεις πως όποιος δεν τα κάνει όλα αυτά είναι εχθρός του λαού;
Μικρά ανθρωπάκια κρύβονται πίσω από μεγάλες ιδεολογίες ελπίζοντας πως θα μεγαλώσουν και αυτά. Πώς όμως να υπερασπιστούν κάτι που δεν γνωρίζουν;
Η δογματική θρησκευτική τους πίστη δεν αρκεί. Πρέπει να γνωρίζουν και τις Γραφές και το Κεφάλαιο. Τη διαφορά του Αριστοτέλη από το Μακιαβέλι.
Να σέβονται, να πείθουν με επιχειρήματα, αλλά κυρίως με τη στάση ζωής τους.
Ήμουν τυχερός που γνώρισα από κοντά τον Νικόλα Άσιμο, τον Παύλο Σιδηρόπουλο και την Κατερίνα Γώγου και δεν το κρύβω πως πολλές φορές με εκνεύρισαν και με απογοήτευσαν. Όμως άφησαν πίσω τους ένα μοναδικό και ανεπανάληπτο έργο. Έργο ανατρεπτικών, ανήσυχων και ασυμβίβαστων δημιουργών. Άξια κληρονομιά για τις νεότερες γενιές.
  
Η Κατερίνα Γώγου γεννήθηκε στην Αθήνα την 1η Ιουνίου του 1940. Σπούδασε σε δραματική σχολή και σε σχολή χορού. Εργάστηκε από μικρή σε παιδικούς θιάσους και στον κινηματογράφο, κυρίως σε ταινίες της Φίνος Φιλμ. Το αγοροκόριτσο του παλιού ελληνικού κινηματογράφου κυκλοφόρησε στις αρχές της δεκαετίας του ’80 το πρώτο της βιβλίο με τίτλο «Τρία Κλικ Αριστερά».
Γυναίκα δυναμική, με μυαλό που δούλευε συνέχεια στο κόκκινο. Οι ανατρεπτικές της απόψεις  βρήκαν μεγάλη απήχηση στη νεολαία εκείνης της εποχής. Ήταν ένα σώμα που έζησε ξέφρενα σχεδόν τα πάντα κι ένα μυαλό που κάηκε τελικά από την αδυναμία του ν’ αντιμετωπίσει το φονικό σύστημα αξιών της εποχής, που επέβαλλε  ζωές – φωτοτυπίες. Έγινε μια τεράστια κραυγή, μια ηχώ απελπισίας, την οποία, εκείνα τα χρόνια τουλάχιστον, οικειοποιήθηκε κατά το πλείστον ο ιδεολογικός χώρος των Εξαρχείων. Ο λόγος της είναι έξω από φόρμες και κυρίως έξω από τα όρια του καπιταλιστικού ήθους. Ήταν ασυμβίβαστη η Κατερίνα. Φώναζε, έβριζε, έκλαιγε, ούρλιαζε, κομματιαζόταν. Αυθεντική όπως ο πόνος. Απόλυτη όπως το αδιέξοδο.
Το 1986 έλεγε: «Δεν θέλω να γίνω μελό, δεν πουλάω τα παιδικά μου χρόνια, ούτε τα πρόσφατα… Ελπίζω. Αν δεν ελπίζω εγώ, ποια θα ελπίζει; Είμαι μάχιμη.
Ουαί και αλίμονο αν αυτό δεν είναι ναι στη ζωή. Έγραφα γιατί ήταν μια αναγκαιότητα για μένα. Μια κίνηση για να μην αυτοκτονήσω. Τώρα μου έχει περάσει. Δεν θέλω να αυτοκτονήσω, έχω φύγει από αυτό. Αισθάνομαι ανασφαλής όμως, γιατί βγαίνω και μιλάω χωρίς να έχω τίποτα, χωρίς να ανήκω πουθενά…»
Η Κατερίνα αποτελεί ένα ξεχωριστό κεφάλαιο στην ελληνική ποίηση. Η αιώνια έφηβος, η οργισμένη, η πιο σπαρακτικά ραγισμένη φωνή της γενιάς της. Μια ποιήτρια που έγραφε για να μην εκραγεί, που είχε κάνει τον πόνο και το παράπονο στίχους, κι αυτοί οι στίχοι ήταν πάνω απ’ όλα ειλικρινείς και αληθινοί.
Όπως έχει ειπωθεί: «Η Κατερίνα έκανε ποίηση σε μια εποχή που οι άλλοι ποιητές έκαναν δημόσιες σχέσεις. Πάνω απ’ όλα ήταν η ίδια ποίηση. Ανάμεσα σε ναρκωτικά, ποτά, σβησμένα τσιγάρα, φτωχογειτονιές, προδοσίες…»
Η Κατερίνα ήταν ένας ασυμβίβαστος άνθρωπος, που δεν άντεχε όλο αυτόν τον πόνο και την αθλιότητα γύρω της, και έβγαζε ποιητικές κραυγές μήπως και ξυπνήσουν οι χαρτογιακάδες. Οι κραυγές της δεν πήγαν χαμένες, αφού όλο και περισσότεροι νέοι άνθρωποι διαβάζουν την ποίησή της, όλο και περισσότεροι νέοι άνθρωποι την ανακαλύπτουν.
Η ζωή όμως δεν χαρίζεται… Προσπάθησε να αντιμετωπίσει τα πράγματα σαν θεατρίνα. Μόνο που σ’ αυτήν την περίπτωση τη μάσκα τη φορούσε για να αντέχει τον καθρέφτη. Δεν της χαρίστηκε ούτε ο θάνατος. Τη βρήκαν στο δρόμο νεκρή  από υπερβολική δόση (3 Οκτωβρίου του 1993). Από όλα τα προηγούμενα (πόνο, πείνα, απόγνωση, διωγμό) είχε γλυτώσει. Αυτή ήταν η Κατερίνα . Ένας άνθρωπος γεμάτος ζωή που δεν την άφησαν να ζήσει…
«Ξέρω πως ποτέ δε σημαδεύουνε στα πόδια.
Στο μυαλό είναι ο στόχος, το νου σου ε;».


Ένα πρωί θ’ ανοίξω την πόρτα και θα βγω στους δρόμους όπως και χτες.
Και δεν θα συλλογιέμαι παρά ένα κομμάτι από τον πατέρα
κι ένα κομμάτι από τη θάλασσα -αυτά που μ’ άφησαν- και την πόλη.
Την πόλη που τη σάπισαν. Και τους φίλους μας που χάθηκαν.
Ένα πρωί θα ανοίξω την πόρτα ίσα ολόισα στη φωτιά
και θα μπω όπως και χτες φωνάζοντας «φασίστες!!»
στήνοντας οδοφράγματα και πετώντας πέτρες
μ’ ένα κόκκινο λάβαρο ψηλά να γυαλίζει στον ήλιο.
Θ’ ανοίξω την πόρτα και είναι -όχι πως φοβάμαι-
μα να, θέλω να σου πω, πως δεν πρόλαβα και πως εσύ πρέπει να μάθεις
να μην κατεβαίνεις στο δρόμο χωρίς όπλα, όπως εγώ
-γιατί εγώ δεν πρόλαβα- γιατί τότε θα χαθείς όπως και εγώ «έτσι» «αόριστα»
σπασμένη σε κομματάκια από θάλασσα, χρόνια παιδικά και κόκκινα λάβαρα.
Ένα πρωί θ’ ανοίξω την πόρτα και θα χαθώ με το όνειρο της επανάστασης
μες την απέραντη μοναξιά των δρόμων που θα καίγονται,
μες την απέραντη μοναξιά των χάρτινων οδοφραγμάτων
με το χαρακτηρισμό -μην τους πιστέψεις! –
Προβοκάτορας.

Υ. Γ.
Βλάκα άκου…..
Όσα λεφτά κι αν έχεις στην τσέπη σου και στα κρυμμένα σεντούκια
είναι καμένα κάρβουνα, κωλόχαρτα.
Ο θησαυρός και η δύναμη είναι στη θέση του μυαλού και της καρδιάς.
Το νου σου ε;